ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ

ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ

ΆΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

ΣΥΝΤΑΧΘΕΙΣΑ ΜΕΝ

ΥΠΟ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΛΕΣΣΑ,

ΒΟΥΛΕΥΤΟΥ ΚΑΛΑΜΩΝ,

ΈΚΔΙΔΩΜΕΝΗ ΔΕ ΤΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Η. Α. ΚΟΜΝΗΝΟΥ

ΠΡΩΗΝ ΓΥΜΝΣΙΑΡΧΟΥ

ΔΙΑΣΚΕΥΗ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΚΑΙ ΣΤΟΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ

ΤΙΜΟΣ ΦΛΕΣΣΑΣ ΝΕΑ ΠΕΝΤΕΛΗ 2019

Περιεχόμενα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΉ

Η Τουρκική πολιορκία της Κέρκυρας του 1716

Τα διαδραματισθέντα πριν την πολιορκία

Η πολιορκία

Το τέλος της πολιορκίας

Σούλεμπουργκ, ο υπερασπιστής της Κέρκυρας

Επιστολή Γ. Εμμανουήλ Παπαδόπουλος (Παπάζογλους)

ΕΤΕΡΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ Ζενεραλ Μαγγιορ Παπαδόπουλος

Ή Έπανάστασις του Ορλώφ (Ορλωφικά)

Λάμπρος Κατσώνης

Ό Ρήγας ό Φεραίος

Ανάπτυξις των εν Ελλάδι κλεπτών

Ο Νικήτας Φλέσσας

Η εν Αθήναις Φιλόμουσος εταιρεία

Ο Γρηγόριος Φλέσσας

Το συμβάν εν τη Μονή Ρεκίτσης

Ο Παπαφλέσσας εγκαταλείπει την Πελοπόννησον

Η εκ του σύνεγγης γνωριμία του Παπαφλέσσα μετά του Αγίου τών Δέρκων

Φιλική Έταιρία

Καί εταίροι μέν ήσαν κατα χρονικήν τάξιν

Έν δέ Βουκουρεστίω συνετάγη το συνοιποσχετικον

Ό Γρηγόριος Φλέσσας στήν άνάκρηση

ΦΥΛΑΔΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

Η έν Ισμαιλίω συνάντησις

Έγγράφον τώ Αλεξίω Ύωηλάντη του Γρηγορίου Φλέσσ^

Ό Παπαφλέσσας διορίζεται άπό τον Υωηλάντη άρχηγός της Επανάστασης στήν

Πελοπόννησο

Έπιστολή του Αλέξανδρου Υωηλάντη πρός τον Περραιβόν

ΦΥΛΑΔΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Α. Κομιζόπουλος

Αθ. Ξόδυλος

Η ΕΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΩ ΕΝΑΡΞΙΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ

Κανέλλος Δεληγιάννης

Ιωάννης Δεληγιάννης

Ο Αλή-Φαρμάκης

Αλη Πασσάς

Ο Γρηγόριος ο Ε'

Ο ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ ΚΑΙ Η ΕΚΡΗΞΙΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ 168

Ο Μητροπολίτης Δέρκων μύησε τον Παπαφλέσσα στην Φιλική Εταιρία

Παπατσώρης

Ή ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΝΙΑΚΙΟΥ ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΥΤΗΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Πραγματική Ιστορία εστιν ή άληθής1 κατά τό εφικτόν άποτύπωσις πράξεων άξιοσημείωτον, αί όποιαι εν τινί Έθνη συνετελέσθησαν ύπ'άνδρών σκοπευόντων εις τήν ανεξαρτησίαν η επέκτασιν αύτού, η εις μεταβολήν καθεστώτος, πολιτικού η θρησκευτικού, η τινός ετέρου, οσπερ οί τήν μεταβολήν επιχειρήσαντες έθεώρουν ώς κώλυμα της πραγματοποιήσεως τών εαυτών σκέωεων περί της προόδου του Έθνους τών.

Ή ιστορία προπαντός το όνομα τούτο φέρει, ότε ό συγγραφεύς2 αυτής ύπήρξε αύτόπτης των έξιστορουμένων ύπ'αυτού έργων, άναγεγραμμένων ως άντελήφθη αυτών, η τήν πληροφορίαν έλαβε εξ εγγράφων εκδοθέντων κατά την εποχή τής προπαρασκευής καί τελέσεως τών πράξεων, και πραγματευομένων περί τών αυτών πράξεων, ή και έλαβε τάς πληροφορίας ταύτας παρ' άλλων άνδρών, συνεργασθέντων μέν μετά τών άνδρών έκείνων, οΐτινες ειργάσθησαν προς έπιτέλεσιν τών πράξεων αυτών, διακριθέντων δι'έν τή κοινωνία έπ' άκρα ειλικρίνεια, μνήμη καί κρίσι. Τάς ειδήσεις ταύτας οφείλει ό ιστοριογράφος νά φέρει εις σύγκρισιν προς άλλες πληροφορίας, ή προς έγγραφα, ει δυνατόν, περι τών αυτών γεγονότων πραγματευόμενα, καί το έκ τής συγκρίσεως ταύτης άποτέλεσμα ειλικρινώς άναγραφή έν τή ιστορία, ην εις τόν τής κοινωνίας έλεγχον θά ύποβάλει. Ήμείς βλέποντες μέν ότι οι τέως ιστορικοί ώλιγώρησαν τής ιστορικής ύποθήκης του Πλουτάρχου έν βίω Περικλέους κεφ. ιγ': ούτως ίοικε χαλεπόν είναι καί δυσθήρατον ...

Ιστορία άναληθές είναι οι μέν ύστερον γεγονότες τον χρόνον έχουν έπεπροσθούντα τή γνώσει τών πραγμάτων, ή δέ τών πράξεων καί τών βίων ένηλικιότης ιστορία, τά μέν φθόνους καί δυσμενούς, τά δέ χαριζομένη καί κολακεύουσα λυμαίνεται καί διαστρέφη τήν άλήθεια».

Ύπακούσαντες δέ εις έντονον άπαίτησιν πολλών άγωνιστών, θεωρησάντων πλημμελείς τάς έκδόσεις ιστορίας περί τής Ελληνικής παλιγγενεσίας καί έκ πατριωτισμού μισήσαντες τούς γράφοντας τοιαύτα, άνειλικρινείς, επομένους πληροφορίας άνδρών προσωπικώς καί ηκουσα ύπέρ τής άληθείας έπιδιαφερομένων καί κατ'άκολουθίαν παραλείωαντας τούς άγώνας τών πρωταγωνιστών, ταπεινώσαντες τούς άγώνας αύτών ύωώσαντες τούς τών άλλων, προέβην εις τήν σύνταξιν τής συγγραφής ταύτής, άκολουθήσαντες έπί δεκαετίαν ολης τής πορείας τών προ ήμών ιστορίας γραφόντων, καθ'όσον έγράφησαν τήν παρούσαν, λαβόντες διάφορα έγγραφα καί έπιστολάς, έκδοθείσας προ της έπανάστασις καί κατά τήν έπαναστάσιν καί πραγματευόμενοι περί τών έπαναστατικών ένεργειών.

Πρός τούτοις ήκροαζόμεθα καί τάς σημειώσεις τών πολυετών μελετών αυτών, αΐτινες διεκρίθησαν καί μέχρι σήμερον τιμώντες έπ' άνεξαρτησία χαρακτήρος έπί κρίσι μνήμη καί άκρα είλικρίνεια έμελετήσαμεν έγράωαμεν έν κεφαλίδα της συγγραφής ταύτης καί τήν Αυτοκρατορίαν της Αυστρίας διότι έν ταις περί Ελληνικής έπαναστάσεως μελέτας ήμών εύρομεν συμμαχούσαν τήν Αυστρίαν σκανδαλωδώς τή ’Οθωμανική αυτοκρατορία κατά τής Ελλάδος, καί δέν έκρίναμεν δίκαιον νά παραλείωομεν τήν τοιαύτην κατά τών Ελλήνων διαγωγήν έθνους, οπερ ώφειλεν ώς έκ τής πολιτικής του ανατροφής καί τής έν τή Ευρώπη θέσιν καί τής θρησκευτικότητος του ουχί μόνον νά μένη έν τώ έύγενει αλώνι τής Ελλάδος κατά τής βαρβάρου Τουρκίας άδιάφορον, αλλά καί τήν σημαίαν ύπέρ του πολυπαθους τούτου Έθνους ύωώσει, διότι ώς ό μέλλων χρόνος θά αποδείξει, ή ανεξαρτησία τής Ελλάδος ουδεμίαν έν τή Αυτρια απειλεί ζημίαν, άλλά τά συμφέροντα αυτής προστατεύει. Δυστυχώς ομως ή Αυτοκρατορία τής Αυστρίας μή λαμβάνουσα ύπ"όωιν τήν ύποχρέωσιν ταύτήν καί αγνοούσα τόν χαρακτήρα τών Ελλήνων καί μέχρι σήμερον όσάκις αυτή παρουσιάζεται ή ευκαιρία ώς έξ υπογαϊοντα βέλη κατά τής πολυτλήμωνος Ελλάδος πίπτει, φρονούσα ή δυνατόν καί κατά τόν 19ον Αιώνα νά συντελέσει είς διαμελισμόν του ιστορικωτέρου τών έθνών. Ή διαγωγή του Αυστριακού τούτου έθνους, του έμπνεύσαντος έπελπίσαν τοις Έλλησι κατά τήν κρίσιμον έκείνην έποχήν, όντως σκλήρυνε τάς καρδίας τών, οΐτινες μετά πολλάς θυσίας δυνηθέντες ν^ τύχωσιν τής έλευθερίας μέρου του πολυτίμου αύτών έθνους, και έν αδυναμία είδή διατελουντες, δέοντα του Θεου, ινα τιμωρήση τούς σκληρούς και αδίκους έαυτού πολεμίους.

Ό ιερός τών Ελλήνων αγών έσκόπει είς μόνην τήν μεταβολήν του πολιτικου καθεστώτος, αλλά και είς την έκ τής Ελλάδος απέλασιν ξένου αλλοφύλου και αλλοθρήσκου κατακτητου οι τό θρησκευτικόν δόγμα και ή έν γένει διαγωγή αύτών ουχι μόνον τήν πρόοδον τών Ελλήνων ώς αντικειμένην είς τήν στυγνή πολιτείαν τών Μουσουλμάνων, ήπείλων αλλά και τήν διαγραφήν τής Ελλάδος έκ του Γεωγραφικου χαρτου.

Κατ' ακολουθίαν οι Έλληνες ανέλαβον δεινόν και έξαιρετικόν αγώνα κατ’ έκφόβου και βαρβάρου κατακτητου, και περί του αγώνος τούτου έχοντες ύπ’ όωει πιστά μαρτυρίω θα πραγματευθώμεν έν τή συγγράφη μεθ’ όλής τής έιλικρινιας.

Ή συγγραφή αυτή διαιρεθήσεται ώς τρείς τόμους.

Έν τω πρώτω τόμω περιγραφήσονται αι προκαταρκτικαι έργασίαι του ιερου αγώνος και αι κατά τήν Πελοπόννησον και τάς νήσους τάς έχούσας σχέσιν τινα πρός τήν Πελοπόννησον μάχαι και ναυμαχίαι.

Έν τω δευτέρω, κατά τήν Στερεάν Ελλάδα και τάς νήσους τάς πρός αύτήν έχούσας σχέσεις, μάχαι και ναυμαχίαι, και έν τω τρίτω περιληφθήσασαι άπασαι αι κατά τής Ελλάδος λαβουσαι χώραν και στρατιωτικαι πράξεις από τής έλεύσεως Καποδίστρια μέχρι τής έλεύσεως του Βασιλέως Γεωργίου.

ΕΙΣΑΓΩΓΉ

Ή ένοχος προς τήν Ελλάδα διαγωγή των τε Δυτικών χριστιανών Ηγεμόνων καί του Δυτικού κλήρου, έλπισάντών πολιτικόν συμφέρον έπί τή άποτυχία τών Ελλήνων, ους αυτοί ουτοι χάριν ευτελών προσωπικών συμφερόντων προέτρεπον εις άπονενοημένην έπανάστασιν κατά τής τότε πανισχύρου καί έχθράς του πολιτισμού Οθωμανικής τυραννίας καί μετά ταύτα έγκατελίμπανον εις τήν εαυτών τύχην, όντώς δέν άπήλπισε τούς Έλληνας, καίτοι αί δυνάμεις αυτών σοβαρώς ήμβλύνθησαν ώς έκ τών σκληρών δοκιμασιών, άλλ' έτι μάλλον έπέρρωσε τάς σκέωεις αυτών. Καί ύπό ταύτας συνθήκας έστρεωαν τά εαυτών βλέμματα πρός τήν όμόδοξον Έωσσίαν, πιστεύσαντες οί τάλανες ότι χάριν μόνω του όμοδόξου θά άγωνισθή ύπέρ τής άναστάσεως τής καταπεπτωκυυίας Ελληνικής Αυτοκρατορίας, ής τήν πρωτεύουσαν έποφθαλμιά.

Όμολογουμένως αί τοιαύται άπόπειραι τών Ελλήνων τή παροτρύνσει τών Δυτικών Ηγεμόνων ύλικώς ουχί δέ καί ήθικώς έζημίωσαν αυτούς, διότι ό έπικίνδυνος αυτών άγών συνεκράτει αυτούς, καί έν τή κατωτέρα τάξει άνέπτυσσε καί τοίς άπογόνοις αυτών μετέδιδε τά ύπέρ τής άπελευθερώσεως τής όλης Ελλάδος αισθήματα έαυτών.

Οί Έλληνες έν τοιαύτη καταστάσει διατελούντες μετά τήν διαγωγήν πρός αυτούς τών Δυτικών Εθνών, άπερ τό Ελληνικόν Έθνος έκ του σκότους τής άγνοίας έξήγαγεν, έπεζήτουν άρμοδίαν περίστασιν, όπως άποτινάξωσι τόν τυραννικώτατον ζυγόν, τόν άπειλούντα άπασαν τήν Χριστιανοσύνης. Καί δή κατά τό 1736 ό ύπό τήν Αυτοκράτειραν Άνναν Κόμης Μύνιχ, διαλογιζόμενος τήν πραγματοποίησιν δήθεν του σχεδίου του μεγάλου Πέτρου, πράγματι δέ τήν διευκόλυνσιν τής λύσεως τής μεταξύ Τουρκίας καί Έωσσίας διαφοράς, έξήγειρε δι'άποστόλων Έώσσων τούς ευπίστους τών Ελλήνων κατά τής Τουρκίας.

Αλλά δία τής έν Βελιγραδίω τφ 1739 συνομολογηθείς συνθήκης μεταξύ τής Άυτοκράτειρας αυτής καί τών Σουλτάνων Αχμέτ 'β καί Μωχάμετ έκατεδέδειξεν ή Αυτοκράτειρα αυτη, κατακτήσασα τό Αζόφ τής Ταιναίδος, πρός τούς Έλληνας τά αυτά αίσθήματι, άπερ πρότερον καί οί Χριστιανοί Ηγεμόνες τής Δύσεως. Τά αυτά δέ σχέδια καί ή Αυτοκράτειρα Αικατερίνα Β'τφ 1766 διενοήθη νά έκτελέση έν έπικειμένω πολέμω τής Τουρκίας κατά τής Έωσσίας, ον πόλεμον προεκάλεσαν αί ένέργειαι καί αί σχέσεις τών Ταρτάρων καί Κοζάκων μετά τών συμπολιτευομένων Πολωνών καί αί πρός άλλήλους έπιδρομαί έν ταίς έαυτών χώραις. Ύπεσχέθη λοιπόν δία του θεράποντος αυτών Γρηγορίου Ορλώφ, τφ Γεωργίω Παπάζωγλου ή Παππαδοπούλω, Λοχαγφ του Πυροβολικού έν Έωσσί^ καί Έλληνι τήν καταγωγήν (Κυνουρίας, έξ Αγίου Πέτρου), νέαν ύπόσχεσιν άμέσου συνδρομής πρός τούς Έλληνας ύπέρ τής άπελευθερώσεως αυτών.

Ό Παπάζογλους ουτος πιστεύσας είς τήν είλικρίνειαν τής ύποσχέσεως τής Έωσσικής Αυλής, είς Ήπειρον καί Στερεάν Ελλάδα έπορεύθη καί έκείθεν είς Πελοπόννησαν κατέπλευσεν. Ό Γεώργιος Παπάζογλους, άνακοινώσεις τήν Αυτοκρατορικήν ταύτην ύπόσχεσιν τοίς τότε κατά τά μέρη έκείνα προύχουσιν, έφρόντισε όλαις δυνάμεσι νά πείση τούς προεστώτας έκείνους περί τής είλικρινείας τής Αυτοκρατορικής ταύτης ύποσχέσεως.

Καί έν Καλάμαις μέν συνενοήθη μετά του Παναγιώτου Μπενάκη, άνεωιού του έπί Μοροζίνη Λυμπεράκη Γερακάρη, έν Καλαβρύτοις δέ καί έν Πάτραις μετά του Ζαήμη καί λοιπών σημαινόντων, έν Σπάρτη δέ μετά του Κρεβατά, καί αλλαχού της Ελλάδος μετά τών έπίσης προεχόντων άνδρών, πάσι τούτοις ύπέσχετο άποστολήν πλοίων πολλών, Τώσσων στρατιώτών καί χρημάτών, προς συντήρησιν του Στρατού, ύπό τον όρον όμως νά ώσιν έτοιμοι εκατόν χιλιάδες Ελλήνων εις έξοπλισμόν.

Περί του ποσού τούτου οί μέν προύχοντες τών είρημένων έπαρχιών έδοσαν, ώς λέγεται, (ήμεΐς όμως άμφιβάλλομεν), έγγραφον ύπόσχεσιν τφ άπεσταλμένω, ότι θα ώσίν έτοιμοι έκατόν χιλιάδες Ελλήνων, ουτος δέ ότι θα έκτελεσθώσι αί πρός αυτούς έπαγγελίαι. Μετά τάς τοιαύτας προπαρασκευαστικάς ένεργείας ό Γεώργιος Παπάζογλους έπλευσεν εις Τεργέστην καί έκείθεν έπορεύθη είς Πετρούπολιν, καί ύποβαλών τό άποτέλεσμα τών ένεργειών έαυτού έν Έλλάδι καί σχέδιον πολέμου πρός τόν άποστείλαντα αυτόν Γρηγόριον Ορλώφ, κατά τόν Φεβρουάριον του 1769 μετά τών δύο άδελφών, του Γρηγορίου Ορλώφ, Αλεξίου καί Θεοδώρου, έπλευσεν έπί σκοπφ παρασκευής της Έλληνικης έπαναστάσεως είς Ιταλίαν, ένθα έρωτώμενοι διεκήρυττον ότι ή μετάβασις αυτών αφεώρα είς άπλην περιήγησιν.

Περιηγούμενοι λοιπόν οί Αργοναύται έκείνοι άνά πάσας τάς πόλεις της Ιταλίας, άπέστελλον έκείθεν άποστόλους είς τά διάφορα μέρη της Έλλάδος, ους έφωδίαζον με προκηρύξεις καί χρυσά μετάλλια, φέροντα τήν είκόνα της Αίκατερίνης, ΐνα κατηχήσωσι τούς μή κατηχηθέντας καί έπιθαρρύνωσι τούς κατηχηθέντας.

Ό Γεώργιος Παπάζογλους, ό άνωτέρω άναφερόμενος, φρονούμεν ότι είναι αυτός ουτος, ό έν τη έπιστολή τη έφεξης άναφερόμενος, Γεώργιος Εμμανουήλ Παπαδόπουλος, άπευθυνομένη πρός τόν Αναγνώστην Παπαγεωργίου, Αναγνωσταράν έπικαλούμενον.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Η Τουρκική πολιορκία της Κέρκυρας του 1716.

‘Έπειτα από τη συνθήκη του Προύθου (1711) που τερμάτισε το Ρωσοτουρκικό πόλεμο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία στράφηκε ενάντια στη Βενετία για την οποία ισχυριζόταν ότι υποκινούσε σε επανάσταση τους Μαυροβούνιους και συλλάμβανε πλοία της στη Μεσόγειο. ‘Όλα αυτά θεωρήθηκαν παραβιάσεις της συνθήκης του Κάρλοβιτς.

Στις 7 Δεκέμβρη του 1714 η Πύλη κήρυξε επίσημα τον πόλεμο κατά της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, μέσω του Πρεσβευτή της στην Κωνσταντινούπολη. Το Μάη του 1715, ο Μέγας Βεζίρης Αλής άνδρες εισέβαλε στην Πελοπόννησο ( που είχε καταλάβει από το 1684 ο Μοροζίνι), ενώ ο Τζανούμ Μεχμέτ Χότζας πολιόρκησε από τη θάλασσα το Ναύπλιο, τη Μονεμβασιά, τη Κορώνη, τη Μεθώνη' την Πάτρα και τα Κύθηρα. Σύντομα οι Οθωμανοί ήταν κύριοι της Πελοποννήσου και των Κυθήρων. Ο κίνδυνος διαγραφόταν άμεσος για την Κέρκυρα, τελευταίο προμαχώνα της Δύσης.

Την Κέρκυρα φρουρούσαν 2.500 άντρες. ‘Όμως, οι οχυρώσεις ήταν σε κακή κατάσταση και υπήρχε μεγάλη έλλειωη εφοδίων. Ήταν οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην οποία είχε πέσει η Βενετία μετά τον πόλεμο της Κρήτης.

Όταν τα νέα έφτασαν στην Βενετία, άρχισε αμέσως η στρατολογία Ιταλών και Γερμανών. Τη διοίκηση των στρατιωτικών δυνάμεων στην Ανατολή κλήθηκε ν’ αναλάβει ο Σάξονας στρατηγός Ματθίας φον Σούλεμπουργκ, που έφτασε στη Βενετία τις τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη του 1715 και στάλθηκε στην Κέρκυρα το Φλεβάρη του 1716 όπου βρήκε την άμυνα στην κατάσταση που προαναφέραμε. Μαζί ήταν ο υπασπιστής του Κερκυραίος αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Στρατηγός.

‘Ήδη η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε κηρύξει τον πόλεμο και στην Αυστρία και ο τουρκικός στρατός αφού διάβηκε το Δούναβη κατευθυνόταν στο Σεμλίνο. Ο Πρίγκιπας της Σαβοΐας Ευγένιος που διεύθυνε την αυστριακή άμυνα, έγραφε στις 8 Απρίλη προς το Σούλεμπουργκ πως ήταν βέβαιος ότι οι Οθωμανοί θα κινούνταν με στόχο την Κέρκυρα, γι’ αυτό συγκέντρωναν δυνάμεις στη Σαγιάδα και στο Βουθρωτό. Η άποωη που επικράτησε όμως από την πλευρά του Γενικού Προνοητή Ανδρέα Πιζάνη, ήταν ότι οι Οθωμανοί δε θα τολμούσαν επίθεση στην Κέρκυρα.

Ο Σούλεμπουργκ όμως έδωσε λεπτομερείς οδηγίες στο Γενικό Καπετάνο Ντολφίν για τα έργα που έπρεπε να γίνουν ώστε να βελτιωθεί η άμυνα και έφυγε με το “βαρύ στόλο” για να επιθεωρήσει την άμυνα της Πάργας και της Ζακύνθου όπου έφθασε στις 15 Ιούνη. Εκεί έμαθε ότι ο Οθωμανικός στόλος ήταν αγκυροβολημένος στο λιμάνι της Σαπιέντζας. Από τη Ζάκυνθο αναχώρησε στις 23 και έφθασε στην Κέρκυρα στις 30 όπου με μεγάλη απογοήτευση είδε ότι οι διαταγές του δεν είχαν εκτελεστεί και επικρατούσε κλίμα απαισιοδοξίας. Εν τω μεταξύ ο Ντολφίν αντικαταστάθηκε από το Γενικό Προνοητή Αντρέα Πιζάνη ο οποίος είχε τη διοίκηση του “ελαφρού στόλου” με 15 γαλέρες, 2 γαλεάσες και μερικά μικρότερα πλοία.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Τα διαδραματισθεντα πριν την πολιορκία

Από τις 24-25 Ιούνη παρατηρήθηκε πολεμική προετοιμασία του Οθωμανικού στρατού στις περιοχές του Βουθρωτού και της Σαγιάδας. Ο Σούλεμπουργκ, επιστρέφοντας από τη Ζάκυνθο κατένειμε τις δυνάμεις που είχε όσο καλύτερα μπορούσε στα τείχη, τα οποία ασφάλισε με πυροβόλα, δοκάρια και πέτρες. Γνώριζε ότι κάθε μέρα που θα κρατούσε περισσότερο τα φρούρια, σήμαινε αποφασιστικό κέρδος για την προέλαση του Πρίγκηπα Ευγένιου στην Ουγγαρία, ενάντια στον εκεί κύριο όγκο των Τούρκων.

Τελικά, το απόγευμα της 5ης Ιούλη ο Οθωμανικός στόλος διέπλευσε το βόρειο στενό του νησιού και παρατάχθηκε κατά ένα μέρος από το Βουθρωτό μέχρι την ηπειρωτική παραλία, ενώ το κύριο μέρος του από το Βουθρωτό ως το νησί, έτοιμο να αποβιβάσει 33.000 εμπειροπόλεμους άντρες. Μετά την είσοδο του Οθωμανικού στόλου στο στενό, ο βενετικός έπλευσε σε τάξη μάχης μέχρι το Βίδο για αναγνώριση και επανήλθε στη θέση του.

Τη νύχτα 5 προς 6 Ιούλη ο υπό τον Πιζάνη “ελαφρός” στόλος απέπλευσε για να συναντήσει τη μοίρα του Κορνάρου που επέστρεφε από τη Ζάκυνθο και τη νηοπομπή με το πλοίο “Λέων” που μετέφερε στρατό και εφόδια. Η αναχώρηση του στόλου ερήμωσε το Μαντράκι προκαλώντας μεγαλύτερο φόβο στους κατοίκους. Τα πλοία έπλευσαν προς τη Λευκίμμη με τελικό προορισμό την περιοχή της Ερείκουσας.

Τις πρωινές ώρες της 8ης Ιούλη οι Οθωμανοί άρχισαν να αποβιβάζονται στα Γουβιά και τον ‘Υωο. Αωιμαχίες έγιναν τότε με Κερκυραίους, ενώ πλήθη αμάχων ζήτησαν καταφύγιο στο Π. Φρούριο. Ταυτόχρονα ο Καπουδάν Πασάς Τζανούμ Μεχμέτ Χότζας ζήτησε την παράδοση της πόλης για να λάβει άμεση αρνητική απάντηση.

Αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας η μοίρα του Κορνάρου διέπλεε το βόρειο στενό και κατά το έθιμο χαιρέτησε με κανονιές το ναό της Υ.Θ. στο Κασσώπη. Οι Οθωμανοί τον αντιλήφθηκαν και κινήθηκαν εναντίον του. Οι δύο στόλοι συνεπλάκησαν σε ναυμαχία που διάρκεσε δύο ώρες. Τα βενετικά καράβια κατάφεραν να διασπάσουν τον Οθωμανικό κλοιό και να φθάσουν στην Κέρκυρα αφαιρώντας πλέον τον έλεγχο της θάλασσας από τους Οθωμανούς. Η ενέργεια αυτή έδωσε θάρρος στη φρουρά και σε πολλούς Κερκυραίους που έσπευσαν να τη βοηθήσουν με δικά τους έξοδα και να διακριθούν μάλιστα στη διάρκεια της πολιορκίας.

Η απόβαση του κύριου όγκου των Οθωμανικών δυνάμεων διάρκεσε ως τις 18. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα ο Σούλεμπουργκ ενίσχυσε όλα τα αδύνατα σημεία των οχυρώσεων ενώ τα πλοία προσορμίστηκαν κοντά στο Π. Φρούριο επιτρέποντας έτσι τη διάθεση περισσοτέρων δυνάμεων στην άμυνα προς την εξοχή.

Στις 15 επέστρεωε ο υπό τον Πιζάνη στόλος που δεν είχε καταφέρει να ενωθεί με τη μοίρα του Κορνάρου αλλά συνόδευε το έμφορτο εφοδίων πλοίο “Λέων”, το οποίο διαφορετικά

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

θα είχε πέσει στα χέρια των Οθωμανών. Στις 18 έφτασαν τρία πλοία με ενισχύσεις 1.000 ανδρών, χρήματα και μπισκότο.

Στις 19 οι Οθωμανικές προφυλακές έφτασαν κοντά στα υωώματα του Αβραμίου και του Σωτήρα προκαλώντας την καταστροφή όπου περνούσαν. Καταστροφές προκάλεσαν και στην περιοχή του Γύρου, όπου οι κάτοικοι έντρομοι αναζήτησαν προστασία στο Αγγελόκαστρο. Στις 20 έστησαν πυροβολοστάσια στο λόφο των Ελαιών στο Μαντούκι (σημερινή θέση “Ελιές”).

Την ίδια μέρα έφθασαν ενισχύσεις από 4 μαλτέζικα καράβια. Στις 23 έφθασαν 4 παπικές γαλέρες, 2 γενοβέζικες, 3 της Τοσκάνης και 5 ισπανικά κάτεργα (προς το τέλος της πολιορκίας έφτασαν και πορτογαλικά πλοία). Η παρουσία των πλοίων εμπόδιζε την προσέγγιση των Οθωμανών από τα Βορειοανατολικά του φρουρίου και κρατούσε διαρκώς ανοιχτό το δρόμο για τον απρόσκοπτο ανεφοδιασμό από τη θάλασσα των πολιορκημένων.

Ο Σούλεμπουργκ κατάφερε να τελειώσουν όλες οι ανακαινιστικές εργασίες των οχυρώσεων μέχρι τις 25 Ιούλη. Αν οι Οθωμανοί ήταν ενεργητικότεροι και καλά οργανωμένοι για την πολιορκία, θα είχαν πετύχει το σκοπό τους. ‘Όμως, οι ετοιμασίες για την πολιορκία κράτησαν 17 μέρες και μόλις την 25η ήταν έτοιμα τα ορύγματα για την εξόρμηση.

Η πολιορκία

Στις 16 Ιούλη μικρή Οθωμανική μονάδα προχώρησε μέχρι τον Ποταμό καίγοντας σπίτια και λεηλατώντας. Στις 19 έγινε επιδρομή στους λόφους και στο πεδίο μπροστά από τα υωώματα Αβράμη και Σωτήρα.

Αφού πλησίασε το Μαντούκι και τη Γαρίτσα, ο Σερασκέρης στρατοπέδευσε στον Ποταμό, ενώ η παράλληλη των προφυλακών αναπτύχθηκε στο Κεφαλομάντουκο όπου και τοποθετήθηκαν πέντε μεγάλα πυροβόλα. Οι βολές τους απείλησαν τα βενετικά σκάφη που περιπολούσαν μεταξύ Βίδο και Νέου Φρουρίου αναγκάζοντάς τα να αποσυρθούν. Σημαντικές ζημίες προκλήθηκαν στα οχυρώματα της Κορακοφωλιάς, στην Πούντα Περπέτουα και στο Σκάρπωνα.

Την αυγή της 28ης ο βενετικός στόλος εμφανίστηκε μπροστά στον όρμο των Γουβιών. Τρία κάτεργα εισέπλευσαν στον όρμο, αλλά αναγκάστηκαν να βγουν λόγω των πυκνών τουρκικών πυρών που δέχτηκαν.

Στις 29 Ιούλη οι πολιορκητές εισέβαλαν στο Μαντούκι, αλλά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν μετά από αντεπίθεση των βενετών. Νεότερη επίθεση την ίδια μέρα αποκρούστηκε στους πρόποδες του Αβραμίου από μονάδα ντόπιων και 400 Σκλαβούνων. Οι επιθέσεις στρέφονταν τώρα κυρία προς το Νέο Φρούριο.

Η επόμενη κίνηση του Σούλεμπουργκ ήταν να τοποθετήσει τέσσερα πυροβόλα στο ύωωμα του Αβραμίου και δύο στο ύωωμα του Σωτήρα, έφραξε τις προσβάσεις προς αυτά και

έφτιαξε υπονόμους. Στη συνέχεια κατέλαβε την κορυφή του Σαρόκκο και τοποθέτησε δύο πυροβόλα. Με τον τρόπο αυτό κατόρθωσε να δημιουργήσει μια νέα αμυντική ζώνη από τη θάλασσα της Γαρίτσας μέχρι το σημερινό νέο λιμάνι καλύπτοντας τα εξωτερικά έργα των οχυρώσεων.

Στις 2 Αυγούστου οι Οθωμανοί επέκτειναν την παράλληλο από το άκρο του Μαντουκιού ως τις αλυκές της Γαρίτσας και στις δύο το πρωί επιτέθηκαν χωρίς επιτυχία στο Αβράμη, στο Σωτήρα και στο Σαρόκκο. Παρά τη γενναία άμυνα όμως των Βενετών και τις ενισχύσεις που ήλθαν από τα πλοία, οι Οθωμανοί κατέλαβαν στις 3 Αυγούστου τη Γαρίτσα, το Σαρόκκο και το Μαντούκι. Την ίδια μέρα σπαχήδες και γενίτσαροι επετέθησαν στα υωώματα Αβράμη και Σωτήρα καταλαμβάνοντάς τα μέσα σε μισή ώρα (του Σωτήρα επειδή το εγκατέλειωαν οι Γερμανοί υπερασπιστές του). Οι αμυνόμενοι έχασαν 60 άνδρες, ενώ οι Οθωμανοί υπέστησαν μεγάλες ζημίες κυρίως από την ανάφλεξη υπονόμων. Οι Οθωμανοί οχύρωσαν τις κυριευθείσες θέσεις και αφού σχημάτισαν διπλή παράλληλο ανάμεσα στα δύο υωώματα, ετοιμάζονταν για την κύρια επίθεση προς το Νέο Φρούριο. Ο Σούλεμπουργκ εξασφάλισε τα αδύνατα σημεία και ενίσχυσε επίσης με 200 Κερκυραίους τη φρουρά του Σκάρπωνα. Στις 6 Αυγούστου ο Σερασκέρης ζήτησε την παράδοση των φρουρίων για να πάρει και πάλι αρνητική απάντηση, ήδη οι Οθωμανοί είχαν υπερκεράσει την Αγία Ιουστίνα, είχαν σχηματίσει νέα παράλληλο και είχαν καταλάβει όλα τα οικήματα κοντά στην Πόρτα Ρεάλε που με διαταγή του Σούλεμπουργκ είχαν πυρποληθεί. Έριξαν επίσης γρανάτες που άναωαν δύο βενετσιάνικους υπονόμους εκτινάσσοντας βροχή από πέτρες. Προσέγγισαν πλέον τα τείχη στην Κορακοφωλιά και από το μέχρι το κερατοειδές οχύρωμα του Αγίου Αντωνίου.

Στις 14 Αυγούστου τα βενετικά καράβια προσπάθησαν να προσβάλλουν τον τουρκικό στόλο, αλλά δεν τα κατάφεραν εξ αιτίας του ενάντιου ανέμου. Την ίδια μέρα και την επόμενη έφθασαν στην Κέρκυρα ενισχύσεις από 1.500 στρατιώτες και 50 παργινούς εθελοντές. Ο Σούλεμπουργκ αποφάσισε να διατάξει γενική έφοδο κατά των πολιορκητών μέσα στις επόμενες μέρες.

Στη 1 τα ξημερώματα της Τετάρτης 19 Αυγούστου, βγήκαν από την πύλη του Σκάρπωνα 200 Γερμανοί και 200 Σκλαβούνοι ενώ από την Πόρτα Ρεάλε και την Πόρτα Ραϊμόντα άλλοι 400. Με γενναιότητα επιτέθηκαν στις Οθωμανικές θέσεις και απώθησαν τους πολιορκητές μέχρι τους πρόποδες του υωώματος Αβράμη. Η επίθεση υποστηρίχτηκε από τα πυροβόλα του Νέου Φρουρίου, του Βίδο και των κάτεργων που ναυλοχούσαν στο Μαντούκι και τη Γαρίτσα. Δυστυχώς, κατά τη διάρκεια της επίθεσης, οι Γερμανοί που ακολουθούσαν σαν επικουρικό σώμα επιτέθηκαν από λάθος στους Σκλαβούνους σκοτώνοντας 200, ενώ άλλοι 60 σκοτώθηκαν κατά την επίθεση. Οι Οθωμανοί έπαθαν μικρότερες ζημίες και ετοιμάστηκαν για την αποφασιστική έφοδο.

Λίγο πριν ξημερώσει, εκμεταλλευόμενοι το βαθύ σκοτάδι της ασέληνης εκείνης βραδιάς, οι Οθωμανοί επιτέθηκαν αλαλάζοντας στα εξωτερικά έργα των οχυρώσεων και παρ’ όλο το χριστιανικό πυρ έτρεωαν σε φυγή τους Γερμανούς, απώθησαν τους Βενετσιάνους και τους Σκλαβούνους από την Πούντα Περπέτουα, την Κορακοφωλιά και το Σκάρπωνα, πέρασαν την τάφρο Και κυρίευσαν το προμεσοτοίχισμα μπροστά από το κερατοειδές οχύρωμα του Αγίου Αντωνίου. Η άνοδος στο Σκάρπωνα πραγματοποιήθηκε εύκολα από την κορτίνα του και σύντομα 50 σημαίες κυμάτιζαν στην κορυφή. Το Νέο Φρούριο είχε μείνει μόνο με 60 μαχητές και κινδύνευε άμεσα. Από όλα τα οχυρά που δεν διέτρεχαν άμεσο κίνδυνο, επικουρίες έσπευδαν στο Νέο Φρούριο. Όμως οι Οθωμανοί ανάγκασαν τους αμυνόμενους στη Σκεπαστή Οδό να υποχωρήσουν στην κύρια τάφρο ανατινάζοντας πίσω τους τους υπονόμους.

Η ορμή της επίθεσης ανακόπηκε όταν διαπιστώθηκε ότι οι κλίμακες εφόδου των Τούρκων δεν ήταν αρκετά ωηλές για ν’ αναρριχηθούν στο ίδιο το Νέο Φρούριο. Κατάφεραν όμως να κυριεύσουν τον εξωτερικό περίβολο μπροστά από τον Αγ. Αθανάσιο.

Θέλοντας ν’ ανακαταλάβει το Σκάρωνα, ο Σούλεμπουργκ διέταξε την ενίσχυση της τάφρου από τη φρουρά του προμαχώνα Σαραντάρη που την αποτελούσαν ντόπιοι. Τρεις φορές επιτέθηκαν και άλλες τόσες αποκρούστηκαν οι Οθωμανοί. Πολλοί Κερκυραίοι διακρίθηκαν για τη γενναιότητά τους στις μάχες που έγιναν στην πλατφόρμα του Αγ. Αθανασίου, στον προμαχώνα Σαραντάρη και στη θέση Τρία Πηγάδια. Τη θέση Τρία Πηγάδια υπεράσπιζαν Εβραίοι εξοπλισμένοι με έξοδα της ίδιας της Ισραηλιτικής Κοινότητας και επικεφαλής το γιο του ραβίνου.

Η μάχη κρατούσε πάνω από έξι ώρες και οι εξαντλημένοι άντρες ήταν δύσκολο να κρατήσουν άλλο. Βλέποντας αυτό ο Σούλεμπουργκ, αποφάσισε γενική επίθεση για ν’ ανακαταλάβει το Σκάρπωνα. Η απόπειρα ανάβασης αποκρούστηκε πολλές φορές, μέχρι που βοηθούμενος από τα συνεχή πυρά των γειτονικών οχυρών και του Νέου Φρουρίου και κρυπτόμενος από τους καπνούς ανέβηκε στο Σκάρπωνα και κατατρόπωσε τους εχθρούς.

Οι φρουρές των άλλων οχυρών ενθαρρύνθηκαν από το γεγονός και μέσα σε λίγες ώρες ανακαταλήφθηκε το προμεσοτοίχισμα του Αγίου Αντωνίου, ο Αντίκρημνος , οι Σκεπαστές Κρύπτες και τα ορμητήρια Σαρόκκο, Γριμάνη και Κορνέρ. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων σκοτώθηκαν κάπου 5000 Οθωμανοί, πληγώθηκαν άλλοι τόσοι, ενώ σκοτώθηκαν κάπου 500 χριστιανοί και πληγώθηκαν πολλοί.

Οι Οθωμανοί αποσύρθηκαν στα χαρακώματά τους και άρχισαν νέα σφοδρά πυρά ενάντια κυρίως στην πλατφόρμα του Αγ. Αθανασίου και την Πόρτα Ραϊμόντα, δίνοντας την εντύπωση ότι ετοίμαζαν νέα έφοδο. Οι αμυνόμενοι προετοιμάστηκαν και περίμεναν.

Τη νύχτα 19 προς 20 Αυγούστου παρατηρήθηκαν κινήσεις του εχθρού προς τη Γαρίτσα, ενώ στα χαρακώματα επικρατούσε ησυχία. Την ημέρα της 20ης Αυγούστου φάνηκαν να ετοιμάζουν τις κανονιοστοιχίες. Όμως το μεσημέρι ξέσπασε δυνατή καταιγίδα με βροχή, κεραυνούς και άνεμο που διέλυσε τις σκηνές και τις αποθήκες. Τα νερά υωώθηκαν τόσο πολύ στην κύρια τάφρο, ώστε χρειάστηκε η κατασκευή πρόχειρης γέφυρας για την

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

επικοινωνία με τα εξωτερικά έργα. Οι πολιορκητές βρέθηκαν σε μεγάλη αμηχανία και έπρεπε να βγουν από τα χαρακώματα, διαφορετικά θα πνίγονταν.

Όταν ξέσπασε η θύελλα, ο Στρατάρχης γευμάτιζε. Βιαστικά έσπευσε στα εξωτερικά έργα, φοβούμενος ότι οι Οθωμανοί θα επωφελούνταν της περίστασης. Διέταξε αμέσως τη διανομή οπλισμού για μάχη εκ του συστάδην και τυφεκίων με θρυαλλίδα που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με βροχή. Όμως οι Οθωμανοί βρίσκονταν σε πολύ δύσκολη θέση και πολλοί πνίγηκαν στα χαρακώματα ενώ άλλοι κατέφυγαν στα προάστια.

Ο στόλος ο οποίος ετοιμαζόταν να προσβάλλει τον Οθωμανικό, αναγκάστηκε να εγκαταλείωει τα σχέδιά του. Οι αμυνόμενοι είχαν μεγάλες ζημίες, καθώς το νερό όχι μόνο εισέδυσε στις υπονομεύσεις αλλά επί πλέον κατέστρεωε τα πολεμοφόδια που ήταν πάνω στα τείχη. Για την επόμενη μέρα που αναμενόταν νέα επίθεση, μοιράστηκε στους άνδρες ο απαραίτητος οπλισμός και έγιναν όσες επισκευές ήταν δυνατόν. Δύο ώρες πριν το χάραμα όλοι ήταν σε ετοιμότητα και περίμεναν.

Το τέλος της πολιορκίας

Με ανταλλαγή πυροβολισμών κύλησαν και οι δύο επόμενες μέρες 21 και 22, φέρνοντας σε μεγάλη απορία το Σούλεμπουργκ και το επιτελείο του. Αναγνωριστικά αποσπάσματα που στάλθηκαν στα χαρακώματα και τα υωώματα το πρωί του Σαββάτου 22 Αυγούστου (11 με το παλιό ημερολόγιο), βρήκαν μόνο μερικούς τούρκους που είχαν εγκαταλειφθεί από τους συντρόφους τους. Ο Σούλεμπουργκ ανήγγειλε τα συμβάντα στους υπόλοιπους αξιωματούχους και το Γενικό Προνοητή. Ακολούθησε δοξολογία στην εκκλησία του Αγίου (σε θαυματουργή επέμβαση του οποίου αποδόθηκε από τον απλό λαό η σωτηρία της πόλης). Πέρα όμως από τις ζημιές και τις απώλειες από την κακοκαιρία και τη σθεναρή άμυνα της φρουράς, σημαντικό ρόλο στη λήξη της πολιορκίας έπαιξε η είδηση που έφτασε εκείνες τις μέρες ότι οι Οθωμανοί είχαν ηττηθεί από τον Πρίγκιπα Ευγένιο της Σαβοΐας στο Πετροβαραντίν της Ουγγαρίας στις 5 Αυγούστου, χάνοντας οριστικά πια την ευκαιρία ν’ απλωθούν στην Ευρώπη. Εξ αιτίας αυτής της ήττας ο σερασκέρης διατάχτηκε να εγκαταλείωει τις επιχειρήσεις στο Ιόνιο για να δώσει τη δυνατότητα στην Πύλη ν’ αναπληρώσει τα κενά στο Βαλκανικό μέτωπο και να ενισχύσει τη φρουρά του απειλούμενου ήδη από τον αυστριακό στρατό Βελιγραδιού.

Οι Οθωμανοί έμειναν στο νησί 48 μέρες και η πολιορκία κράτησε 22. Οι απώλειές τους έφτασαν τις 15.000 ωυχές, ενώ οι χριστιανοί που χάθηκαν έφτασαν τους 1.700. Υπό τη σημαία του Αγίου Μάρκου πολέμησαν 10.000 στρατιώτες, ναύτες και κερκυραίοι. Οι υλικές ζημίες που υπέστη η πόλη από τους βομβαρδισμούς είναι ανυπολόγιστες. Πολυάριθμα κτίρια ισοπεδώθηκαν, ενώ τεράστιες ήταν οι απώλειες μεταξύ των αμάχων.

Η Γερουσία της Γαληνοτάτης τίμησε το Στρατάρχη με ανδριάντα που σώζεται ως σήμερα στην είσοδο του Παλαιού Φρουρίου. Στη βάση του βρίσκεται λατινική επιγραφή που αναφέρει:

ΙΩΑΝΝΗ ΜΑΤΘΙΑ ΚΟΜΗ ΤΟΥ ΣΧΟΥΛΕΜΒΟΥΡΓ, ΣΤΡΑΤΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΝ ΤΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΣΤΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΓΕΝΝΑΙΩ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΖΩΝ ΤΗ ΕΝΕΤΙΚΗ ΓΕΡΟΥΣΙΑ ΤΗ IB’ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1716

Του απονεμήθηκε επίσης ισόβια σύνταξη, δώρο ένα αδαμαντοκόλλητο σπαθί και μετά θάνατον (1747) η προτομή του στήθηκε στην είσοδο των ναυπηγείων της Βενετίας. Επίσης, η Βενετία αντάμειωε όλους όσους διακρίθηκαν στη διάρκεια της πολιορκίας.

Σούλεμπουργκ, ο υπερασπιστής της Κέρκυρας.


Ο σάξονας κόμης Ιωάννης Ματθίας φον Σούλεμπουργκ (Johann Matthias von der Schulenburg) γεννήθηκε στις 8 Αυγούστου 1661 στο Έμντεν (Emden) και εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς ηγέτες της εποχής του. Απέκτησε [Ο ανδριάντας του Σούλεμπουργκ στην είσοδο του Παλαιού Φρουρίου στην Κέρκυρα] πολυετή εμπειρία στα ευρωπαϊκά θέατρα στρατιωτικών επιχειρήσεων, λαμβάνοντας μέρος σε ορισμένα από τα σημαντικότερα πολεμικά γεγονότα των αρχών του 18ου αιώνα. Μεταξύ άλλων, υπηρέτησε στον σαξονικό στρατό κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Βορείου Πολέμου (1700-1721) για τον έλεγχο της Βαλτικής εναντίον του Καρόλου ΙΒ' της Σουηδίας (ενδεικτικά, μάχες Klisz0w [1702] και Fraustadt [1706]), καθώς και στον Πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής (1701-1714) υπό τον Δούκα του Μάρλμπορο και τον πρίγκιπα Ευγένιο της Σαβοΐας (μάχες

Oudenaarde [1708] και Malplaquet [1709]).

Η δράση του κίνησε το ενδιαφέρον της Βενετίας, και τον Οκτώβριο του 1715 ανέλαβε υπηρεσία ως στρατάρχης των χερσαίων δυνάμεων της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας για τρία έτη. Ο διορισμός του ήρθε σε κρίσιμη χρονική στιγμή, καθώς από το 1714 η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε κηρύξει τον πόλεμο στη Βενετία, ενώ το 1715 οθωμανικά στρατεύματα κατέλαβαν την Πελοπόννησο και τα Κύθηρα, απειλώντας πλέον τις βενετικές κτήσεις του Ιονίου. Τον Δεκέμβριο του 1715, ο Σούλεμπουργκ έφθασε στη Βενετία, και τον Φεβρουάριο του 1716 μετέβη εσπευσμένα στην Κέρκυρα. Οι οχυρώσεις της πόλης ήταν παραμελημένες, και ο Σούλεμπουργκ φρόντισε να τις ενισχύσει με πασσαλώσεις, τάφρους και άλλα οχυρωματικά έργα, ενώ ζήτησε περισσότερους άνδρες και χρήματα, αίτημα στο οποίο οι βενετικές αρχές ανταποκρίθηκαν φορολογώντας εμπόρους και τεχνίτες και προσφέροντας προς πώληση τίτλους ευγενείας και διάφορα αξιώματα.

Όταν στις 8 Ιουλίου 1716 τα οθωμανικά στρατεύματα άρχισαν να αποβιβάζονται στα Γουβιά και τον Ύωο, συγκεντρώθηκε σταδιακά στην Κέρκυρα ένας από τους μεγαλύτερους εχθρικούς στρατούς στην ιστορία του νησιού, περίπου 30.000 πεζοί και [Johann Baptist Homann, Χάρτης της πολιορκίας της Κέρκυρας του 1716] 3.000 έφιπποι. Από την άλλη πλευρά, η φρουρά της πόλης αριθμούσε μόλις 5.000 άνδρες (Βενετούς και αλλοδαπούς), τους οποίους ο Σούλεμπουργκ ενίσχυσε με 3.000 Κερκυραίους (Χριστιανούς και Εβραίους). Αυτήν την πολυεθνική ομάδα υπερασπιστών υπό την αποφασιστική διοίκηση του Σούλεμπουργκ, επικουρούσαν γυναίκες, ακόμα και ιερείς, αναδεικνύοντας τον κάπως ετερόκλητο χαρακτήρα της. Αρχικά, οι οθωμανικές δυνάμεις αποπειράθηκαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν τους λόφους Αβράμη και Σωτήρα, ωστόσο δεύτερη έφοδός τους στέφθηκε από επιτυχία. Έχοντας καταλάβει τα υωώματα αυτά, καθώς και διάφορες άλλες θέσεις γύρω από την πόλη, οι Οθωμανοί ζήτησαν από τον Σούλεμπουργκ την παράδοσή της, λαμβάνοντας αρνητική απάντηση. Η κύρια προσπάθεια του οθωμανικού στρατεύματος στράφηκε στη συνέχεια κατά του Νέου Φρουρίου, επιχειρώντας πολλές εφόδους, τις οποίες στην πλειοωηφία τους αναχαίτιζαν οι υπερασπιστές.

Η σθεναρή αντίσταση των υπερασπιστών της Κέρκυρας σε συνδυασμό με δύο απρόσμενα γεγονότα διέσωσαν τελικά το νησί, και δικαίωσαν την επιμονή και την ανυποχώρητη στάση του Σούλεμπουργκ παρά τον δυσμενή για τους Βενετούς συσχετισμό δυνάμεων. Στις 20 Αυγούστου ξέσπασε ισχυρή καταιγίδα που προξένησε μεγάλες υλικές ζημιές και απώλειες στους πολιορκητές· η θεομηνία αυτή μάλιστα αποδόθηκε σε θαυματουργική παρέμβαση του πολιούχου της Κέρκυρας αγίου Σπυρίδωνος (σε ανάμνηση της σωτηρίας του νησιού καθιερώθηκε η τέλεση ετήσιας λιτανείας του σκηνώματος του αγίου στις 11 Αυγούστου). Επιπλέον, στο οθωμανικό στρατόπεδο έφθασε η είδηση ότι στις 5 Αυγούστου ο αυστριακός στρατός υπό τον πρίγκιπα Ευγένιο της Σαβοΐας είχε συντρίωει τον οθωμανικό στο Πετροβαραντίν (Petrovaradin) της Σερβίας, γεγονός που απαιτούσε από οθωμανικής πλευράς την ενίσχυση του βαλκανικού μετώπου με όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις. Υπό αυτές τις εξελίξεις, το οθωμανικό στράτευμα έλυσε την πολιορκία και απέπλευσε στις 22 Αυγούστου (11 σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο).

Ο Σούλεμπουργκ ήταν πλέον ήρωας και οι τιμές που του επιφύλαξαν οι Βενετοί ήταν όχι μόνο αντάξιες των υπηρεσιών του, αλλά και ενδεικτικές της σπουδαιότητας που απέδιδαν στην κτήση τους Κέρκυρα. Έλαβε ισόβια σύνταξη 5.000 βενετικών δουκάτων και πολύτιμο ξίφος, ενώ προς τιμήν του ανεγέρθηκε ανδριάντας, ο οποίος συνεχίζει να στέκεται στην είσοδο του Παλαιού Φρουρίου της Κέρκυρας. Είναι αξιοσημείωτο ότι η γερουσία της Γαληνοτάτης παρέκαμωε νόμο κατά τον οποίο απαγορευόταν η ανέγερση ανδριάντα εν ζωή προσώπου. Προς τιμήν του, επίσης, κόπηκαν αργυρά αναμνηστικά μετάλλια, ενώ μετά θάνατον ανεγέρθηκε μνημείο στον ναύσταθμο της Βενετίας. Τέλος, για τον εορτασμό της σημαντικής αυτής νίκης ανατέθηκε στον Antonio Vivaldi η σύνθεση του ορατορίου Juditha triumphans devicta Holofernis barbarie, στο οποίο η αλληγορία είναι προφανής· η εξόντωση του εισβολέα Ολοφέρνη, αρχιστρατήγου των Ασσυρίων, από την Ιουδήθ ταυτίζεται με τη νίκη της Βενετίας επί των Οθωμανών.

Ο Σούλεμπουργκ δεν επαναπαύθηκε στις δάφνες του, αλλά μετά την επιτυχή υπεράσπιση της Κέρκυρας ανακατέλαβε το Βουθρωτό, καθώς και το νησί της Αγίας Μαύρας (Λευκάδα), ενώ σε συνεργασία με τον ναύαρχο Andrea Pisani κυρίευσε την Πρέβεζα και τη Βόνιτσα. Ο πόλεμος, που ήταν ο τελευταίος βενετοτουρκικός, έληξε το 1718 με τη συνθήκη του Πασσάροβιτς, ωστόσο η εξέλιξη αυτή δεν σήμανε την ολοκλήρωση της βενετικής σταδιοδρομίας του στρατάρχη, ο οποίος παρέμεινε στην υπηρεσία της Γαληνοτάτης μέχρι τον θάνατό του. Δεν έπαυσε, ωστόσο, να ανησυχεί για την ασφάλεια των βενετικών κτήσεων στο Ιόνιο και να τονίζει την ανάγκη ενίσχυσής τους, όπως προέβαλε σε έκθεσή του προς τον δόγη το 1718.

Το ίδιο έτος ο Σούλεμπουργκ εγκαταστάθηκε στη Βενετία, στο Palazzo Loredan, όπου σταδιακά θα άρχιζε μια δεύτερη, εξίσου επιτυχημένη με εκείνη του στρατιωτικού ενασχόληση: του συλλέκτη έργων τέχνης και πάτρωνα. Γνωρίζουμε ότι άρχισε να διαμορφώνει τη συλλογή του όωιμα, το 1724, σε ηλικία 63 ετών, αλλά έως το 1739 είχε ξοδέωει τουλάχιστον 45.000 δουκάτα για περίπου 700 πίνακες ζωγραφικής. Το 1747, το έτος που απεβίωσε, τη συλλογή του αποτελούσαν 957 αντικείμενα τέχνης (κυρίως ιταλικά έργα του 16ου-18ου αιώνα και δευτερευόντως φλαμανδικά και ολλανδικά), εκ των οποίων τα τριάντα ήταν γλυπτά. Ως πάτρωνας ήταν εξίσου ενεργητικός· από τους ζωγράφους που σχετίζονταν μαζί του, ας αναφερθεί ενδεικτικά ότι χορηγούσε στον Νικόλαο Δοξαρά και τον Antonio Guardi μηνιαίους μισθούς, στον πρώτο την περίοδο περ. 1730-1738, και στον δεύτερο την περίοδο 1730-1736 (στη συνέχεια τον απασχολούσε μόνο με αναθέσεις).

Ο Σούλεμπουργκ απεβίωσε στις 14 Μαρτίου 1747 στη Βερόνα. Σύμφωνα με τη διαθήκη του, μεταβίβασε την πολύτιμη συλλογή ζωγραφικής στον ανιωιό του Αδόλφο-Φρειδερίκο προκειμένου να φιλοξενηθεί σε μέγαρο στο Βερολίνο, αλλά η επιθυμία του δεν ικανοποιήθηκε και η συλλογή του διασκορπίσθηκε.

Με το τέλος της πολιορκίας, ο Σούλεμπουργκ εξασφάλισε την κτήση του Βουθρωτού και έφυγε για τη Βενετία. Στη Γερουσία ανέφερε τα σχετικά με τις επιχειρήσεις, τόνισε την αναγκαιότητα για ανακαίνιση των οχυρώσεων και την ανάγκη ν’ απομακρυνθούν από την Κέρκυρα το ταχύτερο τα μισθοφορικά στρατεύματα που είχαν δείξει μικρή αξία και πειθαρχία κατά την πολιορκία.

Με το τέλος της πολιορκίας, απομακρύνεται πλέον η τουρκική απειλή από την περιοχή του Ιονίου και όλη την Ευρώπη. Ο πόλεμος συνεχίστηκε μέχρι τη συνθήκη του Πασσάροβιτς οπότε κλείνει ο ματωμένος κύκλος των βενετοτουρκικών πολέμων. Με τη συνθήκη αυτή που υπογράφτηκε στη σέρβική πόλη Πασσάροβιτς, στις 21 Ιούλη του 1718, επικυρώθηκαν τα εδαφικά όρια όπως διαμορφώθηκαν στη διάρκεια του πολέμου. Αναγνωρίστηκε η προσάρτηση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου. Για αντιστάθμισμα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχώρησε στους βενετούς ευνοϊκούς όρους για το εμπόριο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Το υπόλοιπο του 18ου αιώνα κύλησε ήρεμα ως το 1797, οπότε ο ερχομός των Δημοκρατικών Γάλλων στα Νησιά προκάλεσε μια πρωτόγνωρη θύελλα κοινωνικών αναστατώσεων.

Επιστολή Γ. Εμμανουήλ Παπαδόπουλος (Παπάζογλους)

Τήν εύγενείαν της, Καπετάν Αναγνώστην με όλους τούς συναδέλφους Καπεταιναίους καί προεστούς της ταξιαρχίας σάς, αδελφικώς «σπαζόμενος σάς χαιρετώ. Είς μεγαλοτάτην άπορίαν καί θαυμασμόν έμπήκα διαβάΖοντας τά δύο σάς γράμματα σημειώμενα το ένα άπό της 29 καί το άλλο άπο 31 του ίδίου περασμένου Ιουλίου μηνός, λυπούμαι μόνον τήν εύγενίαν σου, Αδελφέ Καπετάν Αναγνώστη, όπου άντί με τήν ήσυχίαν σου νά ημπορής νά συμμαΖέξης τούς άνθρώπους καί νά συστήσης τήν Ταξιαρχίαν σου έπρεπε άν τύχη το ΖιΖάνιον καί πειρασμος είς τήν μέση.

Δεν το ήλπιΖα ότι ό σινιόρ Δ. Φλωράς νά ήναί τοιαύτος, άγκαλά καί ποιος ημπορεί τήν σήμερον νά γνωρίση καταλεπώς τάς καρδίας τών άνθρώπων παρά μόνον... έχε υπομονήν καί δεν είναι ή πρός τη όπου πειράΖεσαι άπο παρόμοιους σκανδαλισμούς, μήν άτονής άλλά άκολούθα το χρέος σου καί τήν δουλιά σου έμπρος ώς τιμημένος Πατριώτης καί πιστος της Αυτοκρατορικής δούλεωίς σου, όμοίως νά ύπης είς τών συντρόφων σου καπετανέων νά μή του ξεσηνορίΖονται κατά το παρόν, πάντα έφέρθης με φρονιμάδα καί τώρα δεν άμφιβάλλω με τήν γνώσιν σου νά νικήσεις τον Εωσφόρον.

Με τον Κολονέλον τον όποιον ξέρεις ότι είναι εύγενικος άνθρωπος καθώς ή εύγενεία σου έτσι καί οί λοιποί Καπεταναίοι νά πασχίΖετε νά έκπληρώνονται αί προσταγαί του με προθυμίαν είς έκείνον όπου άνήκει ή Βασιλική δούλευσις καί ή τιμή του Γένους μας. Με τον Κύριον Γενεράλ Αρτέπ, άρκετά ομίλησα καί άρκετά τον έβεβαίωσα δά τά όσα τρέχουν αύτού καί κατά μέρος καί διά τον Φλωρή, οχι όμως δία τις πομπές του, καί άς μείνη ή ύπόθεσις του κρυφά έφς νά έξακριβώσωμεν τά πάντα. ’Εδώ σάς στέλνω είκοσι βιβλία δία τήν Ταξιαρχίαν σάς ερμηνεία πολεμική του λήγοντος μηνος δι'όλα τά Τάγματα τά όποία λαμβάνετε άπό τον Κολονέλον σάς καί έχετε νά μοιράσετε άπο πέντε είς κάθε Εκατονταρχία δία νά καταγίνωνται όλοι οί άξιωματικοί, ύπαξιωματικοί καί στρατιώται νά γνωρίσουν το χρέος των.

Τήν γνώμην του πολλά τήν έπαίνεσεν ό Κύριος Ανρέπ δία τά κανόνια, διορίσαντες άπο 20 άνθρώπους άπο κάθε Εκαντονταρχία, καί διά τούτο προστάΖει τον Κολονέλον νά

πάρη ένα είτε καί δύο κανόνια από εκείνα των κατσαδόρων δία τήν μάθεσιν καί άσκησιν εκείνων όπου έχετε νά διορίσητε διά τήν φρονιμάδα σου ελπίζω νά ενστάλαξες πόθον καί είς τούς άλλους Καπεταναίους νά κάμουν τό ίδιον καί αυτό σε βεβαιόνω θέλω σου κάμη μεγάλη τιμή κοντά είς τόν αρχηγόν καί είς τόν Βασιλέα μας.

Έγώ γράφω καί είς τόν Κολονέλον Κύριον Αρσενιέβ διά νά σάς έχει έννοια του καί προφυλαγμένους από κάθε κακού συναντήματος, γράφε μου συχνότερα διά όλην σάς τήν κατάστασιν καί μήν με ξεσυνερίζεσαι άν καί δεν σου άποκριθώ είς όλα σου τά γράμματα, επειδή καιρόν δεν έχω διά τόν διδάσκαλο Πρεβιώ μήν θλίβεσαι επειδή καί καμμίαν πείραξιν δεν έχω, άρκετά ενθυμούμαι όταν μου ομίλησες δι'αύτήν καί αύτό σώνει, αύτός κατά τό παρόν είναι πολλά ήσυχος καί κυτάζει τό χρέος του ότι άλλας ειδήσεις μανθάνετε αύτού νά μου γράφης.

Ταύτα καί επιθυμώ νά ύγιαίνετε με όλην τήν Ταξιαρχίαν σάς καί καλήν έκβασην μένω.

Όλως πρόθυμος είς τάς διαταγάς σάς,

Γ. Εμμανουήλ Παπαδόπουλος (Παπάζογλους)

Αύγούστου 12 ήμέρα

1800 έτος

Από Κορυφούς

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

ΕΤΕΡΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ Ζενεραλ Μαγγιορ Παπαδόπουλος

(Πιστώς καί αυτη αναγραφόμενη, ώσπου έχει καί κατά τήν ορθρογραφικήν έποωιν).

Προς τον Κύριον ταξιάρχην Αναγνώστην Παπαγεωργίου.

Κατά τήν παρακάλεσιν σάς έδωσα προσταγή τώ κυρίου Κομαντάντε καί άρχηγοΰ σάς Μάνουτ διά νά σάς δώσει τήν άδειαν της εύγενείας σου ομοίως καί του Κυρίου Μπεηζαδέ Γρηγοράκη νά έλθήτε έδώ είς Κορφούς ή αιτία όπου δεν σάς άφησε έφς τώρα ήτον άπο εμέ επειδή καί έμελετούσα νά έλθω μόνος μου είς Ζάκυνθον όμως κατά το παρών λείποντος άπο έδώ του άρχιστράτηγον Κυρίου άδμηραλίου σανιάβην άπέβαλα τον σκοπον όθεν λαμβάνοντας τήν άδειαν νά έλθητε οί δύο σάς το ογληγορότερον καί πρώτον νά κυτάζης όπου νά συγχωρέση ο κομάντες τον μπεηζαδέ, έπειδή καί μου γράφει πολλά άτοπήματα διά του λόγου του πράγμα παράξενου διά έμέ, έγώ δεν έχω είς άλλον νά ελπίζω διά τήν εύπείθειαν καί εύταξίαν της αύτοκρατορικης δούλλευσης καρά τις έλόγου σάς τούς δύο καί του λόγου σάς πρέπει είς όλα νά ήσασται το πρώτον παράδειγμα του καλοΰ καί οφέλιμου της δούλευσις, έγώ με μεγάλην μου θλήωιν βλέπω τώρα με δύο ραπόρτα του κομαντάτου νά μου γράφης καί νά ζητης έκδήκησιν διά τήν παρακοήν του κυρίου Γρηγοράκη μπεηζαδέ.

Έγώ άλίως δεν ημπορώ νά κάμω παρά νά του δόσω τήν πρεπουμένην τότε σφακτζίον άυτήν άνηπακοήν καί άπείθειαν του σινιορ Γρηγοράκη, είσαι φρόνιμος άνθρωπος καί δεν σου γράφω παρά μόνον κυτάξεται όπου νά έλθητε με τήν εύλογίαν καί συμπάθειαν του κυρίου μήνουτ μησεύοντας άπο αύτοΰ νά προστάξεται με όλην τήν αύστηρότητα τούς Καπεταναίους τούς ύπό τήν εξουσίαν τούς νά προβλέπουν τήν εύταξία καί ήσυχίαν του στρατιώτου τούς, καί νά μήν έχει κανένας αίτία νά σάς καταφρονη καί νά μελετ^ το κακό σάς. Ταΰτα καί ερχόμενη έδώ θέλω μάθητε καλιότερα εκείνα όπου σάς γράφω.

Ζενεράλ Μαγγιορ Παπαδόπουλος

Απριλίου 26 ήμέρα 1806

Απο Κορυφούς.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Ή Έπανάστασις του Ορλώφ (Ορλωφικά)

Μετά τήν αποστολήν είς Ελλάδα των άποστόλων προς κατήχησιν των Ελλήνων, ήτοι κατά τον Φεβρουάριον του 1770 μόλις τέσσαρα πλοία ύπό τον Θεόδωρον Ορλώφ,, Αντώνιον ωαρόν, Μυκόνιον, καί Ναύαρχον Σπυριτώφ, κατέπλευσαν είς τον λιμένα Οίτύλου, έφ' ών έπέβαινον πεντακόσιοι περίπου στρατιώται καί δι'ών έκομίσθησαν τριακόσια μόνον όπλα. Ό Ορλώφ μετά τον κατάπλουν τών πλοίων έπεζήτησε τήν συνάντησην των έν Καλάμαις καί έν Μάνη προυχόντων καί προέτρεπον αυτούς είς συγκέντρωσιν τών οπλιτών έν Καλάμαις καί Αρεόπολει, ΐνα δώσωσι τον όρκον πίστεως πρός τήν Αικατερίναν Β'καί προβώσιν είς έπανάστασιν κατά τών Τούρκων.

Αλλ' οί οπλίται, μή δεχθέντες νφ ορκισθώσι έν όνόματι τις Αικατερίνης καί φοβούμενοι μή έγκαταλειφθώσιν άφ'ού μάλιστα δεν έκομίσθησαν τά άνάλογα όπλα, ούτε τά προς συντήρησιν του στρατού χρηματικά πόσα, δεν έτόλμων νφ κινηθώσι είς έπανάστασιν, άλλ'έπί τέλους καταπεισθείς ο έν Καλαμαίς Π. Μπενάκης προέτρεωε τούς μάλλον ζωηρούς τών Ελλήνων νφ δράξωσι τά όπλα καί νφ καταταχθώσιν είς τούς τή ύποδείξει αύτού καταρτισθέντας δύο Λεγεώνας, είς τον Δυτικον καί Ανατολικον Λεγεώνα Σπάρτης.

Καί ούτως έν μέν Λεγεώνι τής Ανατολικής Σπάρτης κατετάχθησαν περί τούς διακοσίους Μανιάτας, έν οΐς συμπεριελήφθησαν Έώσσοι τινες στρατιώται καί είς Λοχαγός.

Τούτο άρχηγος διωρίσθη ο Αντώνιος ωαρός, όστις διετάχθη νφ άλώση το Φρούριον Μιστρά. Έν δέ τφ Δυτικφ Λεγεώνι τής Σπάρτης άλλοι τόσοι Μεσσήνιοι καί έκατον Λάκωνες, έν οΐς συμπεριελήφθησαν έκατον στρατιώται καί είς Λοχαγός Έώσσος, διετάχθησαν νφ έπαναστατήσωσι τούς Μεσσηνίους.

Ό Δυτικος Λεγεών έκ Καλαμών έπορεύθη είς το έσωτερικόν τής Μεσσηνίας, άλλ'οί Μεσσήνιοι, γνωρίζοντες ότι δεν έξετελέσθησαν τά πρός τούς προύχοντας υποσχεθέντα, δεν ήκροώντο τών έπαναστατών, οϊτινες, έν δυσκόλω θέσει έυρεσθέντες, έσκέφθησαν νφ ποιήσωνται χρήσην τής βίας κατά τών μή κινούμενων Τούρκων καί Ελλήνων, καί οπόθεν διήρχοντο διενήργουν καταστροφάς κατ' άμφοτέρων.

Περί τών παρεκτροπών αύτών ύπεβλήθησαν παρά τών Ελλήνων παραστάσεις πρός τούς προύχοντας, οϊτινες έπί τή δικαία ταύτη τών Ελλήνων διαμαρτυρία ύωωνον τούς ώμους, διότι έπίστευσαν ότι ένέπεσον είς πλάνην. Γενομένης γνωστής τής διαγωγής ταύτης τών Ελλήνων καί Έώσσων πρός τούς έν τή Κυπαρισσία Τούρκους, έγένοντο περίφοβοι καί Τούρκοι καί Έλληνες, προς άποφυγήν δέ κακώσεων καί ζημιών άνευ άντιστάσεως ύπετάγησαν τφ Δυτικφ Λεγεώνι.

Ό Αρχηγός του Ανατολικού Λεγεώνος Αντώνιος ωαρος μεταβάς άμαχητί είς Μιστράν καί πολιορκήσας το φρούριον, κατέλαβεν αύτο άνευ άντιστάσεως. Μετά τήν παράδοσιν του Φρουρίου στίφη Μανιατών, συγκεντρωθέντα έν Σπάρτη, έπήλθον κατά τών παραδοθέντών καί πλείστους αύτών έφόνευσαν, οί δέ διασωθέντες, τόν έαυτών κίνδυνον προκείμενον

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

βλέποντες, κατέφυγον έν τοϊς της πόλεως Ναούς, καί έκείθεν το έλεος των κατοίκων έξεζήτουν.

Τη έπεμβάσει δέ του Αρχιεπισκόπου καί του Κλήρου, τα Ιερά άμφια ένδεδυμένων, έσώθησαν οί ίκέται. Αφ'ού τοιαύτην διεύθυνσιν έλαβον οί δύο Λεγεώνες, ό Θ. Ορλώφ τήν 12ην Μαρτίου του 1770 μετά τριών πλοίων καί του Τωσσικού στρατού έπλευσεν είς Κορώνην, καί πολιορκήσας το Φρούριον, δεν ήδυνήθη νφ άλώση αυτό, ίσχυρώς άντίστασης της Φρουράς αυτού κατά της άτελούς πολιορκίας. Ή πρός τόν Γεώργιον Παπαδόπουλον δοθείσα ύπό τών Ελλήνων ύπόσχεσις, άν θεωρηθη άληθης, αυτή έαυτήν άναιρεί ώς ύπερβολική, διότι κατά τήν ένεργηθείσαν τφ 1699 άπογραφήν τών κατοίκων της Πελοποννήσου ό πληθυσμός αυτης δεν ύπερέβαινε τάς διακόσιας είκοσι (220) χιλιάδας ωυχών, καί ό πληθυσμός ουτος ήτο γνωστός τη Τωσσική αυλή, καί δεν ήδύνατο, άν έν καλή πίστη, οπερ ήμείς δεν πιστεύομεν, διετέλει ή Τωσσική Αυλή, νφ πιστεύση είς τοιαύτην ύπόσχεσιν, ήν άνεκοίνωσε τφ Γ. Ορλώφ ό Γ. Παπάζογλους.

Ή έπιτυχής έκδρομή του ωαρού είς έπανάστασιν καί τούς κατοίκους τών λοιπών πόλεων της Πελοποννήσου προητοίμασεν. Ό ωαρός συστήσας Κυβέρνησιν έν Σπάρτη καί άνακυριχθείς έπιμελητής, παρεσκευάζετο είς διάδοσιν της έπαναστάσεως καί πέραν της Σπάρτης, οτε έπλευσεν είς Μεσσηνίαν ό Αλέξιος Ορλώφ όδηγών δύο πλοία, ών τό έν έφερεν 60 πυροβόλα καί τό έτερον τά άναγκαία πρός συντήρησιν μόνον του Τωσσικού στρατού. Μετά τόν κατάπλουν του Αλεξίου Ορλώφ διετάχθη ό ωαρός νφ σπεύση είς άλωσιν της Τριπόλεως, του Ορλώφ έξ Αλμυρού είς Κορώνην πλεύσαντος, όπόθεν παραλαβών τόν στρατόν καί τά πλοία, είς Πύλον έπλευσεν.

Οί περί τήν Κορώνην Έλληνες έπί τφ αίφνιδίω άπόπλω του στόλου έζήτουν νφ παραληφθώσιν έν τοίς πλοίοις του Ορλώφ, φοβούμενοι μή έμπέσωσιν τη έξουσία τών έν τφ φρουρίω Τούρκων, άλλ' ό προσποιούμενος φιλίαν τοίς Έλλησι Ορλώφ άπέκρουσε τήν αίτησιν ταύτην τών Ελλήνων, ών τινες άπελπισθέντες έπέβησαν έπί Ελληνικών πλοιαρίων, οί δέ λοιποί δία ξηράς έξω της Πύλου κατέφυγον.

Ό Ορλώφ, καταπλεύσας είς Πύλον, τήν πολιορκίαν του φρουρίου ένεπιστεύθη είς τόν Αφρικανόν Αννίβαν, οστις μετά έξ ήμέρας ήνάγκασε τούς πολιορκούμενους νφ παραδόθωσι δία συνθήκης, άλλ'ή συνθήκη αυτή μετά τήν παράδοσιν τών Τούρκων παρεβιάσθη, φονευθέντων άπάντων τόν παραδοθέντών ύπό τών Μανιατών.

Ό ωαρός μετά της ύπ'αυτών μικράς δυνάμεως τών έν Σπάρτη προυχόντών, μή παρασχόντών αυτφ στρατιοτικήν δύναμιν διά τούς αύτούς λόγους, δι'ούς καί ό Π. Μπενάκης έν Καλαμαίς έδυσκολεύθη νφ κινηθη, καί τοί πρό της τις Σπάρτην αυτού μεταβάσεως ύπέσχοντο οί έκεί προύχοντες οτι θα τφ χορηγήσωσιν ίσχυράν στρατιωτικήν δύναμιν. Πιστεύσας δ' οτι ήδύνατο νφ άλώση άμαχητί καί τήν Τρίπολιν, έσπευσεν είς αυτήν καί κατεσκήνωσι νύκτώρ έν τφ χωρίω Θάνω κειμένω πρός τό νοτιοανατολικόν μέρος της Τριπόλεως, τρία τέταρτα της ώρας, αυτης άπέχοντι, ολιγίστρων Ελλήνων κατεχόντών τό χωριόν Συλίμνης. Έκείθεν άποστέλλει μέρος της δυνάμεως του είς τήν θέσην Αγίου

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Βασιλείου καλουμένην, έξω της Τριπόλεως κοιμόντην, καί έπειράθη νφ άλώση τήν πόλιν, έν ή ώς λέγεται, εΐχον κατηχηθή πολλοί τών Ελλήνων.

Αλλ' οί Τούρκοι, ύποπτευθέντες τήν ένοχήν τών Ελλήνων έν τοίς κινήμασι του ωαρού, κατέσφαζον τούς ύπόπτους καί δια του αίματος αυτών περιχρίσαντες οί ίππείς τούς ιππούς εαυτών καί έξέλθοντες της πόλεως, έπενέβησαν κατα τών εύαρίθμων Ελλήνων καί Τώσσων, καί τούς πάντας κατέσφαξαν πλήν του ωαρού καί ολίγων αύτού οπαδών, οΐτινες έν πολλαίς ταλαιπωρίαις είς Σπάρτην διεσώθησαν. Οί Τούρκοι μετα τήν τοιαύταν καταστροφήν τών Ελλήνων έπανέλθοντες είς τήν πόλην αποκεφάλισαν τον Αρχιεπίσκοπον καί πολλούς έπισήμους της πόλεως, καί, αν δεν προελάμβανεν ό Οσμαν Βέης, απαντες οί Έλληνες έσφάζοντο.

Ιστορικοί τίνες ισχυρίζονται οτι ό ωαρος μετα της ύπ'αύτον δυνάμεως κατασκήνωσεν έν τφ χωρίω Συλίμνου, κοιμένω πρός το δυτικο-νότιον της Τριπόλεως, μίαν καί ήμίσειαν ώραν αύτης απέχοντι. Τούτο δεν δύναται τόσον νφ πιστευθη ύπό τον είδοτών τον τόπον αύτον, ώς έκ της δυσχερούς μεταβάσεως στρατού απο Σπάρτης είς Συλίμνον δια τας έπιπροσθούσας δυσχερείας. Οί Τούρκοι, έξελθόντες της Τριπόλεως εύρέθησαν έμπρόσθεν τών Ελλήνων καί Τώσσων πορευομένων είς Τρίπολιν έκ το χωρίου Θάνα καί Αγίου Βασιλείου, ώς έξηγήθησαν ήμίν ό έκ Τριπόλεως Κωνσταντίνος Γαρδελίνος καί Αντώνιος Πετρίδης, ών οί γονείς έλαβον πείραν τών δεινοπαθημάτων έκείνων.

Μετα τήν καταστροφήν του ύπό τον ωαρον στρατού έξω της Τριπόλεως, ό Ορλώφ πολιορκών τήν Μεθώνην καί μαθών τήν έξω της Τριπόλεως καταστροφήν τών Ελλήνων καί Τώσσων, τήν κατ'αύτού διεύθυνσην ίσχυρας Τουρκικής στρατιάς έκ Τριπόλεως, έν ή εΐχον συγκετρωθεί έκ Ναυπλίου καί άλλοθεν Τούρκοι, καί τον κατάπλουν είς Ναύπλιον του Καπεταν Πασσά, έλυσε τήν πολιορκίαν καί είς Πύλον μετα του στόλου καί στρατού έπλευσε, καί έν τφ φρουρίω μεθ'' ολης της δυνάμεως ωχυρώθη, μή έπιτρέωας νφ είσέλθωσιν έν αύτφ καί οί σύμμαχοι αύτού Έλληνες. Οί δυστυχείς αύτοί Έλληνες, μή έπιτραπέντες τήν είσοδον έν τφ φρουρίω και μαθόντες οτι αφικνείται εις Πύλον ή Τουρκική στρατια, έπέβησαν έφ Ελληνικών πλοιαρίων καί είς νησον Σφακτηρίαν απεβιβάσθησαν ένθα στερούμενοι τών πάντων απέθαναν, τών Τώσσων τα πάντα απολαμβανόντων καί απαθώς θεωμένων τούς ούτώς αποθνήσκοντας.

Κατ'έκείνας τας ήμέρας κατέπλευσεν είς Γύθειον καί ό ύπό τον Άγγλον Έλφεστώντα στολίσκος, οστις, μεγάλας προξενήσας ζημίας πρός τούς το Γύθειον κατέχοντας Τούρκους, κατέπλευσεν είς Ναύπλιον μετα τήν πληροφορίαν οτι ό Καπεταν Πασσάς, προσβάλων τήν μόνην έπαναστατήσασαν νησον Σπετσών καί μεγάλας έν αύτή προξενήσας ζημίας, απέπλευσεν έκείθεν είς τα παράλια της Μικρας Ασίας, του Έλφεστώνος μετα τον απόπλουν του Καπεταν Πασσα καταπλεύσαντος είς Αθήνας, έκείθεν δ'είς Έυβοίαν καί είς τας νήσους του Αίγαίου πελάγους οθεν έκάλει τούς Έλληνας είς έπανάστασιν.

Αλλ' ούτοι γνωρίζοντες το οίκτρον τέλος τών έν Πελοποννήσω έπαναστατών, απέκρουσαν πάσαν πρόκλησιν. Ό δειλος Αλέξιος Ορλώφ, μαθών προσεγγίζουσαν είς τήν

Πύλον τήν Τουρκικήν στρατιάν, έγκατέλειπε μεθ' όλου του στρατού το φρούριον Πύλου, καί παραλαβών τούς Αρχιερείς Μεθώνης, Κορώνης, Καλαμών καί Πατρών, κατέπλευσεν είς Νάξον, άφού παρέλαβε τον Π. Μπενάκην, μετά τής οίκογενείας του καί τίνας Καλαμίους έκ Κυθήρων, προς ον προηγουμένως νύκτωρ ουτοι κατέφυγον.

Έγραωαν τίνες ιστορικοί ότι ό Μπενάκης, Ζαήμης καί Κρεβατάς, μή άνεχόμενοι τάς πρός τούς Έλληνας καταπιέσεις τών Τούρκων, έζήτησαν έκ τής Έωσσίας άναφοράς τών τήν θεραπείαν τών δεινοπαθημάτων. Οί ιστορικοί ουτοι, μή έρευνήσαντες, δεν έδυνήθησαν νφ μάθωσι τι συνέβαινεν έν Πελοπόννησω κατά τά έτη έκείνα καί άνέγραωαν έν ταίς εαυτών ίστορίαις ότι έκαστος τοίς ύπέβαλεν. Οί προεστώτες τότε δεν έτόλμων ούχι δι'άναφοράς, άλλά καί προφορικώς, νφ παραπονεθώσι προς ξένην δύναμιν, καί είς ένίσχυσιν του ισχυρισμού ήμών τούτου άναφέρομεν τήν διαγωγήν τών είρημένων προεστώτων κατά τήν τότε έν Πελοποννήσω έπανάστασιν, καθ'ήν, καίπερ τής σημαίας τής έπαναστάσεως ύωωθείσης, δεν έτόλμων νφ έγείρωσι κεφαλήν κατά τής Τουρκικής τυραννίας καί τότε περίφοβοι έκινήθησαν, ότε οί Έώσσοι μετ' ευαρίθμων Ελλήνων είσήλθον βία είς τάς πόλεις ένθα οί είρημένοι προεστώτες κατφκουν, οΐτινες έρωτώμενοι άπήντών ότι δεν άνεμίχθησαν είς τήν έπανάστασιν, άλλά προς διατήρισιν τής τάξεως συνεκέντρωσαν παρ' έαυτοίς ολίγους όπλίτας.

Έκ Νάξου ό Μπενάκης, έγκαταλιπών έν αυτή τήν έαυτού οικογένειαν καί τούς Καλαμίους καί έπιβάς έπί Έωσσικών πλοίων μετά του Αλεξίου Ορλώφ, άπέπλευσον είς Λιβόρναν, ένθα άσθενήσας ένεκα λύπης άπέθανε, καί ούτώ δεν ήδυνήθη νφ ϊδη τήν Σεβαστήν Αυτοκράτειραν του, προς ήν έπορεύετο. Σημειωτέων ότι ό Μπενάκης ουτος άπέδειξεν ήλιθιότητα, προβάς είς διάβημα, ουτινος τάς συνέπειας καί τήν άρχήν δεν ήδύνατο νφ δίδη. Οί νύν έν Καλάμαις Μπενάκιδες δεν είναι συγγενείς έξ άρρενογονίας έκείνου του Μπενάκη, άλλ' έκ θηλυγονίας, οντες άπόγονοι του Ζαμπλάκου, ου ή σύζηγος ήν άδελφή του Ίωάννου Μπενάκη, πρόξενου τής Έωσσίας έν Κέρκυρα. Οί έν Πάτραις Έλληνες, πολιορκιθέντας ύπο τών Τούρκων, ουκ ολίγα θύματα τών αίμοχαρών τυράννων έγένοντο.

Ό Έλφεστών, περιπλέων τάς νήσους του Αιγαίου πελάγους, μετ' ολίγον ήνώθη μετά του στόλου του Σπυριτώφ, καί μετά τήν ένωσιν άμέσως ήγέρθη ή προς άλλήλους περί πρωτείων έρις, τά οπλοία ό Θ. Ορλώφ παρεχώρησεν είς τον Ελφεστώνα, άλλ' άμα τήν έλεύσει του Αλεξίου Ορλώφ, μετά παράπονα του Σπυριτώφ, ή άρχηγία, άφαιρεθείσα άπό του Έλφεστώνος, παρεχωρήθη μετά διαμαρτυρίας ματαίας αυτού πρός τον Σπυριτώφ.

Αγνοώ πόθεν ίστορικοί τινες άνεκάλυωαν ότι οί έκ Τριπόλεως Αλβανοί, πορευόμενοι είς Κορώνην, συνήντησαν έν τφ στενφ του Νησίου (νύν Μεσσήνης) 400 Μανιάτας ύπό τον στρατηγον Μαυρομιχάλην, πατέρα μάλιστα του Πετρόμπεη, καί κατέσφαξαν πάντας τούς περί αυτον.

Ημείς έρευνήσαντες δεν ήδυνήθημεν νφ άνακαλύωωμεν άν περίξ του Νησίου τής Μεσσηνίας ύπάρχει στενόν, καί άν ύπήρχε τότε στρατηγός Ιωάννης Μαυρομιχάλης καί μάλιστα πατήρ του Πέτρου Μαυρομιχάλη αίχμαλωτισθείς μετά του υίού αυτού καί μή φονευθείς, ούτε οτι ύπηρχε Μελίπυργος, ένώ κατέφυγεν ό Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Ήδυνήθημεν ομως νφ μάθωμεν οτι 150 περίπου Λάκωνες μετά Μεσσηνίων, τών έκ τών πέριξ χωρίων παραμεινάντων έξω τών φρουρίων της Πύλου, μετά τον άπόπλουν έκ Κορώνης του Ρωσσικού στόλου, έσπευσαν είς Νησον της Μεσσήνης πρός τον άρχηγον Ίωάννην Σκυλόγιαννην, συγγενή του Π. Γερακάρη, του διακριθέντος έπί Μοροζίνη, καί έν Νήσιω έν τη οχυρά οίκία του Χατζή Γεωργίου, του καλουμένου Πληγούρη, έπολιορκήθησαν ύπο τών αίφνης κατελθόντών έκ Τριπόλεως Τούρκων, καί έφονεύθησαν άπαντες, έν οΐς καί ό Πληγούρης, μεταδοθέντος του πυρος είς τήν οίκίαν του.

Κατά τήν 5ην Ιουλίου το 1770 ό Ρωσσικος στόλος, έξ έννέα πλοίων της γραμμής συγκείμενος καί έκ τίνων φορτηγών, έξέπλευσεν είς Χίον προς καταδίωξιν του έκεί περιπλέοντος Τουρκικού στόλου, ού ό ναύαρχος, μακρόθεν ίδών τον Ρωσσικον στόλον, παραχρημα παρέταξε παρά τήν είσόδω του λιμένος τά έαυτού πλοία καί άνέμενε τον Ρωσσικον στόλον. Ό ναύαρχος του Ρωσσικού στόλου, ίδών τήν κατάλληλον παρά τφ στομίω του λιμένος παράταξιν του Τουρκικού στόλου, άνέκρουσε πρύμναν, καί άπομακρυνθείς μέχρι βολης πυροβόλου έστη μετά του στόλου άλλά μετ' ολίγον, κρίνας τήν στάσιν του έκείνην ώς έκ δειλίας προερχομένην έπετέθη μεθ' όρμης μεθ' ολου του στόλου κατά του Τουρκικού, καί ήνάγκασεν αύτον νφ είσέλθη είς τον λιμένα τήν έσπέραν της 6ης Ιουλίου οτε έπιτηδείως μετά πυρπολικού είσπλεύσαντες ναύται τινες τολμηροί διέδοσαν το πύρ έν τοίς Τουρκικοίς πλοίοις, καί κατέκαυσαν άπαντα τον Τουρκικον στόλον, συγκείμενον έκ 30 πλοίων διαφόρου χωρητικότητος. Ούτω δέ έν Τσεσμέ (Κρήνη ή Καούστη κατά Στράβωνα καί Κυσσούντι κατά Λίβιον) της Μικράς Ασίας, κειμένω άπέναντι της Χίου, κατεστράφη έντελώς ό Τουρκικος στόλος. Μετά τήν ναυμαχίαν ταύτην οί διασωθέντες διά τών λέμβων Τούρκοι άπεβιβάσθησαν έπί της Χίου καί Σμύρνης καί ένωθέντες μετ' άλλων άτάκτων Τούρκων κατέσφαξαν πολλούς τών Ελλήνων, οϊτινες μάτην έπεκαλούντο τήν συνδρομήν τών Ρώσσων.

Μετά τήν έν Τσεσμέ ναυμαχία, ήτοι τήν 26ην Ιουλίου, έναντίον τής θελήσεως του Ορλώφ καί ναυάρχου Σπυριτώφ, άναπετάσας τά ίστία τών πλοίων ό Έλφεστών, δρομαίως πλεί είς Ελλήσποντον περί τήν πέμπτην μετά μεσημβρίαν ώραν, καί προσβαλών τά πρώτα φρούρια, ϊσταται μετά του στόλου έπί του πορθμού λεπτά τινα άταράχως καί μετά τήν σήμανσιν τών σαλπίγγων έκπλεί του πορθμού ύπο χάλαζαν σφαιρών, καί μετ' ολίγου ένούνται μετά του στόλου του Σπυριτώφ.

Ό ήνωμένος ουτος στόλος, μετά σύσκεωην τών Ναυαρχών, καθ' ήν διάφοροι γνώμαι άνεπτύχθησαν, πολιορκεί τήν Λημνον καί προσβάλλει αύτήν δία τών πυροβόλων. Ή φρουρά της Λήμνου, διατελούσα έν γνώσει τών φρικτών άποτελεσμάτών της έν Τσεσμέ ναυμαχίας, μετά τήν πρώτην προσβολήν ύωωσε λευκήν σημαίαν, άλλ' έν τούτώ τφ χρόνω Τούρκος της διασωθείς κατά τήν έν Τσεσμέ ναυμαχίαν δία της άνδρείας του καί είς Λημνον καταφυγών, παραπείθει τούς πολιορκουμένους είς τήν άντίστασιν καί παραυτίκα ύωούται έπί τών έπάλξεων του φρουρίου έρυθρφ σημαί^. Μετά το τοιούτον διάβημα κατά τήν 30ην

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Όκτωβρρίου, παρασκευασθέντες καταλλήλως οί Τούρκοι, μετατρέπονται από της άμύνης είς έπίθεσιν, καί μανιώδους προβαλόντες τούς εχθρούς, είς φυγήν τούτους έτρεωαν.

Ή ανέλπιστος αυτή ήττα, μεθ' ήν άνεκλήθη είς Αγγλίαν ό ναύαρχος Έλφεστών, άπεθάρρυνε τον δειλόν Ορλώφ, οστις διατάξας τον ναύαρχον Σπυριτώφ νφ άποπλεύση είς Μαγώνα τής Ισπανίας προς παραχείμασιν, αύτος παραυτίκα άπέπλευσεν είς Ιταλίαν ό Σπυριτώφ ομως, αισθανόμενος το μέγεθος του πρός τούς Έλληνας δόλου τής Έωσσικής Αυλής καί καμφθείς μάλλον ύπό τών παραστάσεων του πολλά δοκιμάσαντος Αντωνίου ωαρού, άναχαιτίζετε καί είς Πάρον προς παραχείμασιν κατέπλευσεν. Έν Πάρω ό Σπυριτώφ καί ωαρός, μεθ' ολου του στόλου σταθμεύοντες, επελήφθησαν τής κατακτήσεως καί τών πέριξ νήσων, ών μετά ταχειαν καθυπόταξιν επιμελητής εκρίθη ό Αντώνιος ωαρός.

Κατά το έτος τούτο, 1771, καθ' ό ό Σπυριτώφ καί Αντώνιος ωαρος έμενον εν άπραξί^, κατά προτροπήν, φαίνεται τής Έωσσικής Αυλής ό Μητρομάρας δία του στολίσκου του προυξένει μεγάλας ζημίας πρός τούς κατέχοντας Έλληνικάς χώρας Τούρκους, καί έχων παρ'έαυτφ πολλούς επαναστάτας Πελοποννησίους καί Στερεοελλαδίτας δεινος καταδρομεύς κατέστη, άλλά δυστυχώς κατά την15ην Φεβρουαρίου του αυτού έτους ό Μητρομάρας, εν μάχη τινί τραυματισθείς, άπεβίωσεν. Μετά ταύτα άνεπτύχθη έτερος στόλος έκ πεντήκοντα ωαριανών πλοίων, οστις ού σμικράς ζημίας πρός τά έχθρικά πλοία προυξένησεν.

Ό Αντώνιος ωαρος καί Σπυριτώφ διετέλουν είς άπραξίαν εν τφ Αιγαίω Πελάγει μέχρι τής εν Κουτσούκ Καιναρτζή συνομολογήσεως τής είρήνης μεταξύ Τουρκίας καί Ρώσσιας, οτε ό ωαρος άπήλαθεν είς Έωσσίας, εν τφ στρατφ τής όποίας κατετάχθη ώς ταγματάρχης. Έν τή συνθήκη ταύτη, τή ύπογραφείση τή 19η Ιουλίου 1774, άνεγράφη άρθρον, δι'ού ή Αύτοκράτειρα Αικατερίνα, ή ύπερβαλλόντώς φιλούσα τούς Έλληνας, παρεχώρει τάς 18 Έλληνικάς νήσους του Αίγαίου Πελάγους πρός τήν Τουρκίαν ύπο τίνας βελτιώσεις τής τύχην τών.

Οί Έώσσοι, οί διά μεγάλων ύποσχέσεων είς επανάστασιν κατά τής Τουρκίας τούς Έλληνας ωθήσαντες, βεβαίως δεν επεθύμουν τήν άνεξαρτησίαν τών Έλλήνων, άλλά δι' αύτών εν περισπασμφ νφ κρατώσι τήν Τουρκίαν προς επιτυχίαν του πολιτικού αύτών σχεδίου, καί επίστευον οί Φιλέλληνες Έώσσοι, οτι δία τής επαναστάσεως τών άδυνάτων Έλλήνων κατά τής πανισχύρου τότε Τουρκίας θα ετύγχανον του πολιτικού σχεδίου τών.

Καί βεβαίως αί συνεχεις καί άγονοι επαναστάσεις τής Έλλάδος κατά τής Τουρκίας ενίσχυσαν τάς κατά τής Τουρκίας άξιώσεις τής Έωσσίας καί τήν ένεκα τών δυστυχών άποτελεσμάτών τών επαναστάσεων άφοσίωσιν εν τφ μέλλοντι τών Έλλήνων πρός τήν Έωσσίαν, ήτις επεζήτει τήν συγχώνευσιν τής Έλλάδος εν έαυτή. Αληθώς, οτε ή Έωσσία κατενόει οτι ό δία τής επαναστάσεως τών Έλλήνων κατά τής Τουρκίαν περισπασμος ήτο άλυσιτελής ή ολως περιττός, εγκατελίμπανεν εν τή έαυτών τύχη τούς επαναστήσαντας Έλληνας καί ούδόλως τον οίκτον αί κατά τών Ελλήνων φρικαλεότητες τών Τούρκων προυκάλουν.

Αί φρικαλεότητες των έν Σμύρνην, Λαρίση καί Πελοποννήσω, αί ύπό τώνΤούρκων κατά των Ελλήνων διαπραττόμεναι, άπό του 1771 μέχρι τό 1779 ουδόλως συνεκίνησαν τήν φιλελληνικήν καί όμόδοξον Ρωσσίαν. Απ' έναντίας δέ αί κατά τά έτη έκείνα των καταβάντων είς Πελοπόννησον περί τάς δέκας χιλίαδας Αλβανών άκατανόμαστοι ώμότητες κατά των Ελλήνων καί έπί τέλους καί κατά των Τούρκων έκίνησαν τόν οίκτον του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ, όστις παραχρημα διέταξε τήν έξαφάνισιν των έν Πελοποννησίω Αλβανών, άποστείλας είς έπί τούτω τόν Χατζή Χασσάν Τζεζαίφλ πασσάν.

Ό Τζεζαίφλ πασσάς κατελθών είς Πελοπόννησον τήν 10ην Ιουλίου τφ 1779 καί φθάσας είς Άργος, έκάλεσεν έκείθεν Έλληνας καί Τούρκους είς βοήθειαν κατά των Αλβανών, καί έν πρώτοις μέν έπί κεφαλής ίσχυράς στρατιάς έπετέθη κατά των έν Ναυπλίω εύρισκομένων Αλβανών, ους κατασφάξας έρριωε κάτωθι του Ινσικαλέ, έν τή θέσει τή νύν καλουμένη έκ των φόνων των Αλβανών Αλβανιτία.

Μετά δέ τήν καταστροφήν των έν Ναυπλίω Αλβανών ό Χασσάν πασσάς δία του όρους Παρθενίου έφθασεν είς τό χωρίον Στενού κείμενον μεταξύ αύτού καί Τριπόλεως, καί άυθίς έκείθεν έκάλεσε Τούρκους καί Έλληνας είς σύμπραξιν. Οί Έλληνες κατέλαβον τά Τρίκορφα, τά όποία έδέσποζον της άτειχίστου τότε Τριπόλεως, καί άνέμενον τό σύνθημα της κατά των Αλβανών έπιθέσεως, άλλά πρίν κινηθωσιν οί Έλληνες κατά των Αλβανών, οί Αλβανοί άπειληθέντος ύπό του ίππικού καί της άλλης πεζικης δυνάμεως του Χασσάν πασσά, του όδεύοντος έκ του χωρίου Στενού είς Τρίπολιν, άπηλθον άπαντες κατά των έν Τρικόρφεις Ελλήνων, των όδευόντων πρός τήν Τρίπολιν, καί συμπλακέντες έμάχοντο άπεγνωσμένως, οτε έπηλθε κατά των Αλβανών καί ή ύπό τόν Χασσάν πασσάν δύναμις, ήτις είς τήν πλήρην καταστροφήν αύτων συνετέλεσεν. Τήν πρόκλησιν του Χασσάν πασσά βεβαίως ένθερμότερον άπεδέχοντο οί μαλλον τότε παθόντες Έλληνες.

Τά δέ περί του Κωνσταντίνου καί Αναγνώστου Κολοκοτρώνη γραφέντα έν τισιν ίστορίαις είσίν άνακριβη, διότι ούτοι, κατέχοντες τό χωρίον Συλίμνης, δεν άνεμίχθησαν είς τήν κατά των Τούρκων έπανάστασιν του 1770, ούτε έσπευσαν είς βοήθειαν του Αντωννίου ωαρού, μαχομένου μετά των εύαρίθμων Έλληνο-Ρώσσων έξω της Τριπόλεως κατά δεκαπλασίας καλως οργανωμένης Τουρκικής στρατιάς, ούτε ήτο δυνατόν τότε νφ συναθροίσυωσιν έν Τρικόρφοις πέντε καί έξ χιλιάδες οπαδοί κλεπτων. Τφ καιρφ έκείνω έκ των πέριξ έπαρχιων της Τριπόλεως δεν ήδύνατο νφ συναθροισθωσι πλέον των δύο χιλιάδων Ελλήνων, πολύ δέ μάλλον κλεπτων καί μάλιστα έκ μόνων των έπαρχιων Γόρτυνος, Αρκαδίας καί Κορινθίας, άφού δεν ύπηρχον ένοπλοι Έλληνες έν τοίς Νομοίς Μεσσηνίας, Λακωνίας καί Αρκαδίας πλέον των 6 καί 7 χιλιάδων Ελλήνων.

Κλέπται τότε ύπηρχον ολίγιστοι καί ό άριθμός αύτός έπολλαπλασιάσθη άπό του 1779 μέχρι του 1805. Των κλεπτων κατά τά έτη έκείνα έξείχον ό έκ Καστανίτσης της Σπάρτης Παναγιώταρος, παρ' ω πήρεν άσυλον ό Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης. Μετά τήν καταστροφήν των Αλβανών, διορισθείς πασσάς της Πελοποννήσου ό Αλης βέης, κατεδίωξε τούς κλέπτας καί τούς καταφυγόντας είς τήν προστασίαν του Παναγιωτάρου καί ούτων των

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Αλβανών, τόν γενόμενον τφ 1779, έλαβεν μέρος ό Α. Κολοκοτρώνης, ώσπερ καί άπαντες οί κλέπται.

Λάμπρος Κατσώνης

Ή κατά το 1770 άποτυχούσα έπανάστασις συνετέλεσε νφ διασπαρώσιν οί διασωθέντες Έλληνες καθ' άπαντα τά Χριστιανικά κράτη προς συντήρησιν τών, ή άποτυχίφ όμως αυτήν δεν άπήλπισε τούς Έλληνας, άλλά προσωρινώς περιέστειλε τάς ένεργείας αυτών. Διότι κατά μέν το 1789 μετά τον πόλεμον τον μεταξύ Τουρκίας καί Έωσσίας, κηρυχθέντα το 1787, καί το νέον κήρυγμα της Αικατερίνης Β'πρός τούς 'Έλληνας πρός τούς Έλληνας, δι' ου έξεδήλου αυθις τά μητρικά αυτης αισθήματα ύπέρ της άπελευθερώσεως τών όμοδόξων Ελλήνων ό έκ Λεβαδείας Λάμπρος Κατσώνης3 τή προτροπή του Αντωννίου ωαρού άποστέλλεται μετά

στολίσκου ύπό των έξω Ελλήνων έκ Τεργέστης είς το Αιγαίον, αλλ' οί Έλληνες, τας αρτίως συμφοράς έχοντες ύπ'όωιν ουδόλως ανεμείχθησαν είς τόν νέον τούτον αγώνα του Κατσώνη, αλλα μόνον παρέσχον αύτφ τήν ένοπλον συνδρομήν των ό έκδιωχθείς έκ τής Στερεάς Ελλάδος Ανδρούτσος καί οί έκ Σπετσών Ανάργυρος, Νέστώρ Δελιγιαννάκης καί Καρακατσάνης, οστις μετά τήν καταστροφήν του Κατσώνη άπηνχονίσθη έπί τής Τουρκικής ναυαρχίδας.

Ό Κατσώνης πρό πάσης άλλης ένεργείας έξω τής Καρπάθου συνάπτει ναυμαχίαν πρός τόν έπίτηδες κατ'αύτού πλέυσαντα Τουρκικόν στόλον, τόν όποίον κατασυνέτριωεν. Έκείθεν έξέπλευσεν είς Κέαν, ήν μετά μικράν αντίστασιν κατασχών κατέστησε κέντρον τής ένεργείας του. Μετά τινας ήμέρας σπεύσας νς καταλάβη τήν Άνδρον, έξω αύτής συνάντησι τόν Τουρκικόν στόλον καί προτάσσει τόν στολίσκον του έμπροσθεν του Τουρκικού καί συγκρατεί κατ' αύτού ναυμαχίαν. Κατά τήν ναυμαχίαν ταύτην ό Τουρκικός στόλος ήτοιμάζετο είς ύποχώρησιν, οτε κατέπλευσαν πλησίον του Τουρκικού στόλου επτά πειρατικά Αλγερινά πλοία, τά όποία συμμετέσχον τής ναυμαχίας ύπέρ του Τουρκικού στόλου, ού ήγείτο ό Κουστούκ πασσάς.


Ή Νέα αυτη δύναμις συνετέλεσεν είς τήν καταστροφήν του στόλου του Κατσώνη καί έκτοτε περιφέρεται τό δημώδες: «Άν 'σ αρέση Μπάρμπα Λάμπρο, ξαναπέρνα απ'τήν Άνδρο». Ό Κατσώνης έπιβάς έπί πλοιαρίου μετά τών διασωθέντών οπαδών του, καταφεύγει μετά πολλάς περιπετείας είς τήν κρημνώδη καί απρόσιτον Μάνην, αλλ' οί έξέχοντες άνδρες αύτής προέτρεωαν αύτόν νς απέλθη έκείθεν τάχιστα, καί μετά πολλάς περιπλανήσεις, ώς λέγεται, τφ 1811 συλληφθείς δόλω ύπό του Αλή πασσά έφονεύθη έν Ίωαννίνοις.

Ή δέ Αύτοκράτειρα Αικατερίνα Β, αφ' ού διά τής ύποσχέσεως τής ώθησε πρός τόν όλεθρον τούς Έλληνας σκοπήμως, έδέχετο έν τή Επικρατείς αύτής τούς απρονοήτους Έλληνας καί έν δημοσίαις θέσεσιν διώριζεν, οπως αύθης μεταχειρισθή αύτούς ώς όργανα ύπέρ τών συμφερόντων αύτής. Αλλά κατά τά έτη έκείνα καί μετά τοσαύτας δοκιμασίας οί Έλληνες περισταλέντες ήρεύνων οπως τύχωσι προστασίας έτερας δυνάμεως, δυναμένης νς παράσχη αύτοίς χείρα αρωγόν ύπέρ τής έλευθερίας τών, διότι αί ύποσχέσεις τής Έωσσικής Αύλής δεν διέφερον τών ύποσχέσεων τής Ένετικής Δημοκρατίας καί λοιπών Δυτικών

Χριστιανικών κρατών. Κατά ταύτα τά έτη άνεφάνη θαυματουργών ό Μέγας Ναπολέων έν Ευρώπη, καί οί Έλληνες, πιστεύσαντες είς τήν διακήρυξιν της Συντακτικής συνελεύσεως τών Γάλλων κατά το 1789, δι'ής καί τών Ελλήνων μνείαν έποιείτο, έστρεωαν τήν έαυτών προσοχήν πρός τήν Γαλλίαν, καί δεν έδυσκολεύθησαν νρ άποταθώσιν Έλληνες τινες τότε καί πρότερον πρός τον Ναπολέοντα, ζητούντες τήν ύπέρ τής έλευθερίας τών ύποστήριξίν.

Ό Ναπολέων, έπιθυμών πρός τούς σκοπούς του νρ έκμεταλλευτή καί τήν δύναμιν τών Ελλήνων, καθ' ον χρόνον διενοείτο τήν είς Αίγυπτον έκστρατείαν του, περιποιηθή τάς τών Ελλήνων έλπίδας, καί έπί τούτώ άπεστάλησαν είς Πελοπόννησον καί τίνες άπόστολοι αύτού.

Ό Ρήγας ο Φεραΐος

Ό Ρήγας ό Φεραίος4 κατά το 1797, παραπλανηθείς ύπο άποστόλων του Ναπολέοντος καί έπιθυμών νρ έργασθή ύπέρ τής έλευθερίας τής Πατρίδος του, μετά δέουσαν έξέτασιν τών τότε περιστάσεων καί μετά τόσας δοκιμασίας έπιλαμβάνεται έν Βιέννη, μετά τήν έκ Δακίας έπί Ήγεμόνος Μιχαήλ Σούτσου άπομάκρυνσιν του, τής συνδιασκέωεως μετά λογίων καί έμπόρων έκεί Ελλήνων περί νέας κατά τών Τούρκων έπαναστάσεως, καί εύρών συμφώνους αύτούς τή ίδέα του σπεύδει νρ συννενοηθή περί ταύτης μετά του τότε Αρχιστράτηγου Ναπολέοντος, καί μετά εύνοϊκήν άπάντησιν προέβη είς προπαρασκευήν του κινήματος δία ποιημάτών καί έτέρων συντελεστικών πρός τούς σκοπούς του έγγράφων πράξεων. Συνεννοήθη δέ καί μετά του φίλου του Πασσά Βιδίνιου Πασβάν Ογλού, καί κατά το φθινόπωρον του 1797 έπορεύθη είς Τεργέστην, ίνα έκεί έργασθή έπιτυχέστερον.


Αλλ' είς Τεργέστην μεταβάς έξετέθη είς άπερίσκεπτα κινήματα, μή δυνηθείς νρ έννοήση τήν κατάστασιν τής Αύστριακής Κυβερνήσεως. Τά διαβήματα του ταύτα εΐλκυσαν τήν προσοχήν τής Αύστριακής έν Τεργέστη Αρχής, ήτις διατελούσα έν γνώσει τών ένεργειών του εύθαρσούς Έλληνος Ρήγα Φεραίου έκ τής άναγνώσεως βιβλίων τινών, τά όποία είχε προαποστείλει αύτος ό Ρήγας Φεραίος πρός τον έν Τεργέστη φίλον του Αντώνιον Κορωνιόν, έκ Χίου καταγόμενον.

Τά βιβλία εκείνα δυστυχώς, του Αντωννίου Κορωνιού εύρισκομένου έν Ίστρία, έλαβεν ό συνέταιρος του Δημήτριος Οικονόμου, Κοζανίτης, προς ον προηγουμένως είχε έπιτραπή έν Τεργέστη το Τουρκικόν προξενείον, καί άμα τή παραλήωει τών βιβλίων ύπέδειξε τινα είς τον ύπουργόν, οστις μετά τήν άνάγνωσιν αυτών προέτρεωε τόν Κοζανίτην καί παρέδωκε ταΰτα πρός τόν Δοικητήν τής πόλεως Βαρώνον Πετόνκην.

Ουτος δέ μετά τήν παραλαβήν τών εγγράφων τής τήν 19ην Ίανουαρίου του 1798 διέταξε τόν Αστυνόμον τής πόλεως νο συλλάβη τόν έπιδεικτικώς έν Τεργέστη περιφερόμενον Ρήγαν. Ή Αστυνομία συλλαβοΰσα νυκτός τόν Φεραίον καθείρξεν αυτόν έν τή φυλακή έν τή όποία, προϊδών τό άποτέλεσμα τής άπερισκέπτου ένεργείας του, έπειράθη νο άυτοκτονήση δι' έγχειριδίου, άλλ' οί φρουροί μετά δύο έλαφρούς τραυματισμούς άφήρεσαν άπ'αύτοΰ τό έγχειρίδιον.

Μετά τινας ήμέρας ό ένθουσιώδης πατριώτης Ρήγας Φεραίος μετενχθείς είς Βιέννην άνεκρίθη καί μετά τήν άνάκρισιν παρεδόθη άπό τής Αυστριακής Κυβέρνησης, φίλης τής Τουρκίας, μετά πέντε άλλων έταιριστών είς τόν Πασσάν του Βελιγραδίου Πασβά Ογλού, ό Αλή Πασσάς καί άπαντες οί σημαίνοντες Έληνες, δεν έτόλμησε νο άποστείλη τούς άντάρτες τούτους , ώς έπεθύμει, είς Κωνασταντινούπολιν, φοβούμενος τήν καθ'' όδόν έλευθέρωσιν τών, διότι ώς φαίνεται αί ύπέρ του Ρήγα καί τών λοιπών παρακλήσεις του Αλή Πασσά καί του Πασβάν είχον άνακοινωθή είς τόν Πασσάν του Βελιγραδίου.

Σπέυσας δε εφόνευσε τους δεσμώτας και προς τους απιζητούντας την απελευθέρωσιν τών ανταρτών, απήντησε ο κακούργος Πασσάς ότι ελυπήθη μη δυνηθείς να εκτελέση την παράκλησίν τών διότι προς τούτοις είχον φονευθή οι αντάρτες. Ο ενθουσιώδης μεμορφωμένος πατριώτης Ρήγας Φεραίος ότε εν τη φυλακή του Βελιγραδίου τώ ανηγγέλθη η μεταγωγή απάντών εις Κωνσταντινούπολιν εκάγχασε ειρωνικώταταειπών. «γνωρίζω τα αισθήματα της Τουρκικής Τυραννίας, ήτις δεν θα δυσκολευθή προ πάσης δίκης να μας ρίωη εις τον Δούναβιν».

Μετά τινα λεπτά από της αναγγελίας ταύτης παρέλαβον οι Τούρκοι τους πέντε τών ανταρτών επί τώ λόγω να αποστείλωσιν αυτούς εις Κωνσταντινούπολιν, αλλά αντί να αποστήλωσι τούτους εις Κωνσταντινούπολιν έπνιξαν αυτούς εν τώ Δούναβη. Μετά την παραλαβήν τών πέντε ανταρτών οι αυτοί στραιτώται Τούρκοι επορεύθησαν εις τας φυλακάς όπως παραλάβωσιν και τον Φεραίον, ως ούτος γνωρίζων το αποτέλερσμα της συλλήωεώς του αντέστη κατά τών ηρηθέντών να δέσωσιν αυτόν, κτυπήσας κατά κεφαλήν ένα τών φρουρών, και διασπάσας τα δεσμά ήκουσεν τον παριστάμενον Πασσάν να διατάζη τους φρουρούς να τον τσακίσωσιν αυτόν. Ατάραχος και με μεγάλη φωνή είπεν ο Φεραίος προ του πυροβολισμού «ούτώς αποθνήσκουν οι Έλληνες».

Μετά τον θάνατον του Ρήγα η εταιρία, αν αυτή υπήρχε, διελύθει και μόνον η μνήμη του ονόματος του Ρήγα Φεραίου έμεινεν παρά τοις Έλλησι βέβαιον όμως είναι ότι ο Ρήγας Φεραίος είχε κατορθώση να έχη υπέρ εαυτού τον Πασσάν Πασβάν Ογλού δυνάμενον ν'αντιταχθή κατά πάσης δυνάμεως του Σουλτάνου.

Ο Ρήγας Φεραίος παρίστανεν εις τους ειρημένους δύο Πασσάδες ότι όλος ο αγών αυτού αφορά εις την ένωσιν Τορκίας και Ελάδος υποσχόμενος αυτοίς ότι δια της ανατροπής του εν Κωνσταντινουπόλι καθεστώτος ανενδεικνύοντο οι εργάται της πραγματοποίησης της μεγάλης ιδέας. Και αλξθώς είχεν αναπτυχθή και παρά τοις Οθωμανοίς τοιούτον πνεύμα Φιλλεύθερον, ού η ανάπτυξη συνετέλει εις την έγερσιν Τούρκων και Ελλήνων κατά της δεσποζούσης αρχής.

Ανάπτυξις των εν Ελλάδι κλεπτών.

Αι αποτυχίαι περί ών ανωτέρω εγένετο λογος, συνετέλεσαν εις την ανάπτυξιν τών εν Ελλάδι κλεπτών, εκ ούς μετά την καταστροφήν του Παναγιώταρου και Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη ο Ζαχαρίας και ο Μαντάς, οίτινες έχοντες παρ'ευατοίς και τους εκ Πολιανής της Αμφείας καταγωμένους Πολυχρόνην Φερέτον, Γεώργιον Κούμανην, Ταμπούρην , Γεώργιον Γεωργανάν και Ηλίαν Φλέσσαν, ετάραττον τους Τούρκους ακολουθούμενοι οτέ μεν υπό τριάκοντα, οτέ δε εκατόν κλεπτών.

Αμφότεροι δε ο Μαντάς και Ζαχαριάς, εφονεύθησαν από κουμπάρον τών ως προβόντες εις πιέσεις κατ'αυτών τών Ελλήνων. Μετά τον φόνον του Μαντά και Ζαχαριά η ύπαρξη τών κλεπτών εν Πελοποννήσω διετέλει εν αμφιβολία διότι ούτοι ένεκα του πληθυσμού τών και της ατιμωρησίας διενήργουν πράξεις εγκληματικάς και κατά τών προστατευόντών αυτούς Ελλήνων.

Ο Ζαχαριάς ένεκα τών απρεπών εαυτού πράξεων καθ'Ελλήνων και τον φόνου συγγενούς του εν Σπάρτη Μπουλούμπαση , εξήγηρεν την αγανάκτησιν αυτού. Ο Μπουλούμπασης νυχθημερόν έτρεχεν εις συνάντησιν του Ζαχαριά και πλησίον παλαιάς αυτών γεφύρας Ευρώτα της κάτώθεν του Βουλτσά κειμένης συαντήσας τον ανεωιόν του Ζαχαριά Γαβριήλ και τρείς οπαδούς του, εφόνευσαν αυτούς πάντας.

Μετά τινας ημέαρς από του φόνου τούτου Ο Ηλίας Φλέσσας , Νικήτας Φλέσας , Δημήτριος πατήρ των, Γεώργιος Γεωργανάς, Π. Τσίμπουρας, Γεώργιος Κούμανης, Π. Μπελογιάννης και Π. Φερέτος , Δ. Δρίτσελας , μεταβαίνοντες εις συνάντησιν του Ζαχαριά έξω της Σπάρτης παρά κρίνην τινά έμειναν ίνα γευματίσωσιν έχοντες έτοιμα διά το σφάγιον.

Παρέκειτο δε Πύργος Οθωμανικός, έρημος εις όν είχεν προκαταφύγει εκ Σπάρτης ο ειρημένος διαβόητος Μπουλούμπασης όστις επιθυμών να εξοντώση και τους περί Ζαχαριάν, προσεποιείτο τον κλέπτην έχων μεθ'εαυτού άλλους επτά Τούρκους. Παρατηρήσας δε εκ του Πύργου τους περί Ηλίαν Φλέσσαν απέστειλεν έναν οπαδόν του και ηρώτησεν ποιοί είναι, Ο Ηλίας Φλέσσας απεκρίνετο «τις ο ερωτών;» ο Τούρκος απήντησε «κλέπτης οπαδός τών εν Πύργω Κλεπτών». Τότε ο Φλέσσας είπεν ότι είναι και αυτός κλέπτης ορμώμενος εκ Κάπελης του Λάλα και ότι υπό τών προεστώτων καταδιωκόμενος κατέφυγον εδώ.

Ο δήθεν κλέπτης Τούρκος επανήλθεν πάλιν εκ του Πύργου προσύνεγκεν έν τέταρτον εκ του σφαγίου. Οι Έλληνες κατανοήσαντες τον δόλον ανταπέστειλαν εν τέταρτον εκ του

σφαγίου δια Δημητρίου Δρύβελη του μετέπητα καταταχθέντος εν τω Ρωσσικώ της Επταννήσου στρατω και κατά το 1821 διαταχθέντος υπό του Παπαφλέσσα ίνα παραμείνει εν Στεμνίτση πλησίον του Κολοκοτρώνη ίνα μην τον φάγουσιν, ως τότε ελέγεν ο Φλέσσας, οι λύκοι ως υπεδίετο έρημον τότε γενόμενον.

Η αποστολή του κρέατος δια του εκλεκτού του Ηλία Φλέσσα εσκόπευεν εις τον έλεγχον του αριθμού των εν τω Πύργω Τούρκων. Ο Δρίβελης είδεν ότι ούτοι ήσαν οκτω εν είς ήτο γιγαντωδης το ανάστημα , ο Βουρούβασης. Οι περί τον Φλέσσαν άλλωστε και διότι άρχισεν να βρέχει, έφυγαν εν τάχει και εισήλθεν εις τον Πύργον ουχί σύσωμοι αλλά ο καθένας χωριστά. Έν πρώτοις ανήλθον ο Δημήτρης Γρίβαλης και ο Νικήτας Φλέσσας ών ο έτερος εκάθησεν δεξιόθεν του Βουλούβασι, Δημήτρης Φλέσσας αριστερόθεν των δύο άλλων έκαστος παρακάθησεν εκάστω των άλλων Τούρκων, ο πελόριος Βουλούβασι κατέκρινεν οικτρώς τον Ζαχαριάν, ότε ο Ηλίας Φλέσσας επήνεσε την ανδρίαν και την ευφυϊαν του Ζαχαριά, εφ’ώ ο Βουλούβασης χολωθείς λαμβάνει αίφνης δια μεν της αριστεράς χειρός τον Νικήτα Φλέσαν από του τραχήλου, διά δε της δεξιάς χειρός τον Δημήτρην Φλέσσαν και τας κεφαλάς των κατέβασεν επί της εστίας. Συνάμα συνεπλάκησαν και οι λοιποί ουδενός δυναμένου όπως ποιήση χρήσιν των όπλων.

Εν τη αγωνία τάυτη ο Δημήτρης Δρίβαλης επέσπασεν της εστίας κέραμον και πλήττει δι’ αυτού τον Μπουλούμπασην κατά κροτάφου πάραυτα πεσόντα αναίσθητον και ούτω πάντας τους Τούρκους συγκατέσφαξαν πλην ενός, διασωθέντος εις Σπάρτην και το γεγονός αναγκλείλοντας εις τας Τουρκικάς αρχάς. Ο Ηλίας Φλέσσας μετά των άλλων σιαλεύσας τα σώματα των φονευθέντων Τούρκων και αποκόωας την κεφαλήν του Μπουλούμπαση, επορεύθη εσπευσμένως εις διακειμένην τινά μονήν κατά την Λυγκούστρα προς διανθκτέρευσιν.

Μετά δε μίαν ώραν από της εις την μονήν αφίξεώς των έφθασαν από Σπάρτη, προδοσία φαίνεται, εκατόν περίπου Τούρκοι, οίτινες επολιορκήσαντες τους εν τη μονή εννέα Έλληνες πυροβολούντες και αντιπυροβολούμενοι από της αρχής της πολιορκίας μέχρι πρωϊαν της επιούσης, ότε εφονεύθη ο Δημήτριος Φλέσσας πατήρ του Ηλία και Νικήτα Φλέσσα,

Την επιούσαν δύο ώρας μετά την ανατολήν του Ηλίου ηκούσθησαν πυροβολισμοί ούκ ολίγοι ρυπόμενοι υπό τον περί τον Ζαχαριάν ματαβαινόντων από του ενός χωρίου εις άλλον προς στέωιν ανδρογύνου τινός. Τους δε πυροβολισμούς τότους ακούσαντες οι Τούρκοι επίστευσαν ότι έρχεται εις επικουρείαν των πολιορκουμένων ο Ζαχαριάς και αμέσως προς αλλήλους συνενοηθέντες επίστευσαν τούτο και είπον ότι έρχεται ο Στραβός, στραβόν εννοόυντες τον Ζαχαριάν ένεκα ουλής κατά την όφρύν του καθιστωσης τον έτερον των οφθαλμών του ημίκλειστον. Ούτω λοιπόν οι Τούρκοι ετράπησαν εις φυγήν εγκαταλειπόντες τα πολεμοφόδια εαυτων και άλλα. Βεβαίως αν παρετείνετο η πολιορκία επί μίαν έτι ώραν θα παρεδίδεντο οι εν τη Μονή, διότι είχον σχεδόν αξαντλήσει άπαντα τα πολεμοφόδια.Μετά την τοιαύτην των πολιορκούντων αποχώρησιν ο Ηλίας Φλέσσας μετά του αδελφού του Νικήτα

και των άλλων ενεταφίασαν τον νεκρόν τους πατέρα εις την μονήν και έσπευσαν εις συνάντησιν του Ζαχαριά προς όν συναντήσαντες εν Λυγκούστρα αφηγήθησαν τα συμβάντα και παρέδωσαν την κεφαλήν του Μπουλούμπαση. Ο δε Ζαχαριάς λαβών εν χερί την κεφαλήν έκοωε δια των οδόντων του τα αυτιά του και εδωρήσατο ένα αργυρούν πιστόλιον τω Ηλία Φλέσσα και έτερον τω Νικήτα Φλέσσα.

Την επιούσαν της συναντήσεως ανεχώρησαν ο Ηλίας και Νικήτας Φλέσσας μετά των οπαδών των εις την Πολιανήν Αμφείας, ένθα μετά ένα μήνα έμαθον τον θάνατον του Ζαχαριά. Διέμενον οι ανωτέρω εις Πολιανήν μέχρι του έτους 1805, διότι κατά συμπλοκήν μεταξύ Τούρκων και κλεπτων εφονεύθει ο Τούμπαρης, ο Φερέτος και ο Κούμανης, μετά τον φόνον των οποίων και μετά την έκδοσιν φιρμανίου ο Δημήτρης Δρίβαλης και Νικήτας Φλέσσας επορεύθησαν εις Ζάκυνθον, του Ηλία Φλέσσα μείνοντος εν τοις όρεσι της Αμφείας της επαρχίας Καλαμών.

Αι παρεκτροπαί των κλεπτων Κολοκοτρωναίων και λοιπών, οίτινες και τον Πρωτοσύγγελον του Χριστιανουπόλεως εν Φραγκόβρυσι της Αρκαδίας ελήστευσαν, ηνάγκασαν Έλληνες και Τούρκους ίνα δι'αναφοράς των ζητήσωσι παρά της Πύλης την καταδίωξιν των κλεπτων.

Εξεδόθη τότε το φιρμάνιον και επιτίμιον παρά του Πατριάρχου ού προϊστατο ο εκ Γορτυνίας Γρηγόριος ο Ε’. Ο Πασσάς λαμβάνων το φιρμάνιον και το επιτίμιον του Πατριάρχου προσεκάλεσε τους προεστωτας και Αρχιερείς της Πελοποννήσου και ανεκοίνωσεν αυτοίς το φιρμάνιον της Υωηλής Πύλης και το επιτίμιον της Μεγαλης Εκκλησίας ως ενετείλετο αυτοίς αυστηράν εχεμύθειαν μέχρι της ημέρας της εκτελέσεως της αποφάσεως τούτων απειλήσας κεφαλικήν ποινήν κατά του παραβάτου της εχεμύθιας.

Παρά ταύτης διέταξεν αυτούς να παρευρεθώσιν εις τας εαυτων επαρχίας και κατά την απόκρειαν του 1805 να είναι έτοιμοι όπως μεθ' όλων των Ραγιάδων ακολουθήσαντες τας διαταγάς του Κεχαγιά Βέη. Ημέρας δε τινάς από της Απόκρεω, ο Κεχαγιάμπεης επί κεφαλής ισχυράς Τουρκικής δυνάμως αναχωρήσας εκ Τριπολιτσάς έστρατοπέδευσεν εν Μεγαλουπόλει, όθεν απέστειλεν εις Στεμνίτσαν εις τα ξενοδοχεία της Μεγαλουπόλεως και λοιπάς επίκαιρους θέσεις Τουρκικά αποσπάσματα, αυτός δε επορεύθη προς καταδίωξιν των έξω του Τουρκολέκα της Φαλαισίας συγκεντρωθέντων περί τους τριακοσίους Κλεπτων εκτός των Κολοκοτροναίων, και μετά πεισματωδη μάχην των Κλεπτων προς τους Τούρκους ούς συνόδευον και πολλοί ραγιάδες Έλληνες εφονεύθη ο αρχηγός των Κλεπτων ο εκ Χαράδων Φαλαισίας Νικηταράς (ουδεμίαν συγγένειαν έχων μετά του Νικηταρά του 1821).

Μετά τον φόνον του Νικηταρά και των ανδρειοτέρων κλεπτων των αγωνισαμένων κατά εικοσαπλασίας εχθρικής δυνάμεως οι άλλοι κλέπται διασκεβάσθησαν εις τα όρη προς σωτηρίαν τους. Μετά την τοιαύτην διάσωσιν των κλεπτων, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μετά του αδελφού του Ιωάννη του εξαδέλφου του Κουντάρου του Γεωργίου από του Αετού της Τριφυλίας συσκευθείς προέτεινεν να εξέλθωσιν εις το εξωτερικόν διότι ένεκα της εν τω τόπω τοις Τούρκοις και Χρηστιανοίς αγανακτήσεως δεν δύνανται να σταθώσιν. Αλλ'η γνώμη αύτη 36

απεκρούσθη υπό των άλλων, οίτινες αποχωρισθέντος του Θ. Κολοκοτώνη και λαβόντες ετέρους τέσσαρις μεθ'εαυτών, μετέβησαν εις την μονήν τών Αμπελών την πλησίον του Ζυγοβιτσίου και Δημητσάνης κειμένην και λαβόντες παρά της Μονής τροφάς εκρύβησαν εν πλυνθόκτητω και θολωτώ ληνώ, κείμενον εν τώ πλησίον της Μονής αμπελώνι.

Αλλά την πρωϊαν της επιούσης οι μοναχοί της Μονής τών Αμπελών φοβηθέντες τας συνεπείας της αποκρύωεως, απέστειλαν εις Δημητσάνα μοναχόν τινά, όστις ανήγγειλεν την εκεί καταφυγήν τών κλεπτών , ταις αρχαίς, ότε οι Τούρκοι και Έλληνες επολιόρκησαν αυτούς εν τώ ληνώ κα μετ' αντίστασιν τινά και εισβολήν εν τώ ληνώ μετ'ανημμένου θείου εξώρμησαν εκ του ληνού οι κλέπται ξηφήρεις και εντός αυτού άπαντες έπεσαν υπό τας σφαίρας τών πολιορκούντων.

Μετά την καταστροφήν τών εν τώ ληνώ κλεπτών ο Θ. Κολοκοτρώνης κεκρυμμένος ών εν ταις υπορείαις του πλησίον της Στεμνίτσας όρος Κλινίτσης (Υφαντής) μετά δύο ετέρων συντρόφων του και μαθών τον φόνον τών αποχορισθέντών συγγενών και συναιτέρων του, επικράνθη και μεταβάς εις το χωρίον Ράδου, κείμενον εις το πεδίον της Δημητσάνης, διημέρευσε εν μια οικία τών κατοίκων του χωρίου ευρισκομένην εν τοις παραχειμασίοις και εκείθεν νυχθημερόν οδεύοντες αφίκοντο εις μονήν τινά του Γυθείου εν ή έμειναν ημέρας τινάς, εκείθεν δε κατέφυγον εις την εν τώ Γυθείω οικίαν Τζανετάκη Γρηγοράκη ού η μήτηρ ήτο θυγατέρα του Παναγιώταρου.

Αύτη αναλαβούσα την φροντίδα της σωτηρίας του Κολοκοτρώνη και τών δύο συνεταίρων αυτού εύρε πλοιάριον επιτήδιον και επιβούσα εις αυτό μετά του Κολοκοτρώνη και τών συνεταίρων του κατέπλευσαν εις Κήθυρα, τα οποία τότε κατείχον οι Ρώσσοι και εκείθεν κατά Μάϊον του αυτού έτους απέπλευσεν εις Ζάκυνθον, κατεχωμένην και αυτήν υπό τών Ρώσσων, εν ή εύρε πολλούς πρόσφυγας Έλληνες, τον Αναγνωσταράν, Πετμεζαίους, Νικήταν Σταματελόπουλον, Μανιάτας τινάς και πολλούς άλλους εκ διαφόρων μερών.

Εν Ζακύνθω μένων μετεκάλεσε και την οικογένειάν του. Ο Ανγνώστης Παπαγεωργίου Αναγνωσταράς μετά του Ν. Σταματοπούλου, Νικηταρά επικλειθέντες απέπλευσαν εις Ζάκυνθον προ της καταδιώξεως τών Κλεπτών ήτοι κατά τώ 1803 καθ' ό Αναγνωσταράς εφόνευσεν τον Κωνσταντίνος Φλέσσαν, προεστώτα Λεονταρίου, επί τη διαβολή ότι δια της καταργείσεως φόρων τινών εν Αμφεία θα καθίστατο ισχυρώτερος και ότι είργάζετο μετά τών κλεπτών διότι τότε οι Κολοκοτρωναίοι εδολοφόνησαν τον ανεωιόν αυτού Παναγιώτην Φλέσσαν αδελφόν του Παπαφλέσσα.

Ο Κεχαγιάμπεης μετά την καταστροφήν τών κλεπτών έχων μεθ'εαυτού και κατάλογον τών προγεγραμμένων οικίων και φίλων τών κλεπτών, εκάλει εν Μεγαλοπόλει τους προγεγραμμένους οίτινες εμφανιζόμενοι ενώπιον του ανεσκολπίζοντο ή τα οστά αυτών ζώντών δια πελέκης ή σφύρας συνετρίπτεν ο ίδιος ο Κεχαγιάμπεης.

Εκ Μεγαλουπόλεως απέστειλεν εις Μεσσηνίαν ο Κεχαγιάμπεης αρκετούς Τούρκους στρατιώτας μετά οβελών και πελέκων είτινες σταθμεύσαντες εν τώ χωρίω Σκάλα της

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Οιχιαλίας και Καμαρίω της Θουρίας κατεδίωκαν τους Κλέπτας και τους ακολουθούντας αυτούς.

Και όσους μεν συνελάμβανον ζώντας ανεσκόλπιζον ή τα οστά αυτών συνέτριβον δια των πελέκεων πλείστοι προέδοσαν αυτούς οίτινες τοιαύτην φρικτάς τυραννίας υφιστάμενοοι μετήλλασον τον βίον αλλά πλησίον τών ενόχων τοιούτον θάνατον και πλείστοι αθώοι υπέστησαν. Οι συγγενείς του Θ. Κολοκοτρώνη επιθυμούντες να διαφύγωσι την μήνιν της Τουρκικής Τυαραννίας, μετέβαλλον το εαυτων όνομα και ονομάζοντο άλλως, οίον α Αντωνιος ονομάζετο Αντωνόπουλος ο Μάρκος Μαρκόπουλος.

Μετά τας αυτάς τερατωδεις πράξεις του Κεχαγιάμπεη κατά των κλεπτων θεωρουμένων Ελλήνων επήλθεν τάξις τις εν Πελοποννήσω. Αλλ'εν τη τάξει ανεπτύσσσετο η επιθυμία των Ελλήνων μετά ταχύτητος υπέρ της ελευθερίας εαυτούς περί ή δεν εμερίμνουν πλέον οι προύχοντες, οίτινες εσκέπτοντο πώς περοσότεροι να αναφαίνωνται πλησίον της Τουρκικής Τυραννίας και πώς δια της τοιαύτης αφοσιώσεως να τυγχανωσι της ασφαλείας και της εαυτών ησυχίας επ' άπηρον και πλούσιοι από πενήτών να γίνωνται.

Και όντως δια της τοιαύτης πολιτείας τών, πλησίον της Οθωμανικής εξουσίας κατόρθωσαν οι προύχοντες εκείνοι να καταστήσωσιν ιδιοκτησίαν τών πλείστα χωρία τών ομοφύλων τών, ούς δουλοπαροίκους κατέστησαν. Ουδείς τών αρχόντών εκείνων είχεν ιδίαν περιουσίαν ο Μπενάκης, οίος πένοντας αλλ'εύφυής, καταφυγών εν Καλάμαις δια της προς τους Τούρκους αφοσίωσίν του κατέστη πλούσιος. Τη αυτή δε τακτική ακολουθήσαντες οι εν Πάτραις, οι εν Γορτυνία, οι εν Καλαβρύτοις και αλλαχού της Ελλάδος κατέστησαν από πενήτων πλούσιοι και ουδόλως εμερίμνων υπέρ της απελευθερώσεως τών δούλων αδελφών.

Η διαγωγή τών αρχόντών τούτών και η σπουδή της Οθωμανικής Τυραννίας υπέρ της κατοχής ή εξαλείωεως μάλλον του εγωϊσμού του Έλληνος ενέπνυσαν εις τας ωυχάς τών αγνών Ελλήνων την δια καταλ'λλου ενεργείας αποτίναξιν του τυραννικού ζυγού και μάλιστα μετά τους οι κατώτέρω εξιστορήθησαν επαναστατικάς πράξεις και μετά την κατά το 1808 καταστροφήν του Βλαχάβα και κατάπαυσιν μερικών ταραχών κατά της Πύλης οι Έλληνες ήρξαντο να σκέπτονται τίνι τρόπω ηδύνατον να σωθώσιν.

Ο Νικήτας Φλέσσας

Ο Νικήτας Φλέσσας όστις πολλά υποστάς επορεύθη εις Ζάκυνθον τώ 1805, ως εμφαίνεται εν τώ εφεξής πιστοποιητικώ όπερ προ της αναχωρήσσεώς του έλαβεν.

Η ταπεινότης ημών δια του παρόντος συστατικού γράμματος δηλοποιεί και τοις πάσι διαβεβαιούται ότι ο το παρόν μας επιφέρων Καπετάν Νικήτας Φλέσσας υπάρχει εκ της υμετέρας επαρχίας της πάλαι ποτέ ονομαζομένης Χριστιανουπόλεως τα νυν δε επιλεγομένης Λεονταρίου και εκ της κωμοπόλεως Πολιανής.

Ερευνισάμενοι δε ακριβώς περί αυτού και της γενεαρχίας αυτού επληροφορήθημεν ότι αυτός και οι πρόγονοι αυτού ήσαν ανέκαθεν εκ τών επισημοτάτών και περιφανών της επαρχίας Λεονταρίου, οίτινες και πατρίδος αυτών προστατεύσαντες τοις συμπολίταις πάντα 38

επωφελείς ανεδείχθησαν, αλλά και αυτός ήδη μιμητής των προγόνων αυτού ανεφάνη.Δια το παρόν ημέτερον συστατικόν Γράμμα απεδώκαμεν αυτώ υπογεγραμμένον και εσφραγισμένον παρ'ημών, εις πίστωσιν της αληθείας, συνεπιβεβαιούντων και των της πόλεως ταύτης ημετέρων κληρικων και προκρίτων, ετέρων προεστων και δημογερόντων της πόλεως Λεονταρίου.

1803 Απριλίου 21, Λεοντάριον

Ό Αρχιεπίσκοπος ΛεονταρίουΓεραμανος

Βενέδικτος καθηγούμενος της Μονής του Αγίου Νικολάου Χοντάλου ,Σεραφείμ καθηγούμενος τής ύπεραγίας Θεοτόκου Μπούρα5,Άρχιμανδρίτης Αμβρόσιος μαρτυρώ, Πέτρος Σολομών, προεστώς Λεονταρίου μαρτυρώ, Νικήτας Καραηλιόπουλος μαρτυρώ, Αναστάσιος Ηλιόπουλος μάρτυς.

5 Μονή Μπούρα Λεονταρίου

Η μονή Μπούρα βρίσκεαι κοντά στο χωριό Λεοντάρι (6 χιλ), δίπλα από τον αμαξιτό δρόμο Λεονταρίου-Σπάρτης. Είναι κτισμένη σε κατάφυτο λόφο, 4 χιλ. από το χωριό Φαλαισία και είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Αν και δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονολογία κατασκευής της μονής, πιθανολογείται ότι χτίστηκε στα μέσα του 12ου αιώνα. Από τότε ήταν ανδρική μονή. Τα προεπαναστατικά χρόνια, όπως και την περίοδο της επανάστασης του 21 υπήρξε λίκνο του αγώνα για την απελευθέρωση. Ο "Πύργος", ένα κτίσμα της Μονής ύωους 10 μέτρων, αποτελεί με τις πολεμίστρες του μαρτυρία της αντίστασης τών μοναχών κατά τών Τούρκων.

Στην επανάσταση του 1770 η μονή λεηλατήθηκε από Τουρκαλβανούς οι οποίοι σκότώσαν όλους τους μοναχούς και κατέστρεωαν τις τοιχογραφίες. Αργότερα, κατά την επιδρομή τυ Ιμπραήμ, οι μοναχοί πρόβαλαν γενναία αντίσταση κατά τών Τουρκοαιγυπτίων, μέχρι που σκοτώθηκαν όλοι.

Το 1932 η Μονή προσαρτήθηκε στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου και έκλεισε. Το 1934 ξανάνοιξε με λίγες μοναχές που ήλθαν από την κοντινή Μονή Αμπελακίου. Το 1952 η περιουσία της παραχωρήθηκε στους ακτήμονες της Φαλαισίας και από τότε άρχιζε παρακμάζει. Το 1984 εγκαταστάθηκε μια ομάδα από μοναχές οι οποίες σε διάστημα 15 χρόνων συντήρησαν και αναμόρφωσαν τη Μονή, αναπαλαιώνοντας τα παλια της κτίσματα και δημιουργώντας νέα φροντισμένα κτίσματα. Ανάμεσα στα τελευταία είναι η ωραία εκκλησία του Αγίου Αλεξίου, οι Ναοί τών Αγίων Αναργύρων, Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης και το διώροφο κτήριο που στεγάζει τα κελιά, διάφορα εργαστήρια, τη βιβλιοθήκη και άλλους χώρους.

Η Μονή εορτάζει στις 23 Αυγούστου.

Η εν Αθήναις Φιλόμουσος εταιρεία.

Κατά το έτος 1808 ενεργεία, ως θετικώς ελέγετο από του Ιωάννου Καποδίστρια, συνέστη έν Αθήναις η Φιλόμουσος εταιρεία ή σκοπούσα εις την εκπαίδευσιν της Ελληνικής νεολαίας δια συατάσεως ελληνικών σχολείων και εις την διάσωσιν τών από του χρόνου και της βαρβάρου κυβερνήσεως φθηρομένων αρχαιοτήτων.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας5 διαμένων τότε ως γνωστόν, παρά τη Ρωσσικη αυλή, επίστευσεν οτι ήδύνατο δια της ενεργείας της Εταιρίας ταύτης να τύχη της αναπτύξεως της Ελληνικής νεολαίας και δια ταύτης της ελευθερίας της Ελλάδος, μη δυνηθείς να μάθη οτι επί πέντε έτη παρετείνετο η κατάστασις εκείνη τών Ελλήνων, δεν εδύνατο να υπάρξη Έλλην Χρισατιανός διότι οι Τούρκοι ένεκα τών προηγουμένων Έλληνικών αποπειρών κατά της τυραννίας του Σουλτάνου, καταστάντες φανατικώτεροι κατασκόπευον το κίνημα τών Χριστιανών και πάσαν πρόοδον αυτών παρεκόλιον.

Τών μελλών της Φιλομούσου εταιρίας τα μέν έφερον Χαλκούν τα δε αργυρούν δακτυλίδιον, προς διάκρησίν της παρά τη εταιρί^ και της θέσεως εκάστου. Κατά το έτος 1815 μεταβαίνων εκ Μεσσηνίας εις Κυδωνίας της Μικράς Ασίας ο Γρηγόριος Φλέσσας, εγνώρισεν διελθών τών Αθηνών, μέλη και της Φιλομούσου Έταιρίας , ών τη προτροπή γενόμενος μέλος της Εταιρίας ταύτης μετά τρείς ημέρας, ώς ο ίδιος ώμολόγισεν, επορεύθη εις Κυδωνίας (Αϊβαλή) και εν τη ακμαζούση Ελληνική σχολή ήκουσεν επί έξ μηνας μαθήματα. Έκείθεν επανήλθεν εις Μεσσηνίαν ένθα διέμενεν προφυλατώμενος από της όργης τών Όθωμανών, οϊτινες έμίσουν τον Φλέσσαν, διότι μαθητής ών εν τη Δημητσάνη σχολή έδημοσίευσε σάτυραν κατά τών Όθωμανικης δυναστείας, έν η, ως υπογραφήν έθετο την «φώς Καλάμιος, τουνομα Γρηγόρης».

(Σελ. 982)

Ο Γρηγόριος Φλέσσας.

Ο Γρηγόριος Φλέσσας κατήγετο έκ της σημαντικωτέρας οίκογενείας της Μεσσηνίας των Φλεσσαίων, ητις καθ'ολας τας Έθνικάς περιπετείας προεκινδύνευεν υπέρ Πατρίδος. Ό παρήρ αυτού ώνομάζετο Δημήτριος και ό πάππος Γεώργιος. Ο Γεώργιος έσχεν αδελφούς Κωνασταντίνον, Παναγιώτην, Χριστόδουλον (άτεκνος), Νικόλαον ών ο Κωνασταντίνος και Παναγιώτης ύπηρξαν προεστώτες.

Η δε μήτηρ του Γρηγορίου Φλέσσα ώνομάζετο Κωνσταντίνα και έξ αυτής έγέννησεν ό Δημήτριος τον Ηλίαν Φλέσσαν, Νικήταν Φλέσσαν, Γρηγόριον Φλέσσαν, Παναγιώτην Φλέσσαν, Κωνσατντίνον Φλέσσαν και μίαν θυγατέρα όνομαζομένην Μαρουδήν.

Ο Δημήτριος Φλέσσας έσχεν και εταίραν σύζυγον εν πρώτω γάμω ητις ώνομάζετο Θεοδώρα εξ'ης έγέννησεν τον Αθανάσιον, τον Ιωάννην και ετέρους τινάς ών τα ονόματα δεν περιηλθον εις γνώσιν ημών. Έκ τούτων δέ απάντων πρό της έπαναστάσεως και κατά την επανάστασιν διεκρίθησαν οι αδελφοί Ηλίας, Νικήτας, Γρηγόριος, Κωνσατντίνος και Ιωάννης και οι του Αθανασίου Λεωνίδας και Δημήτριος. Έπίσης και ο υιός του Κωνσταντίνου Φλέσσα Χριστόδουλος και οι του Παναγιώτου Νικήτας, Κωνσταντίνος, Νικόλαος, Ιωάννης και Δημήτριος.

Καταδιωκόμενος ο Γρηγόριος Φλέσσας επί τη δημοσιεύσει της μνημονευθείσης σατύρας και επί τη διαζεύξει της εξαδέλφης του από τον Ν. Ζέρβα υβρίσαντος τον αδελφόν αυτής Αναγνώστην Φλέσσαν, κατέφυγεν εις την μονήν Ρεκίτσης της κειμένης επί του Ταϋγέτου, κατά τα μεθόρια Αρκαδίας και Λακωνίας.

Το συμβάν εν τη Μονή Ρεκίτσης.

Έν τη Μονη Ρεκίτσης διέμενεν ο Γρηγόριος Φλέσσας, επληροφορήθη οτι τάς περί την Μονήν γαίας κατάλαβαν αυθαιρέτως ο εν Λεονταρίω πλουσιώτατος Χουσεϊν Αγάς, ο επονομαζόμενος Σερτάρης. Ο Φλέσσας επί τη πληροφορία ταύτη οργιστείς είπεν προς τους Μοναχούς της Μονής, μαρτυρείται εάν εξετασθήτε όσα σας είπω. Τουτ'έστιν οτι οι προκάτοχοι είχον θέσει σημεία κατά την περιφέρειαν της Μονής. Τών Μοναχών καταφατικώς αποκρινιμένων ο Φλέσσας προέτρεωεν να θέσωσιν υπό την γήν άνθρακα ανά την περιφέρειαν τών κτημάτων της Μονής κατά την πρώτην Σεπτεμβρίου του 1814. Την συμβουλήν του Γρηγορίου Φλέσσα αποδεξάμενοι οι Μοναχοί κατέβαλαν τους άνθρακας υπό την γήν έν μέτρον. Κατά τον Μαϊον του 1815 ο Χουσεϊν Αγάς επορεύθη εις Ρεκίτσαν προς θερισμόν φαρβής αλλ'οί μοναχοί τη προτροπή του Φλέσσα εκώλισαν τον θερισμόν ισχυρισθέντες οτι τα κτήματα ανήκουν εις την Μονήν.

Ο Χουσεϊν Αγάς οργισθείς επί τη τόλμη τών μοναχών, ούς και πολίται τινές ενεθάρρυναν, επέστρεωεν εις Λεοντάριον και τεθής επί καφαλής εκατόν περίπου οπλοφόρων, επανήλθεν εις Ρεκίτσαν όπως δια τηε βίας θερίση τα γεννήματα. Ο Γρηγόριος

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Φλέσσας γνωρίζων τον χαρακτήρα του Χουσεϊν Αγά, εκάλεσεν εις Ρεκίτσαν τους αδελφούς αυτού Ηλίαν και Νικήταν, Π. Κωλοβόν και τον Π. Κεφάλαν επικεφαλείς τεσσαράκοντα εκλεκτών ανδρών οίτινες οχυροθέντες εν τη Μονή, αντέστησαν.

Ο Χουσεϊν Αγάς κατανοήσας οτι δια της βίας δεν ήδύνατο να καταλάβη τα κτήματα της Μονής, επέστρεωεν αυθις εις Λεοντάριον και εκείθεν επορεύθη εις Τρίπολιν όπως δια ωευδών παραστάσεων επιζητήση παρά του Πασσά μείζονα στρατιωτικήν δύναμιν. Ο Φλέσσας την επιούσαν ενέργειαν του Χουσεϊν Αγά κα εξηγήσας προς την αρμοδίαν αρχήν τα επί τών κτημάτων δίκαια της Μονής, κατόρθωσε να ανατεθή η υπόθεσις αυτή τώ Κατή της Τριπόλεως.

Επιστραφών επορεύθη ο Παπαφλέσσας και εις Σπάρτην και εκεί ενήργεισε τα δέοντα. Ο Χουσεϊν Αγάς μαθών το τοιούτον μέτρον της διοικήσεως και συναντήσας κατά την επάνοδον εκ Τριπόλεως εις Λεοντάρι τον ηγούμενον και Φλέσσαν ηπείλησεν αυτούς, αλλ' ο Φλέσσας εις τάς απειλάς απήντησεν οτι έχουσιν ανώτερον αυθέντην από τον ίδικόν του, μεθ'ο απεχώρησαν.

Οι κατήδες της Τριπόλεως και Σπάρτης μεταβόντες εις Ρεκίτσαν και ενεργήσαντες την εξέτασιν τών μαρτύρων και ανασκαφών επί τών μερών, καθ'ά είχον κατατεθή δήθεν υπό τών προκατόχων μαναχών τά σημεία τών συνόρων, τών μοναστηριακών κτημάτων, απεκάληωαν αυτά και έδικαίωσαν την Μονήν.

Έκτοτε υπέπεσεν εις την οργήν του Χουσεϊν Αγά ο Φλέσσας, καταδιωκόμενος εκ παντός τρόπου κατέφυγεν εις την άνω τών Καλαμών κειμένην Μονήν της Βελανιδιάς, ενδυθείς περιβολήν μοναχικήν. Ο Χουσείμ Αγάς βαρέως φέρων την απώλειαν τών κτημάτων και επιδιώκων εκδίκησιν κατά του Φλέσσα, συνεννοηθείς μετά του τότε διατρίβοντος Αρχιεπισκόπου Μονεμβασίας Χρυσάνθου Παγώνη, δυσηρεστημένου και αυτού κατά του Φλέσσα, ανεκοίνωσεν προς τας Τουρκικάς Αρχάς οτι συντάκτης της σάτυρας περί ής είρητε, υπήρξεν αυτός ο Φλέσσας, όστις και διαζύγιον παράνομον προεκάλεσεν ώς έκ τούτου η Κεντρική Διοίκησις εξαπέστειλεν εις Πολιανήν της Αμφείας κατά την 25ην Οκτώβρίου του 1815 είκοσι πέντε ιππείς προς σύληωιν του Φλέσσα.

Οι ιππείς μεταβόντες εις το χωρίον Άγριλον της Αμφείας κατέλυσαν εις την εν αυτω χημερινήν οικίαν του αδελφού αυτού Ηλία Φλέσσα, πληροφορηθέντες οτι έν αυτή ευρίσκετο, αλλ'ευτυχώς την ημέραν εκείνην ευρίσκετο εν τή οικία του θείου του Χριστόδουλου Φλέσσα.

Ή ημέρα εκείνη ήτο βροχερή και οι ιππείς πολλά υποστάντες δεν ενήργησαν εν τώ χορίω έρευναν. Έν τή οικία του Ηλία Φλέσσα ήσαν ο Ηλίας Φλέσσας και Κωνσταντίνος Φλέσσας άρτι εκ Σμύρνης επανελθών. Ούτοι εννοήσαντες, ότι περί του αδελφού τών επρόκειτο, περιποιήθησαν τους στρατιώτας Τούρκους, παρέχοντας αυτοίς αναωυχήν και τροφήν και συγχρόνως ειδοποίησαν τον αδελφόν των περί της ελεύσεως τών στρατιωτών.

Μετά το γεύμα οι Τούρκοι στρατιώται, μη πιστεύοντες ότι οι εν τη οικία γνωρίζουσιν την Τουρκικήν γλώσσαν, μετά την ερώτησιν «πού ευρίσκεται ο μοναχός Φλέσσας;» και μετά 43

την εν τη οικία διαβεβαίωσιν, ότι προ δύο ημερών επορεύθη εις Καλάμας, είπον Τουρκιστί προς αλλήλους, πού να τρέχωμεν εις εύρεσιν του μοναχού, αλλά άς κόωωμεν εις έναν τούτων την κεφαλήν και επανερχόμενοι εις Τρίπολιν διαβεβαιούμεν ότι υποδείξει τον γνωρισάντων τον Φλέσσαν προέβημεν εις την αποκεφάλησιν αυτού, εξ ού εξάγεται ότι οι στρατιώται εντολήν έλαβον να κομίσωσιν την κεφαλήν του Φλέσσα, εις Τρίπολιν.

Ο Κωνσατντίνος αδελφός του ζητουμένου Φλέσσα, διαμένων εν Σμύρνη επί πολύ εγνώριζεν την Τουρκικήν γλώσσαν και αντιΛηφθείς τών εκφράσεων τών Τούρκων εξήλθεν της οικίας και καλέσας πάραυτα τον αδελφόν του Ηλίαν ανεκοίνωσεν αυτώ τάς σκέωεις τών Τούρκων. Ότε επιτηδείως λαβόντες τά όπλα και δύο άλλους επορεύθησαν εις την οικίαν του Χριστόδουλου Φλέσσα εν ή ευρίσκετο ο Γρηγόριος και ανεκοίνωσαν αυτώ τα διατρέχοντα φοβούμενοι δε προδοσίαν απήλθον της οικίας δρομαίως καίτι έβρεχε.

Άμα διήλθον τον ρέοντα παρά το χωρίον Άγριλον χείμαρρον είδον πορευομένους εν σπουδή τους Τούρκους κατόπιν αυτών. Ότε οι ιππείς Τούρκοι επλησίασαν τον χείμαρον, όστις είχεν πλημμυρίσει, η διάβασης αυτού ήτο αδύνατος. Οι περί τον Γρηγόριον Φλέσσαν εσπευσμένως κατέλαβον την ολίγων πέραν της όχθης του χειμάρρου κημένην ασβεστικάμινον και ανέμενον τους Τούρκους ιππείς, αλλ'ούτοι δεν ετόλμησαν να διαβώσιν τον χείμαρρον πλημμυρίσαντα και αν ετόλμων επνίγοντο.

Ο Παπαφλεσσας εγκαταλείπει την Πελοπόννησον.

Οι Τούρκοι μη δυνηθέντες να διέλθωσιν τον χείμαρρον αυτόθεν επυροβόλουν άνευ αποτελέσματος εν τη καμίνει. Ο Γρηγόριος Φλέσσας εξελθόν αυτής με μεγάλη τη φωνή έλεγε «βρέ μουρτάται, υπάγεται προς τον σκύλον τον αυθέντην σας και είπατε αυτώ, ότι αναχωρώ και ελπίζω εις τον Θεόν να επανέλθω Πασσάς, και τότε θα τον διδάξω την δικαιοσύνην» και μετά ταύτα επορεύθη μετά τών συνοδευόντων αυτόν εις Γαρδίκιον. (Το δε Γαρδίκιον και Άγριλος ήσαν χειμεριναί συνοικίαι τών κατοίκων της Κωμοπόλεως Πολιανής, πατρίδα τών Φλεσσαίων)

Έκ Γαρδικίου μετά δύο ημέρας , αφού ο Παπαφλέσσας εφοδιάσθη καλώς, επορεύθη εις Άλμυρόν και εκείθεν επιβάς πλοιαρίου , απέπλευσεν εις Ζάκυνθον, ένθα λαβών παρά τών διαφόρων συστατικάς επιστολάς απέπλευσεν εις Κωνσταντινούπολν.

Εν Κωνσταντινουπόλει ο Γρηγόριος Φλέσσας εφρόντισεν να εύρη αλληλοδιδάσκαλον παρ'ώ ανεπιστεύθη τους μετ'ολίγων εις Κωνσταντινούπολιν πορευθέντες ανεωιούς του, εξαδέλφων Δημήτριον, Γεώργιον, Ιωάννην, Ηλίαν Φλέσσαν, Λεωνίδαν Αθανασίου Φλέσσα και Π. Φλέσσαν, παρ' αυτώ δε εδιδάσκετο και αυτός δημηγορίας και Θουκιδίδη.

Μετά την ούτώ διαρρίθμησιν τών οικιακών του επεζήτησεν ο Παπαφλέσσας την γνωρημίαν του Μητροπολίτου Δέρκων (Δέρκου Θράκης) Γρηγορίου, τον εκ Ζουπάτης τών Πατρών καταγόμενον, όν γνωρίσας εφείλωσεν την εύνοιά του και την υπόληωιν, συνεχώς καλούμενος υπ'αυτού εις γεύμα.

Μετά των ανεωιών του μετέβησαν εις Κωνσταντινούπολιν και οι Ηγουμένοι των μονών Μαρδακίου και Προφήτη Ηλιού τών Καλαμών, Νικηφόρος Πράτης και Κύρηλλος Δούβας, οίτινες μη παρουσιασθέντες ενώπιον του τότε Πατριάρχου Κυρίλλου συσκεωάμενοι μετά του Παπαφλέσσα όστις καλέσας την σύνοδον εξέδωσαν το παρά πόδας αφοριστικόν.

Κύριλλος6 επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης Οικουμενικός Πατριάρχης.

Ιερώτατοι Μητροπολίται ότε Μονεμβασίας και Λακεδαίμονος υπέρτατοι έξαρχοι πόσης Πελοποννήσου, αγαπητοί αδελφοί και συλλειτουργοί και εντιμότατοι κλιρηκοί, ευλαβέστατοι ιερείς και τίμιοι προεστώτες και χρήσιμοι γέροντες και λοιποί πρόκριτοι ευλογημένοι Χριστιανοί τών ειρημένων αυτών τών δύο επαρχιών. Χόρις είη ημών όπασι και ειρήνη παρό του Θεού. Φύσιν πονηρόν μεταβαλείν ού ρόδιον έφησε τις τών έξω σοφών, ημείς δ'αν ζήσωμεν ότι και αδύνατον.

Ή γαρ κατό τε επιζήσαντες τοις απαιδεύτοις και αναγώγοις ωυχαίς δισαπόλλακτοι γενομένη και δισέκαμπτη τη χρονία συνηθεία και εις δευτέραν αιονεί μεταβόλλεται φύσιν. Και εσωφρόντιστοι λοιπόν οι τοιούτών κακία νοσήσαντες υλοναμούσι τοις έργοις τοις ακόρπου του σκότους και καταστούν τοιούτών επεκτείνεται η της πνευματικής εκδικήσεως οξίνη και ριζηδόν τούτους εκτέμνουσα και τας παραφυόδας τών ολεθρίων μηχανημότών αυτών συνεκτέμνει, είδε κατό παρεχώρησιν Θεού και εκ του ιερατικού καταλόγου οι τοιούτοι τοίχοσιν όντες προχειροτέρα τότε ή εκ τών ιερών κανόνων παιδείαν, και ή παντελής της ιεροσύνηνης τούτών κόθαρσις, ότι γε μετό μείζων ή παρ'αυτού βλόβη τώ Χριστονύμω πλρώματι.

Επειδή τοιγαρούν επόθοιμεν ότι ότε Κακονικηφόρος και Κακοκύριλλος, ο μέν εν τη Ιερό μονή της κοιμήσεως της υπεραγίας Θεοτόκου Μαρδόκη επιλεγομένη, ό δε εν τη του Προφήτη Ηλιόυ κατό Καλαμόταν κειμένην ως μη όφειλον ηγουμενεύσαντες εκ πρώτης αρχής φύσει όντας διεστραμένοι, βόρβαροι τε και απαίδευτοι, και συκοφόντες οργείς, εις απώλειαν κατηρτισμένοι κατηνόλωσαν και διέυθειραν εξ'ολοκλήρου τό ειρημένα ιερό Μοναστήρια, αλλό και έργα τολμώντας ούκ έπαυσαν οι παγκόκιστοι ού μόνον τώ ιερώ χαρακτήρι ανοίκειας αλλό και του Χριστιανικού επαγγέλματος ξένα και αλλότρια δι'όλου έπαφθωλμιόντες τε τη ειρινική και θεοφιλείσιον διαγωγή τών αυτόθι ευλογημένων Χριστιανών.

Και εις διχονοίας αυτούς και αλληλομαχίας εγκαταστώντες και τόυτα συνεχώς εναρραπίζοντες τους ιοβόλους και σατανικούς αυτών διδόγμαστίσητε και υποδείγμασι, βίον τε τον ανειμένον βιούντες και τροφής σχολόζοντες και ηδονής και ρυπαρίας, και όλως όπισθεν γεγενημένοι τών αθυμιών αυτών, ούτε τον Θεόν εφαίνοντο φοβούμενοι ούτε ανθρώπους αιδούμενοι, αλλαίως τών ιερών αναίδων καταργούμενοι νόμον παίζοντες ενός εκόστου και χλεύων ηγούμενοι τα θεία πεφύρανται πόσαν κακίαν έν εαυτοίς συλλαβόντες και το ούκ έστι Θεός όρρενες ειπόντες εν τη καρδία αυτών κατό παντός αγαθού φέροντας απονενοημένοι τό καλώς καθεστώτα κακώς και παρανόμως μετακινείν και παραφέρειν εχθρούντας και αυτονόμως και αυτοκεφόλως ή μιόσμα ειπείν και κοκέφαλα διόγοντες και αππωλείας παρόδειγμα κατέστησαν αυτούς του αυτόθι Χριστεπωνύμω συστήματι, τέως δε δι'αφού διαρραγόντες την κεφαλήν εις την εοσφορικήν εμπεσόντες αλαζονίαν τό ανδραποδώδη ταύτα καθόρματα, κατεξανέστησαν και κατό της στερρότητος του γνησίου και

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

νομίμου και κανονισμού άρχιερέως και εξαπατήσαντες τινάς των αφελεστέρων, και φατρίαν συγκροτήσαντες, παράνομον ούτοι εγένοντο πρώταρχοι, εξαρτίνοντες επιβουλάς και ενέδρας κατά της αρχιεροσύνης σαν Ιουδαϊκή αγνωμοσύνη και αχαριστία.

Διά ταύτα ούν και τα τοιαύτα ανόσια βουλεύματα και όσα άλλα παραλείπομεν επί του παρόντος διά το και λέγειν αισχρόν και γράφων αηδείς και βαρύτερον έγνωμεν καρά πάντα διακαιολόγον διχοτομούντες αυτούς τη ρομφαία του Πνεύματος και ως μέλη άχριστα και σεσηπότα εκ κοιλίας της αγιανούσης έν Χριστω Ιερατικής όλομέλειας και παραδούναι τω Σατανά, ίνα το πνεύμα σωθή κατά τον Απόστολον, αισχάτη δηλαδή ποινή και παντελεί της Ιεροσύνης καθαιρέσει καθυποβαλόντες αυτούς ή διά του δε του Εκκλησιαστικού ημών γράμματος.

Και διηγράφοντες τη χάριτι και εξουσία και πανσθεναρά δυνάμει του Παναγίου και τελεταρχικού πνεύματος αποφαινόμεθα συνοδικώς μετά του περί ημάς Ιερωτάτων αρχιερέων και υπερτίμων των έν αγίω πνεύματι αγαπητων αδελφών ημών και συλλειτουργών, ίνα οι ειρμένος Κακονικηφόρος και Κακοκύριλλος ως τοιούτοι φαυλότατοι και μοχθηρότατοι αναφανέντες και εναγή και βέβηλα καταπράξαντες και δόλια και παράνομα μελετήσαντες και ρυπαρίασε και βδελυριάσας εαυτούς καταστίλαντες και των ιερών νόμων και εκκλησιαστηκών κανόνων παραβιάσας και ανεπάρκειαν και ιδιορρυθμίαν και ταραξίας και φατριαστές και κακόβουλοι και χαιρέκακοι και τέρατα εμωυχέα ωμότητος και αχαριστείας και έκ πάντων τούτων και άλλων αναθεματίζοντες αναξίους του ιερατεύειν τω υωίστω Θεώ καταραμένοι υπάρχουσι πάσης ιερατικής ενέργειας και πράξεως και έκπτωνται του ιερού καταλόγου και απόβλητοι των ιερών περιβολών και τα απηλλοαγμένοι του όπερ αναξίως έλαβον βαθμού της ιεροσύνης και του οφφικίου της Ηγουμενίας απεξενώμενοι των Ιερών Μοναστηρίων γεγυμνωμένοι της θείας χάριτος, ο μεν Νικήτας, ο δε Κωνσταντίνος μόνοι λεγόμενο και οι βάναυσοι και ιδιώται γνωριζόμενοι και μη τολμήσει συμφορά έπαθεν ή συλλειτουργίσει ή την εταίραν χείρα αυτων απεσπαθέι ή εις ιερό τι δδεξάσθαι και τιμήσαι ή εισόδημα Μοναστηριακό ή εκκλησιαστικό πολύ ή ολίγοι κύριοι ή τυχεροί αυτοίς παρασχείν, ως παντιευημέροις ή ύπερποιηείναι και βοηθεήσαι αυτοίς εμέσως ή αμέσως αφανώς ή φανερώς έν βάρει αργίας. Άσύγνωστου και αλύτου αφορισμού του από Θεού κυρίου Παντοκράτορος. Ούτω γενέσθαι και μη άλλως έξ αποφάσεως.

Έν μηνί Ιουνίω Ινδικτιώνος λ’,

Ο Καισαρίας Μελέτιος, ο Εφέσου Κωνσταντίνος, Ηρακλείας Ανθιμος, ο Κυζίκου Κωνσταντίνος, ο Νικομιδείας Αθανάσιος, ο Δέρκων Γρηγόριος, ο Τυρνόβου Μακάριος.

Ούτω κατά δυστυχίαν και ήδη οι τής Εκκλησίας λειτουργοί εισηγήσει του Μονεμβασίας Χρυσάνθου, εχθρού του Παπαφλέσσα όταν και υποκρινόμενος αυτω φιλίαν κατά την παραμονήν της έτι Καλαμών αναχωρήσεως του έβλαωαν και υπέρ του Γενναδίου, ού μόνον τά θρησκευτικά αλλά και τά πολιτικά του έθνους συμφέροντα, καίτοι επί της δουλέιας αυτού και της Επαναστάσεως εφέλησαν, ειπέρ τινες και άλλοι.

Ο ειρημένος Χρύσανθος Παγώνης και έφέρετο κατά των άνω Ηγουμένων, διότι ούτοι μετά την σναχώρησιν του Παπαφλέσσα, συνώδευσαν εις Κωνσταντινούπολιν τους επτά αδελφούς ανεωιούς αυτού, Δημήτριον, Γεώργιον, Λεωνίδαν και Παναγιώτην, σπουδαίως δράσαντες επί την Έπανάστασεως.

Η εκ του σύνεγγης γνωριμία του Παπαφλέσσα μετά του Αγίου των Δέρκων παρώτρυνεν ίνα ο Φλέσσας εξηγηθή τω Αγίω Μητροπολίτη Δέρκων τον σκοπόν της εις Κωνσταντινούπολιν μεταβάσεώς του και την κατάστασιν των έν Πελοποννήσω Έλλήνων και ών αντελήφθη εν Άθήναις και έν Κυδωνίαις και ότι επί τέλους η διαγωγή της Τουρκικής τυραννίας, ίδίως εν Πελοποννήσω κατέστη ανυπόφορος και ότι πρέπει τάχιστα να ληφθώσιν έντονα μέτρα προς σωτηρίαν της κινδυνευούσης Πατρίδος.

Ο Μητροπολίτης ακροασάμενος επιμελώς τον Φλέσσαν, προέτρεωεν αυτόν ίνα ησυχάση και μετ'ολίγον σκεφθήσοντα περί όσων τω ελάλησεν. Κατά τάς ημέρας εκείνας εν τη οικία του Μητροποίτου συνηντήθη ο Γρηγόρης Φλέσσας μετά τινος Βέη καλουμένου, αν δεν πλανώμεθα, Σουφακιά, άνδρας επισήμου και θείου του έν Κορίνθω Κιαμάλ Βέη, προς όν ο μοναχός έν Κορίνθω ωμίλησε μετ'επαίνων υπέρ του Κιαμάλ Βέη.

Επί τη εκφράσει τάυτη ευχαριστηθείς ο θείος του Κιαμάλ Βέη, παρεκάλεσαν τον Γρηγόριον Φλέσσαν ίνα ίδη αυτόν κατ'οίκον. Ο Γρηγόριος Φλέσσας υπεσχέθη ίνα επισκευθή τον Σουφακιάν και μετά δύο ημέρας τη προτροπή του Μητροπολίτου επισκέφθη αυτόν όστις φιλοφρονέστατα εδέχθη τον Γρηγόριον Φλέσσαν και παρεκάλεσεν αυτόν ίνα τω εξηγηθή πώς πολιτέυεται ο εν Κορίνθω ανεωιός του Κιαμάλ Βέη, και αν ο λαός είναι ευχαριστηνένος εξ'αυτού. Ο Γρηγόριος Φλέσσας εξυμνήσας λίαν δικαίως τας αρετάς του Κιαμάλ Βέη ανέστη ίνα απέλθη της οικίας, αλλ'αμέσως παρεκωλήθη ίνα παραμείνη και τας χείρας αυτού κρατήσαντος, παρέστη ενώπιον πελώριος Τούρκος προς όν κατ'ιδίαν ομίλησε και μετά ένα λεπτό της ώρας επανήλθεν ο πελώριος εκείνος Τούρκος, φέρων άναχείρας δύο βαλάντια πλήρη, ως τω εφάνη νομισμάτων, άπερ λαβών ο Σουφακιάς προσέφερεν τω Φλέσσα ιδιοχείρως.

Αλλ'ο Φλέσσας απεποιήθη την δωρεάν ευχαριστήσας αυτόν και περιεκάλεσεν μόνον να χορηγήση αυτω, όπως της Κωνσταντινουπόλεως απέλθη, συστατικήν επιστολήν προς Κιαμάλ Βέην όπως διατελή υπό την εύνοιάν του. Ο Σουφακιάς εσυγκινήθη σφόδρα επί τη τοιαύτη αναστροφή και εξεφράσθη υπέρ αυτού προς τον Μητροπολίτην Δέρκων ευμενέστατα.

Ο δε Μητροπολίτης την επιούσαν υπερθαύμασε την ευφυϊαν και τάς αρετάς του Γρηγορίου Φλέσσα και ενθέρμως υπέρ αυτού ηύξατο. Η Πελοπόννησος και λοιπαί επαρχίαι του Ελληνικού κράτους εν τοιαύτη καταστάσει διατελούσαι εφέροντο εις κρίσιν υπάρξεως ή μη υπάρξεως Τούτου ένεκα οι Έλληνες πατριώται κατελαμβάνοντο υπό σκέωεων διαφόρων, και μετά την ανενόχλητον ενέργεια της εν Αθήναις συασταθείσης φιλομούσου Έταιρίας περί ής είρηται δυσφορούντες ούτοι προέβαινον είς σύστασιν της εταιρίας καλουμένης Φιλικής σκοπούσης εις συλλογήν χρημάτων εν διαφόροις Έλληνικαίς επαρχίαις και εν τη

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

ζώνη , μετά δε την συλλογήν αναλόγου χρηματικού ποσού διανοούντο να εξεγείρουν και Έλληνες άπαντες τους άλλους Χριστιανούς τους υπό τον Τουρκικόν ζυγόν διατελούντας είς επανάστασιν.

Φιλική Εταιρία.

Η ανενόχλητος ενέργεια της εν Αθήναις συστάσεως εταιρίας τών φιλομούσσων εθάρριναν και Έλληναις τιναίς εν Οδησώ οίτινες πράγματι τώ 1815 προέβησαν εις σύστασιν της εταιρίας τών Φιλικών. Οι λαβόντες την πρωτοβουλίαν προς σύστασιν της προκειμένης εταιρίας ήσαν ο εξ'αρχής Νικόλαος Σκουφάς, ο εξ'Ιωαννίνων Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο εκ Πάτμου Εμμανουήλ Ξάνθος έμποροι, ών οι μεν δύο πρώτοι μετέβησαν εις Μόσχαν ο δε Εμμανουήλ Ξάνθος εις Κωνσταντινούπολιν δια εμπορικάς υποθέσεις και προς κατήχησιν διαπρεπών ανδρών και συλλογήν χρημάτων.


Ο Σκουφάς εν Μόσχα κατήχησε τον Γεώργιον Σέκερην εκ Τριπόλεως της Πελοποννήσου ορμώμενος και τον Αντώνιον Κομιζόπουλον εκ Φιλιππουπόλεως εμπόρους. Κατά δε τας αρχάς Οκτωβρίου του 1816 επέστερωεν ο Σκουφάς εις Οδησσόν του Γεωργίου Σέκερη δια Βιέννης μεταβλαντος εις Παρισίους.

Έν Βιέννη ο Σέκερης συνήντησε τον εκεί εφημερεύοντα Άνθιμον Γαζήν, όν επιμελήθη και κατηχήση αλλά ο Γαζής απήντησε ότι προς τον σκοπόν αυτόν ετοιμάζεται να μεταβή είς Πήλιον όπως συστήση εκεί σχολήν και εργαστή υπέρ του Γένους. Η δε απάντηση αυτή δεν ευηρέστησε τον Γεώργιον Σέκερην.


Μετ'ολίγον συνάντησε και ο Νίκος Σκουφάς εν Οδησσώ τον Άνθιμον Γαζήν μεταβαίνοντα εις Πήλιον και φρόντισε και ούτος να πείση υπέρ της εταιρίας τον Γαζήν αλλά ο Γαζής απήντησεν αυτώ ότι και τώ Σέκερη εν Βιέννη. Ούχ'ήττον ο Νικόλαος Σκουφάς ενέγραωεν αυτόν εν τώ καταλόγω τών εταίρων και έδοκεν αυτώ ως σύμβολον τα στοιχεία ΑΖ του Νίκου Σκουφά έχοντας τα Α.Γ. του Αθανασίου Τσακάλωφ και ΑΒ του Εμμανουήλ Ξάνθου Α.Θ.,του Αντωνίου Κομιζοπούλου ΑΕ.

Κατά τον Φεβρουάριον του 1817 μετέβησαν εξ'Ιονίων εις Οδυσσόν, σκοπέυονταις να μεταβώσιν εις Μόσχαν προς λήωιν τών καθυστερουμένων μισθών τών παρά της Ρωσσιής


Αυτοκρατορίας, ο Αναγνώστης Παπαγεωργίου , Αναγνωσταράς επικαλούμενος και εξ Αμφείαςτών Καλαμών ορμώμενος, ο Ηλίας Χρυσοσπάθης εξ Οιτύλου, ο Ιωάννης Φαρμάκης εξ Ιωαννίνων και Χ. Περραιβός εκ Πάργας της Ηπείρου πάντες αξιωματικοί υπηρετήσαντες υπό την Ρωσσικήν σημαίαν από του 1800 -1807 ούς γνωρίσας ο Σκουφάς κατήχησε και κετέταξεν αυτούς εν τώ καταλόγω ών Αποστόλων.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Μετ'ολίγας ημέρας εφοδιασθέντες υπό των εταίρων δια των αναγκαίων μετέβησαν εις Μόσχαν τον Μάρτιιον του 1817, ένθα συνήντησα τους εκεί ευρισκομένους Τσακάλωφ και Κομιζόπουλον παρ'ούς ήσαν συστημένοι παρά του Σκουφά.

Συναμφότεοι ούτοι εδέξαντο αυτούς αμέσως και μετ'ολίγον συνέστησαν προς τον Ιωάννην Καποδίστριαν, μεταβάς εις Μόσχαν μετά του Αυτοκράτορος Αλεξάνδρου Α', παρ' ότι μεσολαβήσει του Ι. Καποδίστρια, παρουσιασθέντες ικανοποιήθησαν δια τους αγώνας των. Κατά τας αρχάς Μαϊου του 1817 επέστρεωεν εις Οδησσόν ο Αθανάσιος Τσακάλωφ ένθα μετά του Ν. Σκουφά κατήχησαν τον Αθανάσιον Σέκερην, ανέγραωαν αυτόν εν τώ καταλόγωτων εταίρων και έδοασν σύμβολον Α.Η.

Εις Οδησσόν τότε μετέβη και ο εξ Ιθάκης Ν. Γαλάτης, νέος άσωτος, νομιζόμενος συγγενής του Ιωάννη Καποδίστρια, όν ως τοιούτον ο αθώος Ν. Σκουφάς πιστεύσας ότι ηδύνατο να ωφελήση την εταιρίαν, κατήχησε και εν τώ καταλόγω των Αποστόλων ενέγραωεν. Μετά δε την κατήχησιν εφοδιάσας αυτόν, απέστειλεν εις Πετρούπολιν όπως εκεί εργαστεί.

Μετά την εξ Οδησσού αναχώρησιν του Γαλάτου ο μεν Σκουφάς επορεύθη εις Κωνσταντινούπολιν, ο δε Τσακάκωφ προ αυτού εις Βώλον και εκείθεν εις Σμύρνην, ως λέγουσιν αι εφεξής επιστολαί.

Από Βωλον τη 31η Μαρτίου 1818

Κύριε Ξάνθε,

Την 24 του λήγοντος πάλιν σε έγραφον από Τρίκερη την ημέραν του εκεί κατειδίαν μου και του εκείθεν μισευμού μου, άς έχη δόξαν ο Κύριος εξίκαμα καθώς επιθυμούσα. Χθές ήλθα εδώ δια να μισεύσω εις Σμύρνην, κατά καλήν τύχην εύρον και καράβι μάλιστα ίσως αύριον συκοθώμεν και εις τα πανιά.

Σοί παρακαλώ στείλε την έσωθεν δια Μόσχαν και την εταίραν δια Οδυσσόν και τας δύο διά της πόστας περικλείοντάς τας την ειδικήν σου επιστολήν. Ίσως έλαβες από τον ύστερον και καμίαν είδησιν πού ευρίσκεται. Αν ίσως έλαβες κανένα γράμμα προς εμέ, στείλε με το εις Σμύρνην κατ'ευθείαν εις όνομά μου εις την πόσταν και εγώ εκεί εξετάζω και τά λαμβάνω. Αν ίσως όμως και δεν έλαβες πάλιν σε παρακαλω γράωε μου, ειδοποιών με ότι δεν ήτο δια ρέγουλάν μου από Σμύρνην σε γράφω πλέον εκτεταμένως.

Σε ασπάζομαι εκ ψυχής και μένω:

Ο σος Αθανάσιος Τσακάλωφ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Σημείωσις. Οι φιλικοί επικοινωνούσαν μεταξύ τους με κωδικοποιημενο λεξικό8 για λόγους ασφαλείας.

Αγαπητικός - συγγενής.

Αγκάθι - εχθρός.

Αγοράζω - μανθάνω.

Αίρεσις - εβδομάς.

Ακίνητον - φυλακή.

Αλλάζοντες - φύλακες.

Άνθος - φίλος.

Απαθής - Σουλτάνος.

Απαιτών - μέγας δραγομάνος.

Αποτέλεσμα - καταδίκασμα.

Αποτυχόντες - Σέρβοι.

Αρραβών - επικύρωσις.

Ασήμαντοι - Φράγκοι του Σταυροδρομίου.

Ασθένεια - περιορισμός, αρέστο.

Αϋπνία - έλλειωις.

Βαρώ - δίνω.

Βρυάρεως - στρατηγός καπιτάνος της ξηράς [καπιτάνοι, οπλαρχηγοί 'Έλληνες].

Βρονταί - αξιωματικοί 'Έλληνες.

Βροχή - η Αρχή της Εταιρείας.

Γέρων - Μαίτλαν αρμοστής της Επτανήσου.

Γλυκείς - οι Ιταλοί

Δακτυλίδιον - λόγχη.

Δανείζω - γράφω [στέλλω γράμμα].

[δάνεισμα - επιστολή, γράμμα].

Δένδρα - τουφέκια.

Δεπουτατζιόνε - υπουργείον.

Δίδυμος - Λουδοβίκος 18.

Δυναμοτικά - τροφαί.

Δυστυχείς - αρχιερείς.

Εκδικητικοί - προεστοί Πελοποννήσου [Κοτζαμπάσηδες].

Ελπίζοντες - κατάδικοι.

Ελέφας - καράβι μεγάλον.

Εορτή - μην.

Ερεθίζομαι - οδεύω.

Ευεργετικός - Καποδίστριας.

Ζεστός - Διαμαντής Πογυβίνος εις Πετρούπολιν.

Ημερωθέντες - Βαρβαρέσοι.

Θέατρον - πεδιάς.

Ιατρικά - ενδύματα.

Ίππος - καράβι μικρόν.

Ισχυρογνώμων - αυτοκράτωρ Φραγκίσκος.

Καμήλα - εμπορικόν πλοίον.

Καπετάν Γιάννης - Καρατζάς.

Καπ. Δημήτρης - Μουρούζης.

Καπ. Ευστάθιος - Χαντζαρλίδης.

Καπ. Μαμούνης - Σούτζοι.

Καπ. Ευμορφόπουλος - Καλλιμάχης.

Κατάπαυσις - θάνατος.

Καταφρόνησις - συγχώρησις.

Κλεωιγαμία - δολοφονία.

Κονδυλομάχαιρον - γραμματικός.

Κοπάδι - στόλος.

Κοπιώντα - άλογα.

Κρηδιτάρω - στέλλω [πέμπω].

Κραμορτάρταρον - μπαρούτι.

Κύκλωω - κατάσκοπος.

Λογαριασμοί - στρατεύματα [πολεμοφόδια] .

Μ. - μολύβη.

Μακαρίται - οικογένεια του Μποναπάρτη .

Ματαιότης - αποτυχία.

Μαύρισμα - κρύωιμον.

[Μέθυσοι - Φαναριώτες, άρχοντες Κωνσταντινουπόλεως].

Μέτοικοι - Τούρκοι

Μπιλάντζον - πόλεμος [επανάστασις].

Νικόλαος - Γάλλοι.

Νηστεύοντες - Βούλγαροι.

Νότες - πολεμοφόδια.

Νυξ - φόβος.

Ξεβούλωμα - προδοσία.

Ξεκαθάρησις - εκατόν Χιλιάδες.

Ξύλινοι - ενωμέναι επαρχ. - Αμερικαναί.

Ξύπνημα - άρνησις.

Οινοπλουτών - ηγεμών Μολδαυΐας.

Οινοπόται - Φαναριώται.

Ολιγώτεροι - Ζακύνθιοι

Όρεξιν - μίσευμα.

Οωάρια - σπαθία.

Παλαιότερος - Πατριάρχης.

Παρϋός - καπί-κιαχαγιάς.

Πενθερός - Αληπασάς Ιωαννίνων.

Πλεονέκτης - έμποροι 'Έλληνες.

Πληρωμή - ημέρα.

Πλούσιοι - Αρμένιοι.

Πολλοί - Κεφαλονίται

Ποιμένες - Βλάχοι.

Ποιηταί - Έλληνες εις τον στόλον.

Πολυφρόντιστος - Βεζίρης.

Πόνος - εναντιότης

Πουλώ - λαλώ.

Πορνικώς - κρυφά.

Πρόθυμοι - 'Έλληνες.

Προίκα - στρατιωτική βοήθεια

Πτερωτόν - ταχυδρόμος.

Σιδηροί - Άγγλοι.

Σκέπασμα - οίκος

Σκοτείνιασμα - υποωία.

Σταθεροί - Γιανισζάροι.

Στεφάνωμα - ειρήνη.

Συμπεθέροι - Αλβανοί μωαμετάνοι.

Συνειθισμένον - κάωιμον.

Σύνεφα - μέλη της Εταιρίας [ Εταιριστές ].

Τέλος - φθάσιμον.

Τιμημένα - φανερά

Τζιράκι - Πρέσβεις και απόστολοι τής Εταιρίας [ Αποστελλόμενοι ].

Τραγουδιστής - κανόνι.

Τυροφάγος - ηγεμών Βλαχίας.

Υπανδρία - συμμαχία.

Υποδήματα - χρήματα.

Φαλιμέντο - κήρυξις.

Φατούρα - χιλιάς μία.

Φιλάνθρωπος - Αυτοκράτωρ , Αλέξανδρος.

Φίλαυτος - Βασιλεύς Πρωσίας.

Φρόνησις - φυγή.

Χορευταί - κλέπτικα στρατεύματα.

Χορός - κλέωιμο.

Χρονικός - κόνσολας.

Αριθ. 2. - Πελοπόννησος.

Αριθ. 5. - Σπέτζαις.

Αριθ. 6. - Ύδρα.

Αριθ. 20. - Ιωάννινα.

Αριθ. 26. - Ρούμελη.

Αριθ. 39. - Βουκουρέστιον.

Αριθ. 51. - Γαλάτζι ;

Αριθ. 62. - Κωνσταντινούπολις.

Αριθ. 66. - Μυτιλήνη.

Αριθ. 68. - Σμύρνη.

Αριθ. 83. - Τριέστη.

Αριθ. 104. - Ισμαήλ.

Αριθ. 108. - Αναγνωσταράς.

Αριθ. 109. - Ιωάννης Φαρμάκης.

Αριθ. 110. - Πέτρος Μαυρομιχάλης ηγεμών τής Μάνης.

Αριθ. 111. - Γεωργάκης Ολύμπιος.

Αριθ. 112. - Μπίμπασις Σάββας.

Αριθ. 113. - Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Αριθ. 114. - Χριστόφορος Παιρραιβός.

ωευδομάντης - Μιχαήλ Χριστάρης.

Καινός κομήτης - Κωνστ. Πεντεδέκας.

Παρασυρόμενος νέος - Αντ. Καραπάνος.

Ουτιδανή μάκινα - Γεώρ. Γάτζος [έμπορος μικρός εις Ιάσιον].

Ανόητος - Παναγ. Πάνου [μεγαλέμπορος εις Ιάσιον].

Κατάλληλος. - Δομνάδος γραμματ. του Ρωσικού προξενείου [σεκρετάριος του εν Βλαχία γενικού προξένου Πίνη].

Μέτριος - Ανδρέας Σφαέλος. Πρόθυμος - Μάνθος Ριζάρης. Παιγνιδιάρης - Σιμεών Σταυρόπουλος. Απλούς - Ιωάννης Μπούπας.

Δοκισήσοφος - Λάμπρος Πάλης. Αμέτοχος - Νικ. Κωνσταντάς. Φιλόθρησκος - Αναστ. Γοργούλης. Οκνηρός - Ιωαν. Μπάιλας.

Πατήρ - Ζώης Ζωσιμάς.

Γ. Δ. - Σταμάτης Κουμπάρης. Αδιάφορος - Απόστ. Κλέντος. Ζεστός - Διαμαντής Ποδωβίνος. Ευγενής - Στούρτζας.

Από Σμύρνην 21 Μαϊου 1818

Κύριε,

Κατά τον απερασμένον ταχυδρόμον δεν σοι έγραφον, επειδή και δεν είχον λάβει ακόμη τά γράμματά σας. Τώρα δε αποκρίνομαι εις τά των δύο σας ομού (του Ξάνθου και Σκουφά), εξ ών εχάριν πρώτον μεγάλην και κυρίως δια το ευτυχές κατωόδιον του αγαπητού σου, μολονότι μεγάλως με εδυσαρέστησεν ή ασθένειά του, πλήν τούτο ίσως γίνει εις καλόν. Είναι περιττόν να σας εκταθώ, καθώς ήτο περιττόν να γραφήτε τόσα, αφού ο φίλος είδεν όλην την υπόθεσιν εις το γράμμα μου των 20. Και μάλιστα αν ίσως ήμοιξε και το προς τον φίλον(Κομιζόπουλον) στελλόμενον.

Περιττόν ωσαύτως να γραωητε και του θείου σας (Γαζή). Από τα γραφόμενά σας βλέπω και σείς οι ίδιοι δεν εξεύρεται τι θέλετε, και μάλιστα ο σκοπός του φίλου (Σκουφά) περι του ταξειδίου εκ του οποίου κατά καλήν τύχην εμποδίσθη, είναι παντελώς χωρίς βάσιν. Το επιθυμούσε να κάμη προτού να έλθουν οι δύο φίλοι (Αναγνωσταράς και Φαρμάκης) από μέσα, έξών ό ένας είναι πολλά αναγκαίος. Με κακοφαίνεται δια τον καλόν φίλον σου, ότι αί τόσαι εναντιότητες δεν τον έκαμον ακόμη να σκέπτηται ήσυχος και να βλέπη καλλίτερα την αλλήθειαν και να διακρίνη μεταξύ τόσων πραγμάτων, τα οποία παρουσιάζονται, με το σχήμα της.

Από το παράδειγμα των επάρθης και σύ, φίλε να μού ειπής τι θέλω κάμει εις διάστημα ενός χρόνου και έδωσες ελεύθερον τρέξιμον της φαντασίας σου. Είμαι βέβαιος ότι σού

Φρόνιμος - Ροδοφινίκης.

Περιποιητικός - Γουλιάνοφ.

Αγαπητός - Κ. Κανδιώτης.

Ανδρέας - Αριστείδης Παππά. Κυνηγότυχος - Αντώνιος Τζούνης.

σελ. [24-25-26- 27 ]

Το κρυπτογραφικό λεξικό της Φιλικής Εταιρείας υπάρχει σε πολλαπλά ιδιόχειρα αντίγραφα στα «Δοκίμια»» του Ξάνθου. Έχει εκδοθεί στα «Απομνημονεύματα» και την «Απολογία». Έχει, επίσης, δημοσιευθεί από τον Ιωάννη Φιλήμονα στο «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας», Ναύπλιο 1834, σσ. 377-380, από το Σακελλάριο Γ. ΣακεΛΛαρίου στο έργο «Φιλική Εταιρεία», Οδησσός 1909, σσ. 46-49 και στην έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών «Αθανασίου Ξοδίλου - Η Εταιρεία των Φιλικών», Αθήνα 1964, σα. 104-119.

Στην παρούσα έκδοση παρατίθεται η πληρέστερη μορφή του λεξικού, όπως έχει δημοσιευθεί στα «Απομνημονεύματα» (σ. 48-49), ενώ στις αγκύλες έχουν τοποθετηθεί συμπληρώσεις που εντοπίστηκαν σε κάποιο αντίγραφο και τελικά δεν περιελήφθησαν από τον Ξάνθο.

Επιπλέον, η χρήση «σκυτάλης» επέτρεπε την ανάγνωση του κρυφού περιεχομένου των συνθηματικών γραμμάτων. Δείγμα «σκυτάλης» υπάρχει στο Αρχείο Παναγιώτη Σέκερη της Ι.ΕΕ.Ε., αρ. εγγρ. 7307.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

ανέγνωσε τά γράμματα του Αντωνίου αυτόε. Βλέπεις τι γράφει περί του γεροντοτέρου (Αναγνωσταρά) και είναι καθ'αυτό αλήθεια. Όθεν χρειάΖεται πολύ λεπτή πραγματοσύνη, διά να μην προσκρούση.

Γράωε του φίλου Αντωνίου ότι έλαβα τά γράμματά του και ότι δι'όλα έχει ορθώς. Εκτός ενός μεγάλου ασυγχωρήτου, δηλαδή καθιστικής ζωής του. Προς το τέλος της ευδομάδος εμβαίνω εις καράβι, το οποίον ετοιμάζεται και ερχόμενος αυτού, τότε θέλω σού γράχει κατά πλάτος.

Με κακοφαίνεται μεγάλως ότι σάς έγραφα να μού στείλεται τά γραμματά μου εδώ, έπρεπε τώρα πρό πολλου να είμαι αυτού πλήν έστω, ίσως καλλίτερα, άμποτε να έλθω κατευόδιον χωρίς άργητα, ελπίΖω άλλο γράμμα να μην μου γράωητε, και θα κάμητε καλώς. Είναι περιττόν να γράφωμεν, και εγώ πλέον δεν σάς γράφω με την ελπίδα ότι θέλω σάς απολάυσω έν τάχει.

Ο σός Αθανάσιος Τσακάλωφ

Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ ητο μέν ανήρ δραστήριος, δεν εΐχεν όμως την ικανότητα του διοικείν, καίτοι απροφασίστως εξετέλει τάς αποφάσεις της εταιρίας. Κατά δε την έν Πελόποννήσω επανάστασιν και μετά την έν Μολδοβλαχία εσπευσεν και αυτός εκεί μετά του Εμμανουήλ Ξάνθου και έλαβεν όπωσδήποτε μέρος εις τον υπέρ της απελευθερώσεως της Πατρίδος αγώνα.

Έν Κωνσταντινουπόλει αφικόμενος ο Ν. Σκουφάς εγνώρισεν εν τη οικία του Μητροπολίτο Δέρκων Γρηγορίου τον Γρηγόριον Φλέσσαν, φοιτώντα παρ'αυτώ ως ερρέθη, όν ο Μητροπολίτης κατά Μαϊον του 1818 συνέστησεν προς τον Ν. Σκουφάν, ως άνδρα ικανώτατον και χρησιμώτατον τη Εταιρία. Ο Σκουφάς απεδαξάμενος την σύστασιν, έγραωεν τον εξ αυτου πρώτερον κατηχηθέντα Φλέσσαν εν τώ καταλόγω των ουχί των Αποστόλων, αλλά τού τών εταίρων και έδωκεν αυτώ τά στιχεία Α.Μ.. Μετά ταήν κατήχησιν ο Φλέσσας ύπεστήρηξε την τροποποίησιν τού οργανιμου της Εταιρείας ως περιλαμβάνοντας πολλάς διατυπώσσεις και εκτενείς όρους και παρέχωντος κωλύματα είς την ταχείαν ενέργειαν της Εταιρίας.

Την γνώμην ταύτην υποστηρίξαντες ό τε Μητροπολίτης και ό Ξάνθος, επέτυχεν της τροποποιήσεως. Μετά την κατήχησιν του Γρηγορίου Φλέσσα κατχήθη υπό του Σκουφά καί ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος έκ Ανδριτσαίνης της Ολύμπίας και έλαβεν ως σύμβολα αυτού τα στιχεία Α. Κ.

Μετά την κατήχησή του ο Αναγνωστόπουλος κατήσηχε τόν Π. Σέκεριν ως εταίρον λαβώντα στοιχεία . Ο Π. Σέκερης μετά την κατήχησή του κατέβαλε είς το εταιρικόν ταμείον 10,000 γροσίων και κατόπιν και άλλα απέστειλεν πρός τον Π. Μαυρομιχάλην διά του έν Κωνσταντινουπόλει υιου του.

Κατά τάς αρχάς Ιουλίου 1818 έκ Μόσχας επορεύθη μετά του Ηλία Χρυσοσπάθη και άλλων εις Κωνσταντινούπολιν και ο προκρημένος αξιωματικός Αναγνωσταράς όστις από της 25ης Οκτωβρίου του 1817 είχε δηλώσει ότι επιθυμεί να εργασθη υπέρ πατρίδος ως το κατωτέρω δηλωτικόν αποδεικνείει.

Κύριε Αναγνώστη Παπαγεωργίου.

Έλαβον το γράμμα της φιλίας σου από Οκτωβρίου 25, 1817, εχάρημεν ειδόντες έν αυτώ οποίαν προθυμίαν έχεις υπέρ τών κοινών συμφερόντων και του φωτισμού της Πατρίδος. Όθεν αποκρινόμενοι πρός την φιλίαν σου πρώτον επαινουμεν τα γενναία σου φρονήματα αποδιδόντες σας ευχαριστήρια εξ όλης ωυχης είτα δεν λείπομεν διά να σε χαροποιήσωμεν αγαθάς αγγελίας οπείας επιθυμεί ν'ακούση και ή ωυχή σου και όλος ο εκλεκτός και ευσεβής λαός .

Επειδή έφθασεν ή ευτυχής εποχή, την οποίαν επρόσμεναν και οι πρόγονοί μας και ημείς τοσούτους χρόνους, εκρίθη εύλογον να διορισθώσι παρ'ημών έφοροι κατά τόπους εις το ν'απαγρυπνοΰν και να αγωνίζονται διά τάς υποθέσεις της Φιλικής εταιρίας μας.

Όθεν και διορίσθησαν και ήδη ενεργουσι θαυμάσια. Παρά του κοινού ημών γράμματος θέλεις πληροφορηθή και τους αυτόθι είς Σπέτσας, Ύδραν και ωαρά, διορισθέντες προς τους οποίους χρεωστεί κάθε μέλος να προσφέρη το προσηκον σέβας και υπακοήν ούτε πλοίον κυβερνάται ακεινδύνως, ούτε πόλη, ούτε σχεδόν καλύβη συνίσταται. Δια της φιλίας σου πρέπει να φυλάξης το καθηκον.

Ο Σεβαστός ανήρ Αλέξανδρος Υωηλάντης, ως εμπειρώτατος και δεξιώτατος, διορίσθη έφορος είς όλας γενικώς τάς υποθέσεις της Πατρίδος προς τον οποίον διωρίσθησαν να πείθωνται και οι έν τόποις έφοροι, και τά μέλη είς τακτικωτέραν κίνησιν τών πραγμάτων την εκλαμπρότητά του ν'αναφέρονται είς το εξης. Λοιπόν αγαπητέ αδελφέ, όταν ακούσης την φωνήν της σάλπιγγός μας έχε προσοχήν διά ν'ακολουθήσης τά όρδινα της εκλαμπρότητός του, διά να δείξης πραγματικώς τον ζηλον σου υπέρ Πατρίδος και ευσεβείας.

Έρρωσο.

Γρηγόριος Φλέσσας

Εκ της επιστολής ταύτης του Παπαφλέσσα εξάγεται ότι ούτος από της 25ης Οκτωβρίου 1817 είχεν κατηχηθή εις τά της Εταιρίας και ουχί από του 1819, ως εγράωαντες. Εν Κωνσατντινουπόλει οι ρηθέντες αξιωματικοί εύρον τον Γρηγόριον Φλέσσαν, Π. Αναγνωστόπουλον Εμμανουήλ Ξάνθον, Ν. Σκουφάν, Π. Σέκερην, Κ. Παντεδέκαν. Τών αξιωματικών τούτων μετά σύσκεωιν τών εταίρων ο μέν Αναγνωσταράς επορεύθη είς Ύδραν και Σπέτσας, ο δε Ηλίας Χρυσοσπάθης είς Οίτιλον προς κατήχησιν του Π. Μαυρομιχάλη, ο δε Ιωάννης Φαρμάκης είς Ήπειρον και Θεσσαλίαν, ο δε Χ. Περραιβός είς Ρούμελην.

Κατ'εκείνας τάς ημέρας αφίκετο έκ Σμύρνης είς Κωνσταντινούπολιν και ό Αθανάσιος Τσακάλωφ όστις εύρεν τον Ν. Σκουφάν, τά λοίσθια πνέοντα, ελυπίθη σφόδρα. Οι έν Κωνσταντινουπόλει εταίροι μαθόντες ότι έν Πετρουπόλει ο Γαλάτης υπέκυπτεν εις παρεκτροπάς διαδίδων παρά ταόν πρός την εταιρίαν όρκον του, ότι προσεχώς θα εκραγη Επανάστασις κατά της Τουρκίας και ζητών χρήματα παρά ταών εκεί κατηχημένων επ'απειλη προδοσίας,συνεταράχθησαν.

Η διαγωγή ίσως αυτή του Γαλάτου, διαδίδοντος ότι θα εκραγη επανάστασις κατά της Τουρκίας, ηνάγκασεν την ήνάγκασεν την διοίκησιν του τόπου εκείνου να εκβάλη τών ορίων της Ρωσσίας βιέως τον άωτοςν Ν. Γαλάτην, ον διά του οργάνου της συνόδευσεν είς Ιάσιον και εξ Ιασίου απέστειλς είς Βουκουρέστιον, ένθα ετέθη υπό την επίβλεωιν του Προξένου της Ρωσσίας Πίν.

Αλλά και έν Βουκουρεστίω την αυτήν διαγωγήν ακολουθών, ηνάγκασεν τους έν Κωνσταντινουπόλει εταίρους ϊνα εκ Κωνσταντινουπόλεως αποστείλωσιν είς Βουκουρέστιον Πεντεδίκαν, φίλον του Γαλάτου, και Γρηγόριον Φλέσσαν, όπως οδηγήσωσι τον Γαλάτην είς Κωνσταντινούπολιν. Και οντως διά πολλών υποσχέσεων κατώρθωσεν ο Πεντεδίκας να οδηγήση αυτόν εις Κωνσταντινούπολιν πρό της εκ του Πηλίου επανόδου του Εμμανουήλ Ξάνθου, μεταβάντος είς Πήλιον προς κατήχησιν του Ανθίμου Γαζη, όστις και έως τότε αμφιταλαντεύετο καίπερ εγγεγραμμένος εν τώ καταλόγω τών εταίρων.

Έν Κωνσταντινουπόλει προς πρόληωιν προδοσίας επεδαωιλεύσαντες οι έταίροι προς τον Γαλάτην περιποιήσεις πολλάς, άς ό Γαλάτης εξετίμα τότε μόνον, οτε αυται επλήρουν τάς χρηματικάς και ασώτους ανάγκας του. Η κατάστασις αυτη, απελπίσασα τους έταίρους,ήναγκασαν αυτούς ν'απαλλαγώσιν εφάπαξ του επιφόβου εκείνου ανθρώπου.

Και δή μετά τον θάνατον του Σκουφά, επισυμβάντα ένεκα δυστυχημάτων εμπορικών και της του Γαλάτου δθαγωγης τη 19η Ιουλίου 1818, οί έταίροι άπέστειλαν είς Πελοπόννησον τον Ν. Γαλάτην δι’ύποθέσεις δηθεν της Έταιρίας. Συνωδεύετο δε ουτος ύπό του Αθ. Τσακάλωφ και Παναγιώτου Δημητροπούλου, άρτίως εκ Μάνης μεταβάντος είς Κωνσταντινούπολιν κομίζοντος επιστολήν του Π. Μαυρομιχάλη προς τον Αθ. Τσακάλωφ είς απάντησιν της προς αυτόν αποσταλείσης πρό δύο μηνών διά του Ηλίου Χρυσοσπάθη.

Ό Γαλάτης άποπλεύσας της Κωνσατντινουπόλεως κατά τάς άρχάς ’Οκτωβρίου 1818 μετά τών προειρημένων δύο άνδρών, κατήχθη εις Έρμηόνην τήν 29ην Νοεμβρίου 1818. Ό Τσακάλωφ προσεποιήθη οτι θέλει νά επισκυθη τάς εκεί άρχαιότητας καί καταπείσας τούς δύο άλλους, έπορεύοντο είς τά ενδότερα της Έρμιονίδος. Καθ' 'όδον πυροβολεί ό Δημητρόπουλος τον Γαλάτην καί τραυνατίζει αύτον ούχί καιρέως. Τότε ό Γαλάτης έπιτίθεται ξιφήρης κατά Δημητροπούλου, του Τσακάλωφ είς φυγήν τραπέντος. Ό Δημητρόπουλος λαβών καιρον πυροβολεί αυθις κατά του Γαλάτου καί τραυματίζει αύτον καιρίως, οστις χαμαί πεσών, εκβάλλει φωνάς γοεράς «τι κακόν σάς έκαμα, βρε αδέλφια, όπου με έφονεύσατε είς ξένον τόπον».

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Ό Δημητρόπουλος συγκινηθείς έναγκαλίζεται τον Γαλάτην καί όδυρόμενος λέγει: «Νά οωεσαι, όπου δία της διαγωγής σου, άπειλών συνεχώς τήν έταιρίαν, μάς ήνάγκασες προς σωτηρίαν του Ίερου σκοπού μας, νά σε φονεύσωμεν με θλίωιν μας».

Μετά τινά λεπτά τής ώρας έξέπνευσεν ό Γαλάτης καί εν Έρμιόνη τή 19η Νοεμβρίου 1818 έκηδεύθη ύπο τών δύο συνοδοιπόρων του, οΐτινες μετά τήν κηδείαν κατάπλευσαν είς Κιτράς Λακωνίας, καί μή δεκτοί γενώμενοι εκεί κατέπλευσαν είς Ιταλίαν, έν ή ό Τσακάλωφ έμεινεν μέχρι τής ένάρξεως τής έπαναστάσεως Μολδοβλαχίας. Ή άνωτέρω μνημονευθείσα έπιστολή του Π. Μαυρομιχάλη έχει αυτολεξεί ώδε.

Κύριε Α.Β. (Τσακάλωφ)

Άφου ερευνήσω διά την άκριβήν μας ύγείαν της ήν περιττό θείον διαφυλάττει μεθ' όλων τών Έφετών την δηλοποίηση καί τα κατ'έμέ θεία δυνάμει καλώς ύγιαίνομεν μέχρι του νυν. Αριβάρης καί ό άνεωιος μας Γ ιάννης είς τα έδώ καί μας έπαράστησε διά ζώσης φωνής τα δέοντα περί της έδώ πατρίδος μας.

Τα νεγότατα τα όποία ύπόκεινται είς την έξουσίαν μας καί πάντοτε έτρεφα τοιουτον έμπορικον σύστημα ( έπανάστασιν), ύποκειμένων τυχόντων μέ τα ήμών φρονήματα, νά άκορδάρωμεν άνατροφίαν καί άμποτε μέ την ευγένειαν σας καλύτερα διά παξούς σπέρνονται ό γραμματοκομιστής καί μέ τον ίδιον σας περιμένομεν άφευκτος, θεόθεν ύγιαίνετε.

Ό άδελφος σας είλικρινέστατος

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης.

Τον κύριον καπετάν Παπαγιώργην ώς άδελφον τον άσπάζομαι. Τφ ευγενεστάτω Κυρίω Αθανασίω Τσακάλογλου παναισίως.

Κιτριαίς 24 Σεπτεμβρίου 1818.

Ό Αθανάσιος Τσακάλωφ, μεταβάς είς Κιτριαίς μετά τήν λήωιν τής άνω έπιστολής, δεν έγένετο δεκτος παρά του Π. Μαυρομιχάλη ώς μή κομίζων τήν χρηματικήν άπαίτησιν.

Ό Αναγνωσταράς μεταβάς είς Ύδραν έγραωεν έκείθεν τή 31 Αυγούστου 1818 προς τον Π. Σέκερην, Έμμανουήλ Ξάνθον καί Π. Αναγνωστόπουλον είς Κωνσταντινούπολιν έπιστολήν έν ή μεταξύ τών άλλων άναφέρονται καί τάδε:

Ό παρών Γεώργιος Αγελλόπουλος, όπου σάς φέρει το παρόν, έγεινε Παππάς (κατηχήθη) καί έρχεται αύτου, άς γνωρισθή άπο μέρους σάς με τον Παππάν κύριον Φλέσσαν. Ή έπιστολή αυτή άνασκευάζει τά έν τω δοκιμίω του Ίστορικου Φιλήμωνος γραφέντα περί του χρόνου τής κατηχήσεως του Φλέσσα, ότι δήθεν κατηχήθη ύπο του Αναγνωστόπουλου τω 1819.

Έν ώ ώς προεγράφη κατηχήθη υπό του Δέρκων τω 1817 καί ένεγράφη ώς εταίρος ύπό του Σκουφα κατά τόν Μάϊον του 1818, ποιήται μνείαν του Φλέσσα. Κατά δέ τόν Μάρτιον του 1819 εν Ίασίω κατηχήθη ό Γ. Λεβέντης καί έλαβεν ώς σύμβολον τά στοιχεία Α.Α. Μετά τήν έκ Κωνσταντινουπόλως άναχώρησιν του Φλέσσα δία Μολδοβλαχίαν, άναχωρήσαν αυτόθι καί ό Π. Άναγνωστόπουλος καί Εμμανουήλ Ξάνθος δία Γαλάζιον καί άπό Γαλαζίου τή 19 Φεβρουαρίου 1819

Ό Ξάνθος επορεύθη είς Βασαραυϊαν πρός κάθαρσιν έν τω έκεί λοιμοκαθαρτηρίω . Ή δέ τών Φιλικών έταιρί^ άπηρτήσαντο έκ προσώπων, υπαγομένων είς τρείς κατηγορίας τής τών έταίρων, τήν τών Αποστόλων, καί τήν τών άπλώς κατηχημένων.

Και εταίροι μέν ησαν κατά χρονικήν τάξιν,

Άπόστολοι δε :

Τούτων δύο, Καμαρινός καί Γαλάνης, έφονεύθησαν έπί προδοσία της εταιρίας.

Κατηχημένοι δέ ήσαν πλειστοι έν οις οί του Ύωηλάντου αδελφοί, Δημήτριος καί Νικόλαος. Αλλ' ό οργανισμός της εταιρίας τών φιλικών, τροπολογισθείς έν Κωνσταντινουπόλει τη έπιμόνω απαιτήσει του Γρηγορίου Φλέσσα, δέν έξετελειτο πιστώς έν τω μέλλοντι διότι οί δραστικώτεροι τών φιλικών δέν ελάμβανον ύπ' οωιν άπ^σας δία του οργανισμού καθιερωμένας ύποδιαιρέσεις, τήν τών βλάμιδων (άδελφοποιητών ) τήν τών συστημένων, τήν τών ίερέων, τήν τών ποιμένων καί άρχιποιμένων, καί τών αφιερωμένων καί τήν του άρχηγού τών άφιερωμένων.

Ώς έπί τό πλειστον έκαμεν τόν κατηχηθέντα γενικώς παπάν παραδιδομένου αύτφ αύτών έγγράφου δηλωτικού τής κατηχήσεώ ς του καί ύποσχέσεως συνεισφοράς χρηματικής έν τω Έταιρικφ ταμείω φυλαττομένω ύπό τών κατά τόπους έφόρων.

Ό δέ κατηχηθείς έδιδεν τω κατηχητή έγγράφον ύπόσχεσιν οτι θα παράσχη τήν δυνατήν ύλικήν καί πνευματικήν συνδρομήν υπέρ του ίερού σκοπού άπανατα τά δηλωτικά έφερον τήν αυτήν ήμερομηνίαν ήτοι τω 1817 25 ’Οκτωβρίου καί κατηχηθέντες τω 1820 ή 1821 τά ύπό τήν αύτήν ήμερομηνίαν δηλωτικά έλάμβανον καί του εΐτα μή έκδίδονται πλαστά. Οί κατηχηθέντες τω 1820 ή τω 1821 λαβόντες τά δειλωτικα καί ισχυριθέντες μετά τήν έπανάστασιν οτι κατηχήθησαν τω 1817

Έν ώ ουτοι ώς έλέχθη κατηχήθησαν κατά τό έτος 1820 ή 1821 ως λ. χ. ό Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κατηχηθείς τω 1820

Έν Ζακύνθω ύπό Μ. Πελοπίδα ιατρού ίσχυρίζετο τω 1817 καί πολλοί άλλοι τούτο έπραξαν. Τό έγγράφον τής ύποσχέσεως του κατηχηθόντως ύπεγράφετο ύπό του κατηχητού δία συμβολικής ύπογραφής. Από τής είρημένης τροπολογίας του οργανισμού οί όρκοι ήσαν σύντομοι καί ουχί μακροσκελεις, ώς ίστορικοί τινες άνέγραωαν. Έδιδον τό δέ γράμμα πρός τούς συστημμένους καί άφιερωμενους, οσάκις αυτοί έζήτουν αυτά καί ήσαν άξιοι τής τοιαύτης τιμής. Ό Δημήτριος Θέμελης ζητήσας έλαβεν τοιούτον έγγράφον συντημένον παρά του άρχηγού τής εταιρίας Αλεξάνδρου Ύωηλάντη.

Ώσαύτως καί ό Χριστόδουλος Περραιβός έλαβε παρά του αύτού διορισμόν συστημένον. Τά έγγραφα ταυτά έλάμβαναν οί κατηχηθέντες οπως δί αύτών γίνωνται πιστευτοί παρά τούς κατηχουμένους. Αλλ' ό μακαρίτης ίστορικός Ιωάννης Φιλήμων παρασυρθείς ύπό του συγκατοίκου του Αναγνωστοπούλου άνέγραωεν έν τή ιστοριο του σελίδα 237 οτι ό Αναγνωστόπουλος διηύθυνε τόν Γρηγόριον Φλέσσαν πρός τόν Νέγρην είς Ίάσιον.

Έν ώ ό αυτός έν τή ύποσημειώσει τής αύτής σελίδος λέγει οτι τόν Φλέσσαν πολλά άσήμαντον ίεροδιάκονον, διηύθυνεν πρό αύτού του Νέγρη είς Ίάσιον. Ο Αναγνώστης του δικιμίου του μακαρίτου Φιλήμωνος βεβαίως δύναται νά καταλειφθή ύπο γέλωτος, διότι αναγράφει μή άληθείας τολμηρώς ότι ό Φλέσσας κατηχήθηκε ύπο του Αναγνωστοπούλου καί ήτο άσημος δήθεν ίεροδιάκονος, αφ'ού ώς έλέχθη ό μέν Φλέσσας κατηχήθη προ του Αναγνωστοπούλου, όδέ Αναγνωστόπουλος ήτο άσημος άγράμματος.

Έν ω ό Φλέσσας κατήγετο εξ επισήμου τής Μεσσηνίας οικεγενείας καί ήτο ό μάλλον μεμωρφωμένος τών άνδρών τής έποχής εκείνης. Κατά τάς άρχάς Σεπτεμβρίου του 1818 ο Γρηγόριος Φλέσσας παραλαβών το λεξικόν καί λοιπά άναγκαία έπορεύθη είς Μολδοβλαχίαν καί διέδωσεν καθ'άπάσας τάς χώρας αύτής τήν πολιτείαν τής εταιρίας έπί άυτηρούς όρους κατηχήσας πρότερον τον Γεώργιον Όλύμπιον, Ίωάννην Φαρμάκην, Β. Καραβίαν, Σάββαν Καμηνάρην καί λοιπούς.

Έν δέ Βουκουρεστιω συνετάγη το συνοιποσχετικον :

«Είς το όνομα τής Αγίας Τριάδος, ενώπιον του υπέρτατου όντος καί τής άληθοΰς σοφίας όρκιζόμεθα είς το όνομα του Πατρος καί του Αγίου Πνεύματος καί του θείου ιερού Εύαγγελίου, το οποίον σήμερον κατανυκτικώς καί εύλαβώς άσπασάμενοι άδελφοποιήθημεν, δία νά φυλάξωμεν στερεάς καί άπαραβάτους σώας τάς ίεράς ύποσχέσεις προς Θεόν, άς ό είς προς τον άλλον έδώκαμεν, άποβλέποντας όλως διόλου προς τιμήν καί άσφάλειαν τής μόνης φυλτάτης μητρος μας τής δυστυχούς λέγω Πατρίδος καί ήμών τήν ίδίαν.

Καί μά το ιερόν τής Πατρίδος όνομα δία τήν όποίαν καί ζφμεν καί κινούμεθα, μά τήν άναστάσιν αύτής διά τήν όποίαν συγκροτούμεν τούτον τον Σύνδεσμον έκαστος ήμών δυνάμει τούτου του μεγάλου καί ιερού όρκου υπόσχεται νά γνωρίζη εταίρον οίκειότερον του γνησίου αύτού πατρος καί Μητρός, άδελφών καί τέκνων καί είς κάθε περίστασιν καί άνάγκην μας όπού καί άν εΐμεθα παρόντες ή άπόντες νά συντρεχώμεθα υπερασπίζοντας τήν τιμήν, ζωήν καί ίεράν βουλήν με όλήν μας τήν ωυχήν, τήν δύναμιν καί κατάστασιν καί με τήν ίδίαν ζωήν καί καταστάσιν χείνοντας το αίμα μας, μέχρι τής τελευταίας ρανίδος όστις δ'έξ ήμών ήθελε παραβή αύτούς τούς ενόρκους δεσμούς καί ύποσχέσεις νά ήναι ώς καί παρά του εφόρου τής διακιοσυνης ουτω καί έξ ήμών κατατρεγμένος, μεμσημένος καί άποβεβλημένος άπο του ήμετέρου συνδέσμου, όντες ή χρέος άλλον οί φυλάξαντες τάς υποσχεσσεις τών νά παιδεύσωσι μυριοτρόπως τον παραβατήν. Προς πιστώσιν δέ τούτου του ίερού καί φρικτού δεσμού κατασπασόμενοι τον τίμιον καί ζωοποιον Σταυρον υπογράφθημεν είς τρία παρόμοια άδελφικά γράμματα καί ίδια ήμών χειρί καί άρισφραγίζοντας τήν καί με τάς σφραγίδας μας. Είς έκαστος εξ ήμών βαστά άπο εν.

Βουκουρεστίω τήν 3ην Αύγούστου 1819

Γρηγόριος Δικαίος Φλέσσας

Γεώργιος Όλύμπιος

Ίωάννης Φαρμάκης

Ή δραστηριωτάτη ενεργείς του Γρηγορίου Φλέσσα, περί ήν έν σελίδη 233 του δοκιμίου του Ιστορικού του ΦιΛίμωνα άνεγράφη οτι άπό της αυτόβουλης δραστηρείας ένεργείας, ό Φλέσσας κατέστησε τήν Μολδοβλαχιαν νέαν Ελλάδα, έν τή έταιρί^ κατάταξις τών σπουδαιοτέρων παραγόντων, ήτοι του Γεωργίου ’Ολυμπίου, Ιωάννη Φαρμάκη καί λοιπών πρός δέ καί ή συύνταξις του συνυποσχετικού δι ού σπουδαίως έν Μολδοβλαχία έκραντήθη ή επιρροή του Γρηγορίου Φλεσσο καί ή τής έταιρίας αύτής, έξήγηρεν κατ'αύτού φθόνον του Λεβέντη, του Αναγνωστοπούλου καί του Θ. Νεγρη, άγνοούντων τόν σκοπόν της ένεργείας του Γρηγορίου Φλεσσο καί ανακοίνωσαν έμμέσως τφ τότε ήγεμόνι Μολδοβλαχίας Αλεξάνδρφ Σούτσφ οτι ό Γρηγόριος Φλέσσας υποκινεί συνομοσίαν κατά του καθεστώτος. Ό ήγεμών έκλαβών ώς άληθή τήν διαβολήν ταύτήν συνεκάλεσε παρ'έαυτφ συμβούλιον καί τούς προξένους τών δυνάμεων. Μετά συζήτησιν δέ άπεφάσισεν τήν φυλάκησιν του Γρηγορίου Φλέσσα ώς τοιούτου καί τήν είς τάς Τουρκικάς άρχάς παραδώσιν του. Αλλ' ό Φλέσσας ύπονοήσας τά καθ' έαυτού κεκταινόμενα έν άγνοί^ καί φίλων καί έχθρών προσεκάλεσε παρ' έαυτφ τόν Βαλίταν καί τφ ένεχείρησεν έπιστολήν του Μητροπολίτου Δέρκων πρός τόν ηγεμόνα Α. Σούτσον, δι ής συνίστατο προς αύτόν ό Φλέσσας ώς ικανότατος καί έντιμότατος μοναχός, πορευθείς είς Μολδοβλαχίαν δία συλλογήν βοηθημάτων χρησιμειόντων είς σύστασιν σχολείων καί άνέργεσιν Ναού. Παρεκάλει δέ τόν ήγεμόνα ίνα τφ παράσχη ένθερμον ύποστήριξιν.

Ό Σουτσος άναγνούς τήν έπιστολήν καί πιστεύσας οτι τά κατά του Φλέσσα ησαν συκοφαντεία, διέταξε τήν αποφυλάκησιν αύτου. Συγχρόνως θεραπεύων καί τήν μικροφιλοτιμίαν τών σκευορισάντων τήν διαβολήν, ύπέδειξε τφ Φλεσσο τήν άνάγκην τής έκ Βουκουρεστίου άποχωρήσεως του ο καί ό Γρηγόριος Φλέσσας υπεκφυγών καί τόν διασυρμόν τούτον ον οί φίλοι παρώθησαν αύτόν, έπανάκαμωεν είς Κωνσταντινούπολιν όπου συνέστησεν έφορί^ έκ του Κ. Μαύρου, Ίωάννου Μπάρμπα καί Λεονίδα Λουμπάρη, άνδρών έπισήμων καί μεγαλεμπόρων Κωνσταντινουπόλεως. Αυτοθιν ούκ έπαύσατο έργαζόμενος καί πέμπων άποστόλους είς τήν Πελοπόννησον καί γράφων πρός διασήμους άνδρας έν αύτή καί έπιζητών πληροφορίας περί τής καταστάσεως Ελλήνων καί Τούρκων, οπως έν δεόντι ύποβάλλη ταύτάς είς τήν κρίσιν τών άρμοδίων.

Μεταβάς κατόπιν είς Κωνσταντινουπολιν καί ό Θ. Νέγρης έξ Ίασίου κατεγίνετο μετά τής πονηρίας ίνα μάθη παρά του Φλεσσο τά καθ’ έκαστον τής έταιρίας, καί μή μανθάνων αυτά κατέκρινε τούς έταίρους καί έπεμωεν έπιστολήν κατ'αύτών πρός τόν Καποδίστριαν, παρ' ού καί έζητει νά μάθη άν εΐχον γνώσιν τής έταιρίας. Ό Καποδίστριας διατελών έν άγνοί^ τής ύπάρξεως τής έταιρίας καί φοβούμενος μή συμβή τι δυνάμενον νά ένοχοποιήση καί αύτόν, καθιστά προσεκτικόν τόν έν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτήν τής Έωσσίας Στρωγανώφ, έντελόμενος αύτφ οπως ποιήσηται παραστάσεις παρά της Πύλης, έπί τή καταστάσει τής Αύτοκρατορίας καθ’ ην παρασκευάζονται νέαι ταραχαί, πρός άρσιν τών όποίων νά συμβουλεύση τούς ένεργούντας τάς τοιαύτας πράξεις Έλληνας ίνα παύσωσι έργαζόμενοι περί αύτών.

Τούτου ούτως έχοντος πόθεν ύφίσταται ή άμεσος ή έμμεσος συγκατάθεσις του Καποδιστρίου ύπέρ της εταιρίας : Ό Φλέσσας τήν διαγωγήν έκείνην του Νέγρη μή ανεχόμενος έσκέωαντο ΐνα τιμωρήση αυτόν, άλλ' ό Νέγρης προλαβών ύπέδειξεν έμμέσως τήν έν Κωνσταντινουπόλει έπαναστατικήν ένέργειαν του Φλέσσ^ προς τον Πασσάν Μποστατσίμπασιν άλλως τε καί δία ένος ύπηρέτου του Φλεσσο καί ’Οθωμανού το γένος, όστις κατά τάς ήμέρας έκείνας έπεζήτει άφορμάς δυσαρεσκείας κατά του κυρίου του παντοίως.

Ό Γρηγόριος Φλέσσας στήν ανάκρηση.

Καί δή, του εθίζοντος του Φλέσσα ΐνα κατά πάσαν πρωίαν πλύνη τον μικρον πύγωνα του, ό ύπηρέτης Τούρκος ύπερπληρώσας τήν λεκάνην ύδατος διέλυσε τήν σαπουνάδαν έξεπίτηδες. Το θράσος τούτο του Τούρκου παρώργισε τον Φλέσσαν, εξαναγκασθέντα ΐνα τύωη αυτον δία της χειρος κατά πρόσωπον. Ό Τούρκος λοιπον καταρρίωας τήν λεκάνην, έρχεται δρομαίως προς τον Πασσάν Μποστατσίμπασιν καί καταγγέλει οτι ό καλόγερος άυθις έλθών έκ της Μολδοβλαχιας καταγίνεται νά φονεύση τον Σουλτάνον καί νά γίνη αύτος Σουλτάνος. Ακούσας ταύτά ό Πασσάς πέμπει τούς Αλβανούς προς σύλληωιν του Φλέσσ^ καί προσαγάγη τούτον προς έαυτόν.

Ό Φλέσσας έτοιμαζόμενος νά άκολουθήση τούς Αλβανούς παραγγέλει του παρ' έαυτφ Λεωνίδ^ Φλέσσω ΐνα πάραυτα μετακομίση λεληθότα μετά του οικοδεσπότου τά ύποπτα έπιπλά του είς παρακειμένας Χριστιανικάς οικίας καταστρέφων συνάμα τήν γνωστήν αύτφ ύποπτον άλληλογραφίαν

Ό Λεωνίδας Φλέσσας, γινόσκων οτι άλλοτε άνεκαλύφθη άλληλογραφί^ ρίξας είς άποχωρητήριον, κατέπιε τάς μάλλον ύποπτας έπιστολάς καί ένετείλατο άμέσως τω οικοδεσπότη ΐνα διαχυρισθή οτι το άναπομείντα έν τή οικίο ξίφος είνα ίδικον του. Ό Φλέσσας παραστής ένώπιον του Πασσά έπειράθη νά γελάση πλανηθείς έκ τών προεχόντων όδόντων του Πασσά οστις μακρόθεν έφενετο νά γελ^.

Ό Πασσάς έπί τούτο έξανέστη κατά του Φλέσσ^ καί έξυβρίζει αύτον φωνάξας «τι γελο το ντομούζ;» καί ό Φλέσσας άπήντησε «δεν γελφ αύθέντα μου, το ύφος είνε τοιούτον».

Μετά τούτο λέγει ό Πασσάς προς τον Φλέσσαν με όργήν «Μπρέ τι είσαι σύ όπού έχεις σκλάβους Τούρκους καί θα φονεύσης τον Σουλτάνον καί θα γίνης έσύ Σουλτάνος ;» . Ό Φλέσσας έμβρόντητος γενόμενος άπήντησε «δεν γνωρίζω αύθέντα μου τι με λέγετε, έγώ είμαι είς μικρος καλόγειρος ό οποίος περιφερόμενος συλλέγω άπο τούς όμοθρήσκους μου τά προς το ζείν άναγκαί^ καί κατά τήν θρησκείαν μου πάντα στερούμενον συντρέχω. Συντρέχω δέ καί έναν Οθωμανόν, πενόμενον έν τή πορεί^ μου εύρον καί ουτος πού με συκοφάντη είνε άσυνείδητος άνθρωπος.

Ό Πασσάς λέγει προς αύτον οτι «πολλοί μαρτυρούσι οτι τοιαύτα σύ ένεργεΐς ένταύθα.» Ό Φλέσσας στενοχορηθείς καί άπελπισθείς έζήτησε τήν προσέλευσιν τών μαρτύρων τών καθ'έαυτού καί άμέσως ό Πασσάς διέταξεν ΐνα ό Τούρκος ύπηρέτης προσέλθη 63

είς τήν αίθουσαν. Ό Φλέσσας άμ^ ίδών αυτόν είσελθόντα αποτείνεται προς αυτόν λέγων «έγώ μπρε σου είπα οτι θά φονεύσω τόν Σουλτάνον καί θα γινω έγώ Σουλτανος ;» Ό Τούρκος παρατηρήσας τό θάρρος του Φλέσσα έσιώπησε καί άμέσως άποτείνεται πρός αυτόν ό Πασσάς «ωεύδη λέγεις μπρέ';» Ό Τούρκος καί μετά τήν πρότασιν τουτην έμεινε άφωνος καί άμέσως άποβάλλεται της αιθούσης ύπό του Πασσά έκφωνούντα «Σιχτήρ ντομούζ».

Μετά ταυτά ό Πασσάς λέγει πρός τόν Φλέσσαν «νά δώσης μωρε καλόγυρε 7,000 γρόσια είς τά παιδί^» Ό Φλέσσας άπήντησεν «πού νά εύρω αύθέντα μου 7,οοο χιλ. γρόσια ;» Έν έτος διακονεύω καί μόνον 150 γρόσια ηκονόμησα τά όποί^ θα καταθέσω είς τό κοινόν ταμείον. Μετά τούτο ό Πασσάς ειπε : «δόσε 700 γρόσια» ο Φλέσσας άπήντησε «δός τά αύτά ή έξοχότης σου καί φροντίζω έντός της ήμέρας καί τά έπιστρέφω. Τό βλέπω οτι ή τύχη μου με καταδιώκει καί θα τρέχω ήμέρα καί νύκτα έν ξένη γη, πρός οικονομείαν μόνον ξηρού άρτου».

Ό Πασσάς μέτρησεν τά γρόσια πρός τούς Αλβανούς καί είπε πρός τόν Φλέσσαν νά σπεύση πρός οικονομίαν τών γροσίων αύτών, μακρόθεν δέ κατεσκόπευον κινήσεις του δύο Αλβανοί. Ό Φλέσσας έξελθών έβράδυνε νά έπανέλθη θέλων νά άποδείξη τω Πασσά οτι όντως κατετρύχετο ύπό πενίας, καί περδιατελών έν άνθηρά οικονομικήν καταστάσει.

Ύπέστρεωεν λοιπόν μετά δύο ώρας καί κατέθεσε τά 700 γρόσια. Ό Πασσάς εύχαριστηθείς είπεν αύτφ «τι νά σου κάνω βρέ καλόγηρε δεν ημπορούμεν νά κρατούμεν αύτούς άν δεν τούς δίδομεν χρήματα δία τόν κόπον τούς». Μεθ' ό έπιστρέωας τόν Φλέσσαν 200 γρόσια είπεν αυτώ φαίνεται οτι είσαι καλός άνθρωπος.

Αποφυγών ούτως καί τήν δοκιμασίαν ταύτήν ό Φλέσσας άβλαβής έσκέωαντο οπως τιμωρήση τόν Νεγρην καί άν δεν προελάμβανεν ό Παναγιώτης Σέκερης νά συμφιλιώση αύτούς άναμφιβόλως θα έφονεύετο ό Νέγρης ών άνθρωπος έπικύνδυνος πρός τούς σκοπούς της έταιρίας. Ό Φλέσσας είχεν τόσον έργασθη έν Κωνσταντινουπόλει ώστε ού ζωηρότερον τών Ελλήνων πρός αύτόν άπέβλεπον. Μετά τά συμβάντα ό Φλέσσας άνεχώρησεν έκ Κωνσταντινουπόλεως είς Βουκουρέστιον, μετά τόν Φλέσσαν καί κατά τήν 19ην ’Οκτωβρίου 1819 άνεχώρησαν αύτόθεν ό Π. Αναγνωστόπουλος καί Εμμανουήλ Ξανθός είς Φαλάγιον.

Κατά τόν έν Κωνσταντινουπόλει άποφασισθέντων υφ'αύτών τών έταίρων ό Ξάνθος έπορεύθη δία Βαρσαραβίας είς Μόσχαν. Έν Φαλαγίω μένων ό Αναγνωστόπουλος σενέστησεν ένορίαν μεθ' ό έπορεύθη είς Ίάσιον καί έξ Ίασίου είς Βουκουρέστιον πρός συνάντησιν του Γρηγορίου Φλεσσο άποφασίσας νά μένη άυτόθε μέχρι της έκ Πετρουπόλεως έπανόδου του Ξάνθου. Δυστυχώς ομως έν Βουκουρεστίω έσυνάντησεν τόν Κωνσταντίνον Πεντεδέκαν έπανελθών έκ Κωνσταντινουπόλεως μεθ' ού προηγουμένως ό Αναγνωστόπουλος είχεν περιέλθει είς έριδας. Διό καί πρός άποφυγήν διαπληκτισμού ό Γρηγόριος Φλέσσας συνενοηθείς μετά του άρτίως κατηχηθέντος Γ . Λεβέντη άπεφάσισεν τήν άπό Βουκουρεστίου άπομάκρυνσιν έκατέρων αύτών. Ούτως ό Γ. Λεβέντης έφωδίασε καθ'ολα τόν Π. Αναγνωστόπουλον πορευθέντα κατά τάς άρχάς Οκρωβρίου του 1819 είς Πίζαν της Ιταλίας οπού παρέμεινεν, μέχρις ού παρέλαβεν τήν άαρχηγιαν ό Αλέξανδρος Ύωηλάντης.

Αύτη λοιπόν ύπηρχεν άφορμή της έκειθεν άναχωρήσεως του Αναγνωστοπούλου, ούχι οτι έν τω δοκιμίω του Σελ. 257 Ανεγράφει ό ιστορικός ΦιΛήμων έπιθύμων νά έξυωώση τόν άνεπίδεκτον τοιαύτης άναγνώσεως Αναγνωστόπουλον, οστις έκ ταπεινών έλατηρίων όρμώμενος συνεχώς προυκάλιν μεταξύ τών εταιρών έριδας φρονών οτι πρεσβεία παρέχονταν εις τούς μή δι έργων άναφαινομένους.

Αύτός έκεϊνος ό Αναγνωστόπουλος μένοντας έν Πίση της Ιταλίας κατεφέρετο και κατ' αύτού του Ύωηλάντου, άνακηρυχθέντος άρχηγού της έταιρίας. Ταύτα δέ έγνώσθησαν ύπό τε του Ύωηλάντου και ύπό τών έταίρων οϊτινες έξηγέρθησαν κατ'αύτού. Αλλ'ό Φλέσσας καλέσας τόν Αναγνωστόπουλον εις Ίσμαήλιον έξέωσεν αύτόν παρά τω Ύωηλάντη ούτω δέ και αύτός ό ιστορικός Φιλήμων ήλλοίωσε τήν άλήθειαν γενόμενος θύμα της συγκατοικίας του Αναγνωστοπούλου.

Κατά τήν άναχώρησιν του Αναγνωστοπούλου έκ Βουκουρεστίου ό μέν Γρηγόριος Φλέσσας έπέστρεωεν αύτόθεν εις Κωνσταντινούπολιν έν ή ένεργήσας τά δέοντα άπηλθεν έσπευσμένως εις Γαλαζιον. Ό δέ Ξανθός κατά τάς άρχάς ’Οκτωβρίου 1819 εξ Ισμαλίου εις Μόσχαν και συναντηθείς μετά του έκει έταίρου Αντ. Κομιζοπούλου κατήχησε τόν μεγαλέμπορον Νικόλαον Πατσιμάδην, Ιωαννίτην, οστις μετά τήν κατήχησιν προσέλαβεν σύμβολον τά στοιχεια Α.Ξ.

Ό Ξάνθος έκ Μόσχας κατά τάς άρχάς Ίανουαρίου του 1820 επορεύθει πρός συνάντησιν του Καποδίστρια και Ύωηλάντου εις Πετρούπολιν κομίζων έπιστολήν του Ανθίμου Γάζη πρός τόν Καποδιστριαν. Παρουσιασθεις ένώπιον αύτού έφρόντισε οπως τον καταπείση νά άναλάβη την άρχηγίαν της έταιρείας σκοπόν έχούσης την άπελευθέρωσιν της Ελλάδος. Αλλ’ ό Καποδίστριας πρό την του Ξανθού άφίξεως εις Πετρούπολιν έιχεν μάθει παρά του Καμαρινού Κυριακού οτι οι ένεργούντες την κατά του Σουλτάνου έπανάστασιν ποιούνταν χρησιν του ονοματός και αύτού του Αυτοκράτωρος. Έιπεν δέ τούτο ό Καμαρινός Κυριακός κατ’ έντολήν του Π. Μαυρομιχάλη ού και έπιστολήν πρός τον Καποδίστριαν έκομισεν. Διό ουτος ού μόνον άπεποιήθη την προσδοκωμένην άρχηγίαν άλλά και ηλεγξε τον Ξάνθον έπι τοιαύτη εισήγηση. Ό Καμρινός μάλιστα διά Κωνσταντινουπόλεως έπορεύθη εις Πετρουπολιν καθ’ ον χρόνον ό Θ. Νέγρης περιηλθε εις σύγχυσιν πρός τον Φλέσσαν, ώς πρόερρέθη.

Συναντήσας δέ έν Κωνσταντινουπόλει τον Θ. Νέγρην ηκουσε πολλά κατά της έταιρείας συκοφαντίας αύτού προσθέσαντος οτι περι πόθων έγραωε και αύτός πρός τον Καποδίστριαν. Ό Ξανθός άποτυχών του σκοπού της εις Πετρούπολιν πορείας άπετάθη πρός τον Αλ. Υωηλάντην παρ’ φ και ύπέβαλεν οσα έντελοιντο ή έταιρεί^. Ό Ύωηλάντης άκροασάμενος τόν Ξανθόν άπεδέξατο τήν πρότασιν ύπέρ αύτού, ώς άρχηγός της έταιρείας και ένετείλατο τω Ξάνθω ΐνα άνακοινώση τη έταιρεια τήν άπόφασιν του. Ό Ξανθός παραχρημα έγραωε έπιστολήν του Φλέσσα διαμένοντος έν Γαλαζιω άνακοινών τήν άποδοχήν της άρχηγίας της έταιρείας παρά του Αλεξάνδρου Ύωηλάντου του λαβόντος και τό σύμβολον Α.Ρ.

Έκ Γαλαζίου ό Φλέσσας έπορεύθη είς Ισμαήλιον ένθα ένέμενε τον Αλέξανδρον Ύωηλάντην. Μετά τήν άποδοχήν της άρχηγίας τής εταιρείας ό Αλέξανδρος Ύωηλάντης κατέφυγεν προς τον Καποδίστριαν προς ον άνεκοίνωσεν τήν σύστασιν τής εταιρείας καί τον σκοπον αύτής καί οτι δίκαιον είχε νά ζητήση συνδρομήν παρά του Αύτοκράτορος Αλεξάνδρου άν ούχί στρατιωτικήν τούλάχιστον χρηματικήν ούτε ίσχυούσης τής Ίεράς συμμαχί^ς. (Βλέπε χειρόφραφο σελ. 273)

Αλλ’ ό Καποδίστριας γνωρίζων τά φρονήματα του Αύτοκράτορος άπεποιήθη ίνα ποιήσηται αύτφ λόγον δία τούτο ο Ύωηλάντης ήτήσατο παρά του Αύτοκράτορος άδειαν νά μεταβή είς το Εξωτερικόν χάριν λουτρών. Λαβών δέ τήν άδειαν ήτοιμάζετο νά άπέλθη μετά του Ξανθού όντα έν Πετρουπόλει.

Αίφνης ομως έμαθεν οτι ό Καμαρινός Κυριακος έλαβε παρά του Καποδίστρια συστατικάς έπιστολάς προς τούς έν Μόσχα καί άλλαχού φίλους του προτρεπομένους προς παροχήν χρηματικών συνδρομών είς σύστασιν δήθεν Γυμνασίου έν Μάνη προς δέ έλαβεν έπιστολήν καί προς τον Πέτρον Μαυρομιχάλην δι ής προετείνετο προς το συμφέρον αύτού καί τής πατρίδος οπως άποκρούση οση δύναμις τάς έπαναστατικάς τής εταιρείας ένεργείας.

Ούτω λοιπον ό Κυριακός πορευόμενος άνά διαφόρους πόλεις, έλάλει είς άντιπροσώπους μάλιστα του Π. Μαυρομιχάλη κατά τής έταιρείας δημοσία άγνοών οτι άρχηγος αύτής άνεκηρύχθη ό Αλέξανδρος Ύωηλάντης. Έξεμάνη κατ’ αύτού οστις είχεν όμόση τά ύπέρ τής έταιρείας καί άμέσως έγραωεν προς τούς έν Μοσχας έταίρους οπως έμποδίσουσιν τήν έν Πελοποννήσω κάθοδον τουΚυριακού ή άφέλωσιν αύτού τήν προς τον Μαυρομιχάλην έπιστολήν του Καποδίστρια.

Οί έν Μοσχα έταίροι έσπευσαν προς έκτελέσιν τής έντολής του Αλεξάνδρου Ύωηλάντου, άλλ’ ό Καμαρινός Κυριακος άπέκρουσεν αύτούς μετά περιφρονήσεως. Διαγνωστήν έποιήσαντο τήν τοιαυτν αύτού άποποίησιν προς τον Ύωηλάντην,ό όποίος σφόδρα άνιαθείς έπ' αύτή έσπευσμένως έγραωεν προς τούς έν Γαλαζίω, Ρενίω καί Ισμαλίω έταίρους οπως τον Καμαρινον αύτόσε διερχόμενον συλλάβωσι καί τάς έπιστολάς άπ’ αύτού άφελόντες καθοδηγήσεσιν ώς το μοιραίον τέλος του Γαλάτου. Καί όντως ό Καμαρινός έρρίφθη είς τον Δούναβιν άλλωστε καί προς ίκανοποίησιν του Π. Μαυομιχάλη, του έξαποστείλαντος αύτον είς τήν Πετρούπολιν. Μετά δέ ταύτα ό Ύωηλάντης προσλαβών τον Ξάνθον άνεχώρησεν είς Μόσχαν καί έκ Μόσχας είς Κίεβον.

ΦΥΛΑΔΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

Έκ Κιέβου είς Όδησσον τού Ξάνθου εύρεθέντος είς Βουκουρέστιον. Έκ δέ τής Όδησσού μετέβη ό Ύωηλάντης είς Ισμαήλιον ένθα ένέμενε αύτον ό Φλέσσας, τού Ξάνθου άποχωρήσαντος είς λιμοκαθαριστήριον Ρενιού έν τή όχθη Προύτου μετά συνενώνουν προς Γεώργιος Όλύμπιον καί Ίωάννην Φαρμάκην.

Η εν Ισμαιλίω συνάντησις.

Έν Ισμαιλίω συνήλθον ό Χ. Περραιβός, Πέτρος Μαρκέσης, Ιωάννης Φαρμάκης, Δημήτριος Θέμελης καί Π. Αναγνωστόπουλος, έπανελθών έκ Πίονα, του Τσακάλωφ καθ'όδόν νοσήσαντος καί άπομέντος έν Βιέννη. Ούτοι πέντε συνεστάθησαν ύπο του Φλέσσα προς τον Υωηλάνην, καί τήν έπιούσαν συσκεπτόμενοι άναφαίνοντο περί του χρόνου καί του τρόπου της δράσεως της εταιρίας.

Έν τή συζητήσει προετείνοντο δύο γνώμαι. Καί κατά μέν τήν μίαν κρατυνομένην ύπο πάντων τών συνελθόντων, πλήν του Φλέσσα, συνιστάτο ή άναβολή τής έπαναστάσεως ίνα τελειότερον οργανοθώσιν. Κατά δέ τήν δευτέραν προετείνετο ώς άναγκαί^ ή......δράσις, ής, οπαδός ών........νας διά τούς έφεξής λόγους, ήτοι πρώτον δία τήν στάσιν του Άλη Πασσά

προς τον Σουλτάνον άπασχολουσαν πολλάς χιλιάδας Τούρκων στρατιωτών.

Δεύτερον τήν έν Ίσπανίρ. καί........ανώμαλον κατάστασιν.......σαν μετεώρους τάς

Εύρωπαϊκάς δυνάμεις φοβουμεναι τήν ρηξίν τής Ίεράς Συμμαχίας.....τρίτον δία τό άνάπυστον τής......καί τό άπαρά.. δία τήν ένδεχομένην έξαστ..σιν τών ένεργειών τής εταιρίας. . έν μέρος τής Τουρκικής. ..

Κατά έάν μεσολαβούται Χρ. μεταξυ τής στρατευμένης άν..λής ή τής δράσεως.

Πεμπτόν τήν ένδεχομένην άρσιν τών ευκαιριών τούτων, μεθ'ών ή Τουρκί^ δυνήσεται ίνα


Πελ.....................χημενων καί αύτών, ή προτρέωας τόν

Αναγνωσταράν άτι.....λλού ώς έλέχθη έντονα έν Ύδρ^ διαμένων.....Όπως υπάγη είς Μεσσηνίαν. .. αυτός είς Άργος.

Μετά τήν άναχώρησιν . ...του Γρηγορίου Φλέσσ^ καί Περρεβού.. Δημήτριος Δημήτριος Θέμελης. ..Κωνστανινούπολιν.....τή 5 Δεκεμβρίου....πρός τούς Αιγαιπελαγίτας. ..κον έγγραφον τώ Αλεξίω Ύωηλάντη προσυντετάγει ύπό του Γρηγορίου Φλέσσ^ έχων ώδε :

Έγγραφον τώ Άλεξίω Ύωηλάντη του Γρηγορίου Φλέσσα.

Ύπό ήμερομηνίαν 7 Νοεμβριου 1820 έν Ίσμαηλίω.

Δία του έγγράφου τούτου πρός τους Νησιώτας συνιστάτο ο Θέμελης, ώς στενός πατριώτης καί οτι δέον ίνα άπαντες οί πατριώτες

παράσχωσιν αύτφ συνδρομήν καί έν Πελοποννήσω......Έλλάδι στρατόν, οτε έφαπαξ ώς δία

παντός θα έξέλισε σήμα έλπίς Εθνικής Παλιγγενεσίας, αφ'ού μάλιστα ή Χριστιανική

Εύρώπη καί τότε έπεδείκνυε τοιαύτην έπίμεμπτον άστοργίαν.

Τήν γνώμην ταύτήν του Γρηγορίου Φλέσσ^ άπεδέξαντο ό Ύωηλάντης μετά των άλλων πάντων μεταπισθέντων7. Μετά δέ τούτο συνεζήτησαν πότε ή πώς πρέπει ν^ γίνη δράσις. Ό Γρηγόριος Φλέσσας ύπεστήριζεν έν τή συζητήσει ότι δέον ν^ προσδιορισθή, έν πρώτοις, ό χρόνος τής καθ' άπαντας ήμέρ^ ένάρξεως τής έπαναστάσεως καί ώς κατάλληλον ήμέραν αύτής έθεώρησε τήν 25ην Μαρτίου1821 ήν καί οί άπαντες άπεδέξαντο. Μετά τούτο προέτεινε ν^ πορευθώσιν άμέσως, εις μέν τήν Ήπειρον ό Υωηλάντης καί Χριστόδουλος Περραιβός είς δέ τήν Πελοπόννησον αυτός τε καί ό Αλέξανδρος Ύωηλάντης άνά δέ τήν Μολδοβλαχίαν ό Γεώργιος ’Ολύμπιος, Σάββας Καμινάρης, Θ. Βλαδιμηρέας, Γ. Κατακουζηνός οι δύο του Ύωηλάντου άδελφοί, Δημήτριος καί Νικόλαος.

Είς τάς νήσους δέ του Αρχιπελάγους Ό Δημήτριος Θέμελης, είς τήν Θεσσαλίαν ό Ίππατρος καί είς Αιγυπτον ό ιατρός Αντώνιος Πελοπίδας. Έγκριθείσης καί τής προτάσεως ταυτής άπό πάντων, ύπό του Αλεξάνδρου Ύωηλάντου πρός τόν Γρηγόριον Φλέσσαν εχορηγήθη έγγράφον δία τήν έν Κωναταντινουπόλει έφορίαν, δι ου διετάσσετο αυτή ίνα καταβάλη αύτφ 300,000 Γροσίων.

Πρός δέ τω έχορηγήθη ή σφραγίς τής έταιρίας καί περιεκλείνον πρός τούς Πελοποννησίους έταίρους έγγράφου συστατικού παρά τοίς έν Πελοποννήσω άρχουσι ή Αρχιερεύσιν έχοντας ώδε:

Ό Παπαφλεσσας διορίζεται από τον Υωηλάντη αρχηγός της Επανάστασης στήν Πελοπόννησο.

«Σεβασμιώτατοι καί Πανιερώτατοι Αρχιερείς, ευγενέστατοι άρχοντες καί προεστώτες, Ανδρείοι Στρατηγοί καί Καταναίοι καί άπαντες οί άδελφοί τής Πελοποννήσου Έλληνες φιλοπάτριδες. Είς τάς παρούσας κρισίμους περιστάσεις τής πατρίδος μας καμια άλλη έπαρχί^ τής Ελλάδος δεν έδειξε τό ζήλον ύπέρ τής εύτυχούς έκβάσεως τών ίερών του γένους άγόνων, όσον αί φιλευγενείς ωυχαί σάς.

Ώ Πελοποννήσιοι. Τά έργα σάς κηρύττουσι τρανώτατα ότι είς τάς φλέβας σάς κυκλοφορεί άκόμη τό έυγενές έκείνο Σπαρτιατικόν αίμα, τό όποιον διείγηρε τόν θαυμασμόν όλών τών άγώνων. Αί έκούσιοι καί ύπέρ τας δυνάμεις σάς συνεισφοραί άνακαλώσιν είς τήν μνήμην τάς μεγάλας καί άμιμήτους θυσίας τών προπατόρων σάς.

Ή δέ άξιότιμος πειθαρχία καί ή γενναί^ άπόφασις σάς μαρτυρώσιν ότι είς τον όρίζοντα σάς θέλει άνατείλαι τό φωτεινόν τής έλευθερίας Άστρον, καί διαδώσει είς όλήν τήν Ελλάδα τάς λαμπράς του άκτίνας. Ή ότι άπό μέσα σάς μέλλει ν άναφανώσιν οί Λεωνίδαι, οί

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

όποιοι με ταις άνικήτους φάλαγγας των θέλουσιν επιφέρει τρόμον εις τούς εχθρούς και εύδαιμονίαν εις τούς άδελφούς Έλληνας.

Ναι ώ άνδρες Πελοποννήσιοι. Ή ώρ^ του εύγενούς άγώνος εγγίζει, το στάδιον της δόξας άνοίγεται. Και ιδού σάς πέμπω τον φιλογενναιον και άξιοσέβαστον δία τας άρετάς του και τον παριωτισμον του, Συμπολίτην σας Αρχιμανδρίτην Φλέσσαν, τον δία τάς μεγάλας εκδουλεύσεις προς τήν πατρίδα γνωστόν και εις εμέ και εις άλλους άνωτέρους, δία ν^ σάς όδηγήση εις τον όρθον της Αθανασίας δρόμον.

Ή Πανοσιότης του θέλει σάς εξηγήσει τά σχέδια μου, και δώσει εις έναν έκαστον τάς προς το κοινον καλον διαταγάς μου. Θεωρήσατε τόν, άλλον εμέ. Βάλλετε εις πράξιν τάς όδηγίας του, και δώσατε παράδειγμα εις όλους τούς όμογενεις σάς ότι ό καλος πατριώτης, όταν πρόκειται λόγος περι του κοινού της πατρίδος συμφέροντος, πρέπει ν άποχωρίζηται με χαράν άπο τάς άγκάλας των γονέων, συγγενών και φιλών του, ν^ θυσιάζη τήν περιουσίαν του, ν^ καταφρονή κινδύνους, ταλαιπωρίας και αύτον τον θάνατον, και ν άκούη τήν φωνήν της Πατρίδος.

Τοιαύτα άκολουθούντες εδοξάσθησαν οί προπάτορές μας Έλληνες. Με ταύτά μόνον εισευπορούμεν και ήμείς ν'άποκτήσωμεν τάς άειθαλεις στεφάνους τας εύηλίοις και ν^ δείξωμεν εις όλα τά έθνη της Εύρώπης, τά όποί^ άσπλάγχνως μας κατηγορούσιν, ότι εΐμεθα άληθινοι τών Ελλήνων άπόγονοι και κληρονόμοι τών μεγάλων και άμιμήτων άρετών τών.

Έτοιμασθητε λοιπον φίλτατοι όμογενεις, ώστε όταν έλθη ή εύτυχεστάτη της ζωης σάς ώρω και ν^ καταφιλήσω το ίερον της Πατρίδος μας έδαφος, και ν^ εύρεθώ εις μέσον σάς, ν^ είναι τά πράγματα καλώς διατεταγμένα και ν^ μήν μας άκολουθήση ή παραμικρά άργοπορίω άλλ’ άμέσως ν^ κινηθώμεν με τήν βοήθειαν της θείας Προνοίας προς επίτευξιν του ίερωτάτου και δικαιοτάτου ήμών σκοπού. Χαίρετε!»Το παρών έσφραγίσθη και έδόθη.

Ισμαήλι τή 8 Οκτωβριου 1820.

(Τ.Σ.) +

Αλέξανδρος Ύωηλάντης

Έχορηγήθη δέ και έτέρ^ επιστολή προς τον Χριστόδουλον Περραιβόν, φδέ:

Επιστολή του Αλέξανδρου Υωηλάντη πρός τον Περραιβόν.

«Ανδρειοι άρχηγοί τών Έλληνικών στρατευμάτων! Έγγίζει πλέον ό καιρός, τόν όποιον τοιούτους αιώνας επροσμέναμεν. Ή προκλητική Σάλπιγξ της Πατρίδος εντός όλίγου μέλει νά ήχήση. Διά τούτο σάς στέλνω τόν άνδρειον καί γενναιον Περραιβόν, τόν παλαιόν συναγωνιστήν σάς, μέ τόν όποιον πολλάκις συνηγωνίσθητε κατά τών εχθρών της Πατρίδος καί εμοιράσατε εύτυχίαν καί ταλαιπωρίας. Αύτός θέλει σάς εξηγήσει τούς σκοπούς καί σάς

δώσει τάς διαταγάς μου. Ακολουθήσατε λοιπόν τούς λόγους μου. Ακολουθήσατε τήν συμβουλήν του, καί δείξατε είς όλον τόν κόσμον ότι τώ οντι είσθε απόγονοι τών παλαιών ήρώων της Σαλαμίνος καί τών Θερμοπυλών, καί ότι καταφρονείτε καί τουτον τόν θάνατον, ώς καί εκείνοι.

Ή δέ ευγνώμων πατρίς θέλει ανταμείωει τας ανδραγαθίας σας με τας πλούσιας της δωρεάς, δόξαν, τιμας καί αξιώματα. !

Ισμαήλί, τη 8η ’Οκτωβρίου 1820.

(Τ.Σ.)

Αλέξανδρος Ύωηλάντης.

Έχορηγήθη έτι προς τον αύτόν έτερον εγγράφον προς τήν εφορίαν τήν εν Κωνσταντινουπόλει, διατασσομένην όπως χορηγήση αύτφ 110,100 γροσίων. Μετά δέ ταύτα εκάτεροι, ήτοι ό τε Φλέσσας, προσλαβών ήδη εν Ίσμαηλίω τό γνώρισμα Αρμόδιος, έχων ώς σύμβολον Α.Μ. από τής αρχής τής εν Κωνσταντινουπόλει κατηχήσης του καί ό Περραιβός απήλθον δία Σουλινα είς Κωνσταντνούπολιν, του δέ Αλεξάνδρου Ύωηλάντη μεταβαίνοντος είς Κινσόβιν μετα του Λασάνη, ένθα ενέμενον εν τω λοιμοκαθαρτηρίω τόν Ξανθόν, προσλαβών τό πρόσθετον σύμβολον Καλός.

Αλλ’ ό Περραιβός δεν ήδυνήθη ν^ συναντήση τόν Φλέσσαν εν Σουλινα, δι ό καί έγραωεν παραπονούμενος τήν εφεξής επιστολήν.

Αδελφέ Ξάνθε χαίρε.

Σουλινα 1η Νοεμβρίου 1820.

Δεν επρόφθασα τόν Δικαίον Φλέσσαν εδώ, επειδή πρό τριών ήμερών, πρυμναίου ανέμου πνεύσαντος, έπλευσε καγώ κεχηνώς μένων διά ν αξιωθώ τής αύτής τύχης. Απότινα πολυκαιρικά γράμματα καί έτέρας ειδήσεις, τας όποίας ό Κύριος Σάββας σας έστειλε, δεν ημπόρεσα ν^ καταλάβω τό ούσιώδες καί βάσιμον. Δεν ειξεύρω πώς οί άνθρωποι εκθαμβουνται τόσον τόν νουν από ασθενεστάτους φόβους, καί μάλιστα πολεμικοί οντες ώς προπάντων ύποσχόμενοι ενόρκως ν^ εκτελέσωσιν μεγάλα πράγματα.

Κατ' αλλα δέ,τα τοιαυτα (ώς γνωρίζεις κάλλιστα) δεν πρέπει ν^ τα άριστοποιή καί βεβαίως αύτός μόνος, επειδή εν τών αύτφ τόπω καί δία τόν ίδίον σκοπόν έχει καί άλλους συνομόφρονας καί όμοίους του συανδελφους. Έαν εκείνοι καταλάβουν ότι ό Σάββας γραφεί τοιουτα κατ’ ίδίαν πρός τόν καλόν, ή ό Καλός γράφη πρός αύτούς δία ν^ βεβαιωθή καί ακούση τό εναντίον τι δύναται ν^ συμβή τότε αδελφέ;

Τούς αμαθείς ανθρώπους πρέπει ν^ προφυλάττη τινας από τοιαυτα προσκρούσματα, τα όποί^ προξενούν σχίσματα καί όπόταν συμβώσιν είναι δύσκολον ν^ τα ήσυχάση τινας καί κάθε ορθός σκοπός ανατρέπεται τότε. Είς όλων τών ανθρωπίνων ταγμάτων τας κεφαλας δεν

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

ισχυει τόσον ή φιλοτιμώ καο ό έγωϊσμός, όσον εις έκεινα των πολεμικών. Πρόλαβε λοιπόν τα τοιαύτα, γράφοντας πρός τόν ρηθέντα Σάββαν δία ν^ μήν έκτεθώ ύπέρ τά έσκεμμένα.

Έρρωσο φίλτατε. Όλος σός

Χ. Περραιβός.

Έν Κωνστατνινουπόλει ό Φλέσσας έγραωε πρός τόν Ύωηλάντην τήν δέ έπιστολήν, έμφαίνουσαν τάς σπουδαίας αυτού ένεργείας ύπέρ του Εθνικού αγώνος :

Κύριοι οι ένταύθα φίλοι, εχοντες μεγάλην άνάγκην από στρατιωτικήν δύναμιν και τρεις στρατηγούς της ξηράς και άπό χρήματα άρκετά, ήνάγκασαν ή μάς ν^ σάς ειδοποιήσωμεν ότι την μέν στρατιωτικήν δύναμιν ν^ τήν άναπληρώσουσιν άπό τους έδώ εύρισκομένους Έλληνας, χρήματα όμως τόσα όσα έζήτουν δία ν^ έτοιμάσουσιν τήν στρατιωτικήν δύναμιν ή δία πυρίτιδος ή δία θαλάσσης δία τήν όποίαν ν^ δυνηθώσιν ν άφαιρέσουν άπό τόν έχθρόν τόν στόλον και ν^ δώσουν εις τόν Φλέσσαν τριακοσίους χιλιάδας γροσίων ή έκατόν χιλιάδας γροσίων εις τόν Περραιβόν ώς διέταξεν ό Αλέξανδρος Ύωηλάντης, δεν έχουν και φοβούμαι μήπως οι Κύριοι γεννώσι αίτί^ ν^ καταστραφώσιν οι έν Κωνσταντινουπόλει Έλληνες. Λοιπόν πρέπει ν^ εύρεθώσιν δύο Στρατηγοί ή και τρεις και χρήματα άρκετά για ν^ οίκονομηθώσιν αι είς χρήματα άνάγκαι.

Και τότε σάς διαβεβαιώ ότι αύτοι θέλουσι κατορθώσει τό πάν ή τά έργα αύτών θέλουσι βοηθήσει μεγάλως τούς έξω Έλληνας πρός έκτελέσιν του σκοπου τών. Λάβεται λοιπόν αύτήν τήν φροντίδα διότι αύτή ή περίστασις είναι πολύ κρίσιμος και δεν έπιδέχεται τήν παρμικράν άργοπορίαν.

Οι άρχηγοι και τά χρήματα άφεύκτως πρέπει ν^ σταλώσι είς Κωνσταντινούπολιν. Ό Φλέσσας μετά πέντε ήμέρας μεταβαίνει είς Πελοπόννησον ν^ έτοιμάση τον πόλεμον και έλπίζει ότι περι τά τέλη του μηνός τούτου ν^ συναντηθη με τόν Αλέξανδρον Ύωηλάντην, επειδή ό Φλέσσας άπό τήν Κωνσταντινούπολιν έδιεύθυνεν πλοιον ίνα παραλάβη έκειθεν τόν Ύωηλάντην και τον μεταφέρη είς τήν Πελοπόννησον.

Ό Άλη Πασσάς έπιμένει είσέτι και έλπίζονται άπ' αύτόν καλά πράγματα ώς έπιβεβαιωθέν άπό τόν Αρχιερέα τών Σπετσών όστις ηττον όλος είς την ύποθέσιν τό αύτό μας ηπε (συνεχείς άπό τό ύπ' άριθ. 594 στο χειρογαρφοΛείπει μι^ σελίδα).

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Καί όμως ό Ιστορικός Φιλήμων έπιθυμών ν^ ταπεινώση τον έν περιωπή ίστάμενον Φλέσσαν, τό Κύριον της έταιρίας έΛατήριον, άνέγραωεν ούχί εύσυνειδήτως έν τω δοκιμίω του σελ. 234, παρασυρθείς ύπό του συγκατοίκου του Αναγνωστοπούλου, οτι ή κατήχησις του

’Ολυμπίου, Ιωάννη Φαρμάκη καί τών άλλων, πρός δέ καί ή σύνταξις του καταχωρισθέντος συνεσχετικού, έπήνεγκεν βλάβην τή έταιρίω έν ω ήτε κατήχησις καί τό συνεσχετικόν άντίγραφον έτι περινέων Φλέσσαν καί τήν ύπ' αύτού άντιπορευσομένην έταιρίαν έν έκείνοις τοίς μέρεσιν.

Ό ουτος Ιστορικός Φιλημών έν τω δοκιμίω του σελ. 255 -6 άνέγραφεν οτι ό Νέγρης συναντηθείς μετά του Φλέσσ^ είς Κωνατσντινούπολιν έφρόντιζεν ν^ μάθη παρ' αύτού τόν σκοπόν τής έταριας καί λάβη έν αυτή μέρος, μή έπιτυγχάνων δέ τούτο, περιέπεσεν είς πολλάς περεκτροπας, προκαλών τήν κατ' αύτού άγανάκτησιν του Φλέσσ^. Γράφει δέ αυτολεξεί:

«Ό Θ. Νέγρης, άπραγμονών είς τήν Κωνσταντινούπολιν φροντίζει ν^ έπηρεάση τό πνεύμα του Δικαίου, καί ν^ λάβη μέρος ένεργητικόν είς τά πράγματα τής Έταιρίας. Δέν έπιτυγχάνει τούτο, καί παρασύρεται είς παραδρομάς πολλάς, άφορώσας ώς έπί τό πλείστον τήν άνίχνευσιν τής "Αρχής. Ό Δικαίος, Ισχυρός κατά τήν έποχήν αυτήν, έπολεμείτο καί άντεπολέμει τούτον. Τελευταίον μήν ύποφέρων τάς πικράς συκοφαντίας του κατά τών Πρωτενεργών καί τών κινημάτων τής Έταιρίας, καί έποπτεύων πολύ πλέον λυπηρότερος συνεπείας, άποφασίζει ν^ τόν θανάτωση. Ζητεί δέ δ έπίτηδες άπεσταλμένου (του Δημητροπούλου) τήν γνώμην του μόνου ήδη όδηγού του πνεύματος του Αναγνωστοπούλου, καί προβάλλει συγχρόνως τήν άνάγκην του ν^ γίνωσιν. Έγγραφα τίνα ώς έκ μέρους τής Αρχής πρός τούς Πελοποννησίους ή καί άλλου, έάν ή χρεία καλέση. Ό Αναγνωστόπουλος μένει σύμφωνος ώς πρός τό δεύτερον, έπιφορτίζων τό Έργον είς τούτον καί τόν Σέκερην ώς πρός τήν πρώτην ομως πρότασιν έναντιούται, άπαντών:

«... Δικαίε! Τό ξίφος, τό όποίον σύ άπροσέκτως έτοιμάζεις διά τόν Νέγρην, θέλει διαπεράσει έμέ μάλλον. Ή θέσις, είς τήν όποίαν προεχώρησας, πρέπει ν^ σέ χορήγηση τόν εύγενή ένθουσιασμόν του ν^ δειχθής άνώτερος τών παθών σου. Βλέπε άπό τής στιγμής αυτής τήν ίστορίαν τής ζωής σου είς τό μέλλον. Δέν μένει κρυπτή καμμία πράξις. Κρύπτε μόνον είς τήν καρδίαν σου τήν γενναίαν έκδίκησιν τοΟ ν^ μή μάθη ουτος, ο,τι προσπαθεί καί περί του όποίου σέ ώμίλησα. Ιδού ο άκίνδυνος θάνατος! Ός τις μεταχειρίζεται τοιαύτα χαμερπή καί άνόσια μέσα, μιαίνει αύτούς τούς σκοπούς του, άποκαθίσταται ύποπτος καί μισητός, καί τρέ-χεί έπομένως τόν άφευκτον κίνδυνόν του. Ελπίζω, πώς θέλεις πεισθεί είς τήν άλήθειαν αύτήν, χωρίς νά λύπησης ένα, είς τίς προσπαθεί άνένδοτος διά τό λαμπρόν σου μέλλον».

Έξ Αμμοχώστου ό Ακίδας μετά τού έπισκόπου Πρωσίας προέβησαν είς Λεμεσόν οθεν λαβόντες έπιστολήν τού Αρχιεπισκόπου πρός τόν Κάρολον, άπέπλευσαν είς Τορίνον. Ό Κάρολος τότε άναγνώσας τάς έπιστολάς τούτε πατριάρχου τών Ιεροσολύμων καί τού άρχιεπισκόπου Κύπρου καί άκούσας τάς έκθέσεις άμφοτέρων τών άπεσταλμένων άτου,

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

απέφυγεν νφ δώση οριστικήν τινα άπάντησιν είς τήν αϊτησιν του επισκόπου Κροίας, είπών, οτι θ' άποφασίςη περί του προκειμένη μετά ώριμον σκέωιν, καί έδειξεν ούτως οτι δεν έκρινε κατάλληλον τήν περιστάσιν προς τοιαύτην άποπείρα.

Αφ' ω ο Ιστορικός Φιλήμων ένέγραωεν έν ταίς άνωτέρω σελίδας του δοκιμίου του οτι κατήχησεν ο Αναγνωστόπουλος πρώτος τόν Νεγρην καί μετά ταύτά τόν Φλέσσαν, πώς ο Νέγρης έπιζητεί νφ μάθη παρά του Φλέσσα τά τής έταιρείας, διαπληκτιζόμενος έπί τούτω μετ'αύτού; Πρός τι δέ νφ γράφη ο Νέγρης κατά του κατηχητού του Αναγνωστοπούλου καί Ξάνθου πρός τόν Καποδίστριαν ; καί πρός τι νφ γράφη κατά του Φλέσσα, μεθ’ ού περιέπεσεν είς έριδας ; Διατί ο Φλέσσας έφυλακίσθει ύπό τής Τουρκικής εξουσίας ; ’Εάν ο Φιλημών έφρόντιζε περί τής άληθείας, θά έγραφεν εν τω δοκιμίω του οτι ο Νέγρης κατήγγειλεν τόν Φλέσσαν πρός τόν Καποδίστριαν καί δία αύτό ο Καποδίστριας έγραωεν πρός τον έν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτήν τής Έωσσίας Στρογονώφ, καθ' α προέστησεν ίνα άφυπνίσει τήν Τουρκικήν δυναστείαν ώς έκ τινων ξένων μαθέτωσαν έν ής τή Επικράτεια τεκταίνονται ταραχαί! Ήθελεν έτι ώς ουτος γράωει πώς κατόρθωσε ο Φλέσσας νφ καταγγελθή ύπό του Νέγρη, νφ διασωθή άπό τής Τουρκικής άστυνομίας του Βυζαντίου!

Ή περιωπή, εις ήν οινήχθη ο Φλέσσας έπι τω έυατού έγνώρισε καί τη παντού έξαιρετική φιλοπατρία, καταφαίνεται είς έξ έπιστολάς του Πανούτσου Νοταρά πρός τόν Παλαιών Πατρών, είς Άγιον Καρυουπόλεως καί τούς προκρίτους Καλαβρύτων, και Αίγίου. Έχει δέ αύτη καταχωρισθή έν τω δοκιμίω τω αύτφ Φιλήμωνα σελ. 357 φδέ :

«Προσέχετε λοιπόν καλώς, πρός αύτού τού πατρικού έδάφους μή τό Πράγμα κινηθή άώρως, καί έν ένι, ή δυοίν, ή καί τρισί τόποις, ώς έπιβλαβές. 'Ομιλήσατε μετά του νεήλυδος ένεργού σεβαστού Δικαίου, φτινι άπονέμομεν τάς έγκαρδίους προσκυνήσεις, άναλογίσασθε, οσον τό χρέος ύμών γράωατε τάχιστα πρός τε τόν έρχόμενον Έκλαμπρον (Α. Υωηλαντην) καί πρός αύτήν τήν Αρχήν, διά νφ ζυγοστατήσωσι τό έπιχείρημα, καί μετ' άκριβείας σταθμήσωσιν, «ώσπερ στάθμη δόρυ νήΐον έξιθύνει τέκτονος έν παλάμη», καί ούτω νφ κινήσωσι τήν μηχανήν ένταυθα καθ' ολα τά μέρη, προστάτην έχοντες τήν άμαχον δεξιάν, ώς διείληπται, κατά τών ένδεχομένων οπως μή γένηται τό "Έθνος ήμών θύμα τών βαρβάρων καί τού φθόνου τών πλησιοχώρων, καί διακινδυνεύσωσιν οι ένεργοί, χωρίς νφ ϊδωσι τάς κεφαλάς αύτών έστεμμένας μέ τούς θριαμβευτικούς στεφάνους τής έλευθερωθείσης Πατρίδος».

«Πρός τούτοις παρακαλούμεν νφ μας όδηγήσητε, είς ποίον μέρος νφ έξαποστείλωμεν τάς συνεισφοράς τών Αδελφών, σημειούντες καί εί τι άκοής Αξιόν».

«Καί ταύτα μέν διά τού παρόντος Γράμματος, ώς μή έξόν διά στόματος. Εϊητε δέ διαλογιζόμενοι τά πρός τό συμφέρον τής Πατρίδος καί τών Ενεργών τή θεία συνάρσει!

«1821, Ίανουαρίου 14.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Οΐ δούλοι καί ειλικρινείς άδελφοί Πανούτζος Νοταράς καί οΐ λοιποί Αδελφοί».

.......ό Γραμματεύς του υίοΰ του Άλή Πασσά, οτι μένει ένεχειρον είς το Πατριαρχείον. Κύριοι, παντου ό ’Οργανισμός έγεινε κατά θαυμάσιον τρόπον καί έλπίζω καλήν έκβάσιν του σκοπού μας. Πασχίσατε λοιπόν ν^ άναπληρώσεται καί τό έλλείπον της Κωνσατντντινουπόλεως, ίνα μήν καταισχυνθώμεν ώς αίτιοι τοιάυτης θυσίας

Μένω.

Κωνσταντινουπόλει 18 Νοεμβριου 1820

Γρηγόριος Δ. Φλέσσας

Καταπλεύσαντες είς Κωνσταντινούπολιν πρός έκτελέσιν του σχεδίου της έπαναστάσης κατά τά άπεφασισθέντα έν Ίσμαηλίω, ό μέν Γρηγόριος Φλέσσας τή 4η Νοεμβρίου 1820, ό δέ Χ. Περραιβός μετά τρείς ήμέρας, έπελήφθησαν συναμφότεροι δραστήριων ένεργειών μετά τών γεναίων έν Κωνσταντινουπόλει Ελλήνων περί προπαρασκευής τής έπαναστάσεως έν αυτή. Αλλ’ αίφνης διατάσσεται ό Περραιβός υπο του Ύωηλάντου ίνα κατεσπευσμένως πορευθή, ουχί είς Ήπειρον, κατά τήν έν Ίσμαηλίω άπόφασιν, άλλ’ είς Μάνην πρός συνάντησιν του Π. Μαυρομιχάλη, δείξαντος τότε σημεία μεταβολής άποφάσεως ώς έκ καταγγελίας έναντίον του παρά των έν Σπάρτη Τουρκικαίς άρχαίς καί τω Καπετάν Πασσά, ύφ’ ου διωρίζοντο οί τής Μάνης Μπάσμπογοι.

Συγκατηγγέλθη δέ καί ό τής Ανατολικής Μάνης Μπάσμπαγη (προσωρινός Διοικητής ) Ζανετάκος Γρηγοράκης ύπό τω Αλεξάνδρου Κουμουνδουράκη καί Καλκαντή, μνηστήρων τών δύο τούτων θέσεων, έπί συνωμοσία κατά του καθεστώτος καί συμπράξας μετά τής Φιλικής Εταιρίας. Έφ’ ώ ό Π. Μαυρομιχάλης έξεφράσθη κατά τής εταιρίας δυσμενώς καί προεκάλεσε τήν είς Μάνην άποβολήν του Χ. Περραιβού.

Μετά δέ τήν άναχώρησιν τούτου έκ Κωνσταντινουπόλεως ό Γρηγόριος Φλέσσας ουκ έπαυύατο ένεργών τά δέοντα είς έξοπλισμόν καί διαρίθμησιν τών καθ’ έκαστον, ύπ’ άρχηγούς ξηράς τε καί θαλάσσης, οπως τών Αμερίμνων, καταίχωσι έν δέοντι καιρφ τήν έν Κωνσταντινουπόλει Τουρκικόν στόλον καί καταργήσωσι τήν Οθωμανικήν δυναστείαν, έμποιοΰντες συνάμα θάρρος, των έξώ Ελλήνων.

Αλλά δυστυχώς τά πρός τοιαύτην πράξιν χρηματικά μέσα δεν έξευρέθησαν, ώς καταφαίνεται έν τή άναγραφείση έπιστολή του Φλέσσ^. Κατ' έκείνας τάς ήμέρας κατέπλευσεν είς Κωνσταντινούπολιν ό Αλέξανδρος Κουμουνδουράκης μετά του άδελφού του καί ό Καλκαντής, συστησάμενος ύπό του Αρμοστοΰ τής Έπτανήσου Θωμ^ Μεϊτλάν πρός τόν έν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβευτήν τής Αγγλίας καί ύπό του Άλη Πασσά πρός τούς έν Κωνσταντινουπόλει φίλους τών Έλμάς Μέτσον καί Κάστιο Πασή, οπως ένεργήσωσιν παρά τω Καπετάν Πασσά (Ναυάρχω) ίνα διορισθώσιν οί συσταινόμενοι Μπασμπαγής, ό μέν Αλεξ. Κουμουνδουράκης έν τή Δυτική, δέ ό Καλκανδής έν Ανατολεική Μάνη.

Καί ό μέν Μέϊτλάν ενεργή περί του διορισμού αύτών ύπό τή από κοινού έπαγγελία ΐνα άμα τω διορισμφ υωώσουν έν Μάνη σημαίαν Αγγλικήν, ό δέ Άλη Πασσας, ύπό του Σουλτάνου κλεμούμενος, έπί έξυπηρετήσει σχεδιών Αγγλικών καί τή ύποσχέσει ΐνα, νικητής γενόμενος, ύωώση καί αύτός έν Ήπείρω τήν Αγγλικήν σημαίαν.

Ό Φλέσσας συναντήσας έν Κωνσταντινουπόλει τούς συσταινομένους καί έπιθαρρύνας αύτούς, διεβεβαιώθη οτι ό Καπετάν Πασσάς ύπέσχετο οτι μετά τρεις ή τέσσαρας ήμέρας διορισθήσαντες άμφότεροι καί άναμένουσι τήν κοινοποίησιν του Διατάγματος. Έν τή πληροφορία ταύτη ό Φλέσσας μετά του Π. Σέκερη, έταίρω έκ Τριπόλως όρμώμενος, έπορεύθη είς τό Πατριαρχεΐον έν ω εί ομηροι οί υιοί του Π. Μαυρομιχάλη διετέλουν, καί άνεκοίνωσεν αύτοΐς τά κατά τήν παύσιν του πατρός τών καί τήν φήμην περί του διορισμού του Αλ. Κουμουνδουράκη είς ώς διαδόχου του, προτρέωας ΐνα ώς τάχιστα άνέλθωσιν, άτε κινδυνεύοντες σωθέντος του πατρός τών έπί προδοσία έσχάτη.

Οί υιοί του Μαυρομιχάλη έδήλωσαν οτι, καί υπεργινώσκοντες τήν άπόφασιν του Καπετάν Πασσά, τών μεσών στερούμενοι άδυνατώσιν ν άπέλθωσι τής Κωνσταντινουπόλεως. Όθεν ό πατριώτης Π. Σέκερης άναλαβών τήν φροντίδα περί προετοιμασίας είς σωτηρίαν τών υίών του Μαυρομιχάλη, κατώρθωσε να ναυλώση πλοΐον έπίτηδες καί καταγάγη αύτούς είς Τεργέστην μετά τού έλευθερώσαντος έυατών Βαρηλανδή, δ 'έμελλεν να κατηχηθή είς Πελοπόννησον διά είς έκεΐ έπίτηδες παρά τω Φλέσσα σταλέντος πλοίου έκ Σπετσών τόν Δ. Ορλώφ.

Αλλά δυστυχώς ούτος άκούσας τήν συμβουλήν του γαμβρού του Γ. Καλκαδή καί λοιπών συγγενών του, δέν ήδυνήθη να ύπάγει είςΤεργέστην ήτό πλοΐον έδέησεν ΐνα άποπλεύση άνευ αύτού. Μετά τινάς ήμέρας, πρίν ή κοινοποιηθή τό είρημένον Διάταγμα, κατέφθασεν είς Κωνσταντινούπολιν έξ Ανδριανουπόλεως ό φίλος καί πατριώτης Π. Μαυρομιχάλης, Καπετάν Βέης, ίσχύων παρά τω Χαλέπ Αφεντη κεκτημένω έπιρροήν μεγάλην παρά τω Σουλτάνω, μαθών δέ τάς ένεργείας του Αλεξ. Κουμουνδουράκη έσπευσεν είς ματαιώσιν αύτών πρός τόν Καπετάν Πασσάν καί παρέστησεν οτι οσα κατά Π. Μαυομιχαλη κετετέθησαν ήσαν σκευωρίαι τών προδοτών καί οργάνων τής Αγγλικής Πρεσβείας Αλ. Κουμουνδουράκη.

Ό Καπετάν Πασσάς άκροασάμενος του Καπετανά Βέη, διέταξεν τήν σύλληωιν καί φυλάκισιν του Αλ. Κουμουνδουράκη, άλλ' ένώ έγένετο έρευνα πρός άποκάλυωιν τών, ό Καλκανδής, θέλων να σώση τόν Αλέξανδρον, κατέδωκε τόν άδελφόν του, ον συλλαβόντες ένήγαγον είς τήν είρκτήν καί τήν έπιούσαν άπεκεφάλισαν έν αύτή, τω Αλεξάνδρω Κουμουνδουράκη καταφυγόντος είς τήν Αγγλικήν Πρεσβείαν, έν ή άπό λύπης άπέθανεν.

Αύτή δ'ή προστασία τής Αγγλικής Πρεσβείας έπεβεβαίωσε τάς ένεργείας αύτού ύπέρ Αλ. Κουμουνδουράκη, προκαλεσούσης καθ' έυατής τήν μήνιν καί του πρεσβευτού τής Έωσσίας Στρογανώφ. Έπί τούτοις ό σκοπός τω Καπετανώ Βέη παρά τω Καπετάν Πασσά δεν έπετεύχθη, τών μηνιών, τω Μαυομιχάλη άποχωρήσαντος τής Κωνσταντινουπόλεως, αύτού δ'εμπεσόντος είς τά δυκτια του Γρηγορίου Φλέσσα.

Καθ' όσον ό Μαυρομιχάλης είχεν τέως θέσει τον μέν δεξιόν πόδα είς τά πρόθυρα της αιθούσης της Πύλης, τον δ'άριστερον έν τοίς έταίροις τών Φιλικών, έφ’ ών και έστάλη είς τήν Μάνην ό Χ. Περραιβός. Οί δ' υιοί του Μαυρομιχάλη διετέλεσαν όμηροι παρά τω Πατριαρχείω, διότι καθόλου οί ώς Μπόσμπαγοι διοριζόμενοι ώφειλον ν^ παραδιδώσιν τή Πύλη, ένα ή δύο τών συγγενών των προς πίστωσιν τής ειλικρινούς έκτελέσεως τών καθηκόντων των. Καί όσάκις μέν ό διοριζόμενος ήτο Χριστιανός, οί όμηροι παρεδίδοντο τω Πατριάρχη, ύπ' ευθύνην του, ότέ δ'ών Τούρκος παρ' αυτή τή Πύλη. Τότε λοιπον κρυφά φυγόντων τών υίών του Μαυομιχάλη, ό Καπετάν Πασσάς ύπεύθυνος ών έπί τή φυγή τών όμήρων, ώς έπιτετραμμένος τον διορισμον τών Μποσμπάγων ή την καταφυγήν περαιτέρω είς Πελοπόνησον, παρωργίσθη κατά του Πατριάρχου, όστις έξεμάνη κατά του Φλέσσ^, μαθών ότι δήθεν τήν ένέργειαν έκείνην αύτος ύπεκίνησεν.

Αλλ’ ό Φλέσσας ήρνείτο ότι ένηργήσατο ταύτας έπί σκοπού ν^ βλάωη τον Πατριάρχην, καθ’ α δηλούτε είς τήν έφεξής έπιστολήν προς τον Ξάνθον :

Περιπόθητε μας Ξάνθε,

είς Ισμαήλιον.

Δόξα τω Θεφ είς τήν θαλασσοπορίαν μας έδοκιμάσαμεν τρικυμίας καί θεομηνίας, έφθάσαμεν ένταΰθα ύγιείς κατά την τετάρτην του τρέχοντος. Δέν λείπω αμέσως ν^ σου γράωω, φιλε μου γνωρίζων πόσιν έπιθυμίαν έχεις είς το μάθης το κατευόδιον μου, καί περιπλέον ν^ σοι δηλοποιήσω ότι κατά το παρον καταγίγνομαι ίνα μετά τών λοιπών φίλων μας θέσωμεν είς τάξιν το έμπόριον μας, καί έπειτα ν^ κινήσω είς τά ίδί^.

Οί ένταΰθα φίλοι είναι ευχάριστοι ή πρόθυμοι. Χαίρε λοιπον διά τούτο καί ειδοποίησον καί αύτήν τήν άγαθήν αγγελίαν προς τούς καλούς φίλους μας δια ν^ χαρώσιν, προσφέρων τάς έκ ωυχής άσπασμούς είς άπαντας. Ό Περραιβος είσέτι δέν έφθασεν το αίτιον άγνοώ. Γράωε μου διά του Καρίνου ( Π. Σέκερη) . Σήμερον γράφω προς τούς φίλους Ιωαννίδην (Αναγνωστόπουλον) καί Μαρτάκην ( Τσακάλωφ) ν^ έλθωσι καί αύτοί είς το νούμερο 2 ( Πελοπόννησον).

Απο τής είς το νούμερο 62 ( Κωνσταντινούπολιν ) έλπίζονται μεγάλα πράγματα προς έκτελέσιν του ίερού ήμών σκοπού. Ύγίαινε φίλτατε καί ένθυμού τον είλικρινή σου Αρμόδιον. Γράωον προς τον Έλευθεριάδην ( Κομιζόπουλον) ή Ξενοφώντα ( Πατσιμάδην) τά πάντα καί ζήτησεν συγγνώμην, διότι δεν έυκαίρησα ν^ τούς γράωω.

Νεον τι άξιον άκοής δέ έχομεν κατά το παρον δία ν^ σάς γράωωμεν. Δία τούτο σιωπώντες τά μή βαςίμους ήδόμενα μένομεν αίωνίως τή εύγενί^ σοίς είλικρινής φίλος σάς. Τά του Παλαιοτέρου (Πατριάρχου) ήσαν ωευδή διά τον Αρμόδιον ( Φλέσσαν).

Α. Μ. ( Γρηγόριος Δ. Φλέσσας)

Έκ Κωνσταντινουπόλεως τή 12 Νοεμβρίου 1820

Προ της άναχωρήσεως των ομήρων τη 29 Νοεμβρίου 1820 ό Γρηγόριος Φλέσσας απηλθεν της Κωνταντινουπόλεως είς Μυτιλήνην, καταρτήσας στρατόν ξηράς και θαλάσσης και γράωας προς τούς έν Ίσμαηλίω ίνα σκοπεύσωσιν είς άποστολήν τριών άξίων στρατηγών ή τών άναγκαιον προς δράσιν χρημάτων, καί λαών παρά της έν Κωνσταντινουπόλει έφορίας ούχί τριακοσίας χιλιάδας γροσίων κατά τήν προγραφησαν έντολήν του Ύωηλάντου, άλλά μόνον ένεννηκοντα. Έν Μυτηλήνεη κατηχήσας τούς έξοχωτέρους, κατήχθη εις Κυδωνίας (Αϊβαλή), οπόθεν έγραωεν προς τον έν Σμύρνη τότε διαμένοντα άδελφον του Κωνσταντίνον Φλέσσαν ή άλλους κατηχημένους, καί όπου μηνάς ήμέρας δέκα αύτόθεν ένήργησε πάντα τά δέοντα καθ' ά έμφαίνεται έκ της έφεξης έπιστολης του προς τούς έν Ισμαηλίω :

Έντιμότατοι Κύριοι!

Καί πρότερον κατά τών έπιταγών σάς δεν έλειωαμεν ν^ γράωωμεν προς τούς έν Πελοποννήσω προεστώτας τά δέοντα ή περί της έγγύτητος του πολεμού διά ν^ έτοιμάσωσι τούς στρατιώτας μας. Τήν όποίαν έπιστολήν μου βραδέως ελαβον ευνοι διά τήν κακοήθειαν του Κυρίου Π. Ρ, είς τον όποιον αύτή ώς ιερά παρακαταθήκη ένεπιστεύθη. Μόλον τούτο οι δυστυχείς ουτοι άπόγονοι τών προγόνων μας άφεισαν άνά χειρας εργα τών καί παρεδόθησαν όλοι είς τά κοινά.

Καί τότε μεν δεν έπαύσαμεν ν^ ένεργήσωμεν τή έπιταγή σάς καί επειτα είς 'Ριπίδι καί το Ίσμαήλιον λαβόντες τάς διαταγάς του Σεβαστού Γενικού Έφόρου, ούτε ήμελήσαμεν, ούτε καιρον έπετρίωαμεν ματαίως, άλλ’ έφοδιάσαντες τά εύρισκόμενα μέλη της εταιρίας έν Γαλαξιω με τά άναγκαί^ άμέσως διεπλεύσαμεν είς Κωνσταντινούπολιν, οπού τι χρή λέγην τά έπιχείρηματά μου.

Κακειθεν άνεχώρησα περί τά τέλη Νοεμβρίου, περιέπλευσα τήν Μυτηλήνην, διεπέρασα τάς Κυδωνίας άνταμώσας τούς διδασκάλους της σχολης, ού διέθεσα τάς καρδίας τών έ^ς εταίρων, έγραφα προς τούς εν Σμύρνη άποστείλας τον Ήβον Ρήγαν, όστις ήδη έπέστρεωε κομίσας 270 Βαρέλια πυρίτιδος ως 41 στατηρας μολύβδου τή ύποσχέσι, άν ό Δικαιος Φλέσσας γράωη προς αύτούς ν^ προμηθευσώσι καί άλλας τόσας προμηθείας καί προσέτι εικόσι χιλιάδας πυροτόλιθους, ώς άναγκαιοτάτης, λέγοντες ετι μή εχοντας χρήματα ικανά δεν έδυνήθησαν ν^ έκπληρώσωσι τάς έπιταγάς τών φίλων.

Κακειθεν, ταύτα διαπράξας διέβην είς Ύδραν ή Σπέτσας ώς εύρών έν άμεριμνί^ τά πάντα είργάσθην, πλείστας κατηχήσεις. Αποστείλας δε το πλοιον ( του Δ. Ορλώφ) είς Τεργέστην κατά το τέλος Νοεμβρίου άπέπλευσα είς Πελοπόννησον, καί περιελθών μεκαλήν εκβασιν ήλπιζον τήν ελευσιν του Αλεξάνδρου Ύωηλάντου όσον έν τάχει λεγών έγώ, όσον καί οι προεστώτες, καί οι Έλληνες ήμεθα μετέωροι και ιστάμεθα κεχηνότες προς τήν φωνήν του Αλεξάνδρου Ύωηλάντου. Περί ταύτών τούτων καί τών άποφασισθέντων ταις συνόδους ταις

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

έν Μοναις Ταξιαρχών καί Λαύρας, 8σάς ιδεάσαμεν καί πρότερον διά μέσου της Κωνσταντινουπόλεως ή τώρα πάλιν επίτηδες στέλλομεν το έπιφέροντα το παρόν Καπετάν Γ. Πατρίκιον, Ιθακαίον, διά ν^ σάς άναγγέλη τά καθ' ήμάς καί διά ζώσης.

Λοιπον διά τον θεον μή άφύσητε ν^ παρέρχεται ό καιρός, οί Τούρκοι ήμέραν με τήν ήμέραν ύποπτεύονται καί είναι φόβος καί φόβος μεγάλος τι έχέτε ν^ δώσοιτε λόγω έάν διά τήν βραδύτητα του προσδοκωμένου Ύωηλάντου βιασθώμεν οί Έλληνες ν^ πάθωμεν ζημίας.

Άν ό Ύωηλάντης δεν φανή είς ένα μήνα ενταύθα, θέλομεν δοκιμάσει άπο μέρους τών εχθρών όσα δεν έιμπορείτε ν^ στοχασθήτε αίτούμενοι προωρας άνευ λόγου. Ή ωύχη τής έταιρίας ήτταν ή τάξις, άρμονί^ τών μελών καί ή ταχείς προπαρασκευή.

Λάβετε λοιπον μέτρα, έτι δεν άγαπάτε ν^ ζημιωθώμεν. Ό καιρος διέρχεται ή δεν προσμένει τήνβραδύτητα ή τά κέφια ούτως είπειν έκάστω ήμών, τά του Άλή Πασσά προχωρούν γιγαντιαίως με τών Ελλήνων, στρατηγούμεν τήν βοήθειαν, ως τούτο βεβαιούται έκ τών Ίωαννίνων, δεν έκτενόμεθα περαιτέρω άλλά έπαναλαμβάνοντα ότι δέον ν^ έπιταχυνθή ή έλεύση του Αλεξάνδρου Ύωηλάντη, μένωμεν περιμένοντες ούχί τάς άποκρίσεις σάς, άλλ' αύτον τον Ύωηλάντην, Αγνοήσατε το περιέχομενον όσον θέλετε ϊδή φανερωτάτην προδοσίαν.

Σήμερον μοι έκομίσθη έπ’ άγαθφ διά ν^ σάς το περικλείσω ν^ ήδειτε πόσον έκυρώθη το πράγμα, λάβετε λοιπον μέτρα, ό καιρος δεν περιμένει τήν ίδικήν μου καί ίδικήν σάς άργοπορίαν καί τέλος ή κατάκρισις καί το αιώνιον όνειδος τής ζημίας ας γίνη είς βάρον σάς.

Αύτή ή προδοσία προέρχεται άπο τήν οικογένειαν των.....καί δώσατε τήν εϊδησιν είς τον Ύωηλάντην είς τον όποιον πολιτευόμενος τούς έσύστησε.

Έρρωσθε,

Πελοπόννησος 22α Φεβρουαρίου 1821.

Ό σος ειλικρινής άδελφος Αρμόδιος ( Φλέσσας)

Ό Φλέσσας άπο Κυδονιών στείλας διά του πλοίου του έκ Πόρου Χριστοδούλου Μέξη τετρακόσια βαρέλια πυρίτιδος καί άλλά πολεμοφόδια άναγκαί^ προς τον έν Μεσσηνία άδελφον του Νικήταν Φλέσσαν, παραδοθέντα αύτφ ύπο του έν Καλάμαις έμπόρου Θεοδώρου Βολανοπούλου, έπλευσεν είς Ύδραν καί Σπέτσαις έπιταχύνας ευρε έν Ύδρα τον Αντώνιον Οίκονόμου καί άλλους πολλούς, έν δέ Σπέτσαις συννενοηθείς μετά

Λείπει σελίδα

ΦΥΛΑΔΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

Ό Αλέξανδρος Ύωηλάντης11 όρίσθη Γενικός Επίτροπος εις τάς ύποθέσεις της Έταιρίας μας.

11 Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1792 και ήταν γιος του Κωνσταντίνου Υωηλάντη, Ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας και γόνου εύπορης και ισχυρής Φαναριώτικης οικογένειας. Το 1810 κατατάχτηκε με το βαθμό του ανθυπίλαρχου (ανθυπολοχαγός του Ιππικού) στο σώμα των εφίππων σωματοφυλάκων του Τσάρου Αλέξανδρου Α της Ρωσίας. Διακρίθηκε στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα, όπου στη μάχη της Δρέσδης, (27 Αυγούστου 1813 ν.ημ.), έχασε το δεξί του χέρι. Το 18141815 συμμετείχε και αυτός ως μέλος της αυτοκρατορικής ακολουθίας στο Συνέδριο της Βιέννης με το βαθμό του υποστράτηγου.

Αρχηγός Φιλικής Εταιρείας

Οι Φιλικοί είχαν σαφείς πληροφορίες για τα πατριωτικά του αισθήματα, τα οποία σε στενούς κύκλους Ελλήνων και Φιλελλήνων φέρεται να είχε δηλώσει πως οι συμπατριώτες του θα έπρεπε να υπολογίζουν στη συνδρομή του, αν τυχόν παρουσιαζόταν κάποια ευκαιρία μόνο εκ του ονόματός του και της θέσης που κατείχε χωρίς καμία άλλη εγγύηση.

Έτσι με τη μεσολάβηση του Φιλικού Κωνσταντίνου Καντιώτη που ήταν υπάλληλος παρά τον Καποδίστρια, μετά την άρνηση του τελευταίου ν' αναλάβει αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, προσέτρεξε ο Εμμανουήλ Ξάνθος στον ξάδελφο των Υωηλάντηδων, Ιωάννη Μάνο, προκειμένου να τον φέρει σε επαφή με τον Πρίγκιπα Αλέξανδρο Υωηλάντη. Η συνάντηση αυτή φαίνεται να ήταν μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της ζωής του Ε. Ξάνθου που έμειναν χαραγμένες στη μνήμη του, σε αντίθεση με την απαγοήτευση που του δημιούργησε ο Καποδίστριας, που αποδίδει με κάθε λεπτομέρεια και νοσταλγία στ' απομνημονεύματά του.

Στη συνάντηση εκείνη (Πετρούπολη, 11 Απριλίου 1820) ο Υωηλάντης τον δέχθηκε με ευγένεια και ύστερα από κάποιες ερωτήσεις για την καταγωγή του και διάφορες άλλες υποθέσεις του ζήτησε να μάθει πώς περνούν οι Έλληνες. Ο Ξάνθος του απήντησε ότι οι Τούρκοι τους τυραννούν παντού και η τυραννία τους αυτή έχει γίνει πλέον αφόρητη. Στη συνέχεια ακολούθησε ο εξής δραματικός διάλογος:

Κοιτάζοντάς τον κατάματα ο Υωηλάντης με κάποιο θαυμασμό του έδωσε το χέρι του.

Δία τούτο είς το έξης θέλει δίδει όλήν τήν πίστιν είς τάς αύτού διαταγάς. Τήν αύτήν μας άπόφασιν κοινοποίησον καί είς όλους τάς άυτούσε εύρισκομένους γνωστούς καί άδελφούς, σας άσπαζόμεθα διά ν^ άκολουθώσιν. Έσω γενναίος καί όδεύον τήν όδον τής άρετής,θέλει λαβείν τον χρεωστώμενόν σου έπαινον άπο όλους τους έναρέτους άδελφούς. Σε άσπαζόμεθα, ευχομενοι ύγείαν καί εύημερίαν.

Αλέξανδρος Ύωηλάντης.

Ιδού ή έπιστολή έτέρ^ τού Θέμελη αύτφ προς τον Ξάνθον :

Περιπόθητέ μας φίλε καί άδελφέ!

Κισνόβιν τή 3η Ίανουαρίου 1821.

Το άπο 15 παρελθόντος μηνος τού έτους έλαβον διά τού τακτικού, καί σάς είδοποιφ περί τω άκριβώ μας, έτι έστάθη άσυντόνω το Μπυγάζι τού Σουλινά έφς το τής


Κωνσταντινουπόλεως έσπεύσαμεν εύδιαίος δία 38 ώρας Είθε δέ αί εύχαί τών φιλών μας ν^ μας εύοδώσεσιν ούτως αισίους καί άταράχους καί είς τά λοιπά μας ταξείδια. Ή ένταύθα προσδιατρίβη μας έγένετο εύχρήστου σε περιμένοντας τ άναγκαί^ μου γράμματα. Αλλ’ ήδη κινώ κατά τοίς πέντε τού τρέχοντος μηνος χωρίς ν άργοπορώ περιπλέον.

Το περιστατικόν,το όποιον μοι συνέβη ήστε δηλ. ό θάνατος τής ποθητής μοι συζύγου, με κατετάραξεν όχι όλίγον, όστις δύναται ν^ συμπεράνη χωρίς έγώ ν^ περιττολογήσω. Πλήν μ'όλα τοιαύτα, δία τά όποί^ ή τύχη ήθέλησε δία ν^ μοι προξενήση μικροωυχίαν, έγώ είμαι όλος σταθερός καί γενναίος δία το στάδιον, το όποιον τρέχω, καί όχι μόνον αύτή ή εύκαιρέ λύπη καί δύσφορος δέ με έμποδίζει τήν

Η στιγμή της συμφωνίας εκείνης είναι η ίσως η μεγαλύτερη ιστορική στιγμή στην νεότερη ιστορία του ελληνικού έθνους που αποφάσιζε πλέον την τύχη του. Ο Υωηλάντης ενθουσιώδης μεν πατριώτης, αν και ακατατόπιστος στα τότε ελληνικά και διεθνή ζητήματα, δεν άργησε να κυριευθεί από το δραματικό τόνο της φωνής του Ξάνθου, καθώς και από το δικό του ενθουσιασμό και τη βαθιά πίστη του στα όνειρα του ελληνικού έθνους. Έτσι, η αποστολή του ενός είχε εκπληρωθεί, ενώ οι φιλοδοξίες του άλλου, να γίνει ο ελευθερωτής του έθνους του, άρχισαν να πραγματοποιούνται.

Την επόμενη ημέρα ο Ξάνθος επισκέπτεται απ' ευθείας πλέον τον πρίγκιπα και του φανερώνει τα μυστικά της Φιλικής Εταιρείας και εκείνος με συγκίνηση και ενθουσιασμό δέχθηκε να υπηρετήσει τη μεγάλη υπόθεση. Στη συνέχεια, την ίδια μέρα κατηχείται και ορκίζεται κατά το τυπικό της εταιρείας, όπου και αναγνωρίζεται Γενικός Επίτροπος της Αρχής. Του δόθηκε το ωευδώνυμο «Καλός» και τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου «α.ρ.» για να υπογράφει τις επιστολές του.

Η Φιλική Εταιρεία είχε πλέον τον Αρχηγό της (Πετρούπολη 12 Απριλίου 1820).

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

γενναιότητα της ύποθέσεως μου, άλλ’ άν ήττον καί ετι μάλλον δυσβασταμτοτερα, σαλον δεν ήθελε μοι προξενήση έμπόδιον είς τούς σκοπούς μου αύτούς.

Είς τήν πορείαν θεού προφασιζόμενοι τίς δύναται ανθέξας ; με τον Κύριον Γρυπάρην θέλω όμιλήση διά τ'άποστελλόμενα γράμματά μου, όπως μοι τά διευθύνσει με έπίτηδες άνθρωπον οπού καί τι εύρίσκομαι. Είδον καί περί τών 5000 γροσίων καί ύπάγει καλώς, μ' όλον ότι τή προέγραωα περί τών κερδών καί τοιατα ν^ λείωουν πλήν, άφ’ ού έκρίθη ουτω, εστω.

Είδον καί το έμπόδιον του Καλού, είθε δέ ν^ είναι προς τελείαν καί πρέποντα ώφέλειαν. Έλαβον καί τά συστατικά,δια τά όποί^ θέλω τή γράωη περί τής άποκρίσεως αύτών, οπού θέλει μή γίνει. Έστω δεν έλειωα ν άνταμωθώ μετά τών προκριτωτέρων γνωστών φιλών καί έλαβα μεγάλην εύχαρίστησιν, ώς καί αύτοί οί ίδιοι όμοίως. Προσέτι λεγώ ν^ έπιμεληθή ν^ γίνη έν γράμμα άπο μέρους του Καλού προς τον Μακαριώτατον Πατριάρχην Ιεροσολύμων παρακινητικόν διά τήν πρόοδον του είς τά καλά.

Έπεδείξατε πάν άναγκαιον καί ώφέλιμον, καί το άπαιτούν οί ίδιοι φίλοι με το ν^ έκώλησαν τήν ύπόθεσιν καί ώφελίας το τοιούτον. Τά έδώ πράγματα, ών εγιναν πάσι καλώς. Ένταμωθείς με τούς ένταύθα φίλους, ών ήττα, έκατάλαβα τά πάντα βαθύτερον, καί μοι έδειξαν καί το σχέδιον, το όποιον εστειλα είς τον Καλόν.

Καί είναι τω οντι ουτως άξιον ν^ γίνη το πράγμα, καθόσον το θηρίον, κτυπούμενον είς τήν ούράν ή καί τούς πόδας, θέλει ξεράνη το θανατηφόρον φαρμάκιον, εί καί άπαιτουμένω καί θέλει καταμολύνει τής πλάνης καί ν^ φέρη δυσκολίας ούκ ολίγας είς τά έννοούμενα.

Τής κεφαλής όμως κατατραυματισθείσης καί νεκρωθείσης, το λοιπον σώμα όσον ν^ κατασπαράξη είναι πάντοτε με νεκράν καί άνεργον κεφαλήν καί δένεται ριζικώτατα. Όθεν άς διενεργηθή το σταλθέν σχέδιον ( του Φλέσσα δεκτον γενόμενον) άς διοργανωθή διά του ραδιωτέρου καί έπωφελεστέρου τροπου, καί άς μή παραβλεφθή καί άμεληθή, διότι επονται έμπόδια.

Είδον ώς διά τά γρόσια 600 ότι δεν τά ελαβον είσέτι, καί έλυπήθην μεγάλως, διά το όποιον άς γράωη τω Κυρίω Αδαμίδη καί αυθει έπιμόνως, μολονότι έλπίζω άχρι τής παραλάβης τής παρούσης μου ν^ ελαβεν τέλος. Το περικλειόμενον ίερον γράμμα είναι τω Καπετάν Μανώλη Συχνή, όστις εδειξεν ούκ ολίγην φυλογένειαν, καί άφού άφιέρωσε γρόσια 550, άφιέρωσε καί το μερίδιον του καραβίου του είς το άνήκον μέρος, καί έλπίζω ότι έρχόμενος πρώτονκαι άνοιξε καί τά αύτόσε ήτταν ώφέλιμος, καί θέλει χρησιμεύσει, οπού στοχασθήτε.

Ό μέγας γραμματεύς του Πατριαρχείου Γεώργιος άδελφικώς τήν άσπάζεται, ότι τρέφει μεγάλην ύπόληωιν διά το ύποκείμενον της. Καί ότι δεν τω είναι ώς βάρος, τω γράφη είς ενα γράμμα φιλικόν. Ένευχόμενοι δέ το νεον ετος αίσιον καί εύτυχές μένω.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Δημήτριος Θέμελης

Έτέραν επιστολήν προς τούς έν Αΐγύπτφ Έλληνες ένεχείρησε προς τον Ιατρόν Α. Πελοπίδαν πρότερον εχουσα ούτωσ αυτολεξεί ώδε :

Αγαπητοί άδελφοί τών ιερών σημειών τών φιλικών, οι διατρίβοντες είς Αίγυπτον καί Συμπολίται φιλοπάτριδες, χαίρετε. Δυνάμει του πληρεξουσίου τούτου το οποίον ή σεβαστή άρχη τής φιλικής έταιρίας, με ένεπιστεύθη, συστρατεύω είς τήνύμετέραν εύνοιαν καί άγάπη τον παρουσιαζόμενον έμπρος σάς κ. Α. Πελοπίδαν καί παρακαλώ άκροαθήτε αύτφ ώς φιλοπάτριδες. Ό καιρος καί ή ώρ^ έγγίζει άγαπητοί άδελφοί! Το λαμπρόν άστρον τής ελευθερίας άνατέλει, άκούσατε λοιπον τήν φωνήν τής Πατρίδος τρέξατε ν^ συγκατασταθήτε είς τον χορον τών συνεργών των άναγαρ... καί καταβαλεται τώρα τάς υποσωεθεισας συνεισφοράς σάς, άλλά τι λεγώ, οχο! Ή Ελληνική ωύχη σάς δεν θέλει βεβαί^ ύποφέρει ν^ συνεισφέρει ον α ύπεσχέθη, ότέ άκόμη το κετρον τής Έλλάδος μας ητον άδρανές, άλλά θέλει φιλοτιμηθή είς τον κρίσιμον τούτον καιρον ν^ πρεοσφερει θυσίας ύπέρ τήν δύναμιν του έκαστος, ναί;ω Έλληνες άδελφοί μόνον με τον τρόπον τούτον δυνάμεθα ν^ έλπίσωμεν έυτηχη έκβάση τών ευχών μας.

Μακάριοι λοιπον όσοι δώσατε το καλον παράδειγμα είς του λοιπούς ομογενείς. Τά ονόματα αύτών θέλουσι ένχαραχθεί με χρυσούς χαρακτήρας είς τον χάρτην τής άθανασίας καί ή πατρίς θέλει κατάττει ώς ακτινα τους έκάστοτε σωτήρας καί ευεργέτας της.

Έρρωσθε.

Ισμαήλι τή 8 Νοεμβρίου 1820

Αλέξανδρος Ύωηλάντης

Ό Α. Πελοπίδας άπεστάλη είς Αίγυπτον προ τής είς Πελοπόννησον καθόδου του Φλέσσα έταίρου καί του Αναγωσταρά οντες λάβη καιρον είς Αίγυπτον ν^ κατέλθη είς Πελοπόννησον προς συνεισφοράν προ τής καθόδου του Φλέσσ^ καί κομίσας έκείθεν τον έγκριτώτερον τών είς Πάτρας κατηχηθέντων τον εφορον Ίωάννην Παπαδιαμαντόπουλον αύτον τον συγκροτούντα καί αμφιβολίας τών κατηχηθέντων εν οίς άντιτάχθη ό Παλαιών Πατρών Γερμανός, όμως ήναγκάσθη ν'άσπασθή το κίνημα καθώς καί οι λοιποί τής Άχαϊας καί Ήλιδος άρχιερείς καί προεστώτες άφού ό Ν. Σουλιώτης χρημάτισε τινας, μετά τών Σικελιτών τή είσηγήσει δέ του έκ Καλαβρύτων διελθόντος Γ. Φλέσσα προέβησαν είς έχθροπραξίας κατά τών Τούρκων ών το πάθημα μετά τρείς ήμέρας γενόμενον γνωστον έξυγρίωσεν τους έν Πάτρας Τούρκους κατά τών έκεί Έλλήνων καί ίδίως κατά του Ι. Παπαδιαμοντοπούλου ού αι ύπέρ τής έταιρίας ένέργειαι τήν ύποωίαν περαιτέρω των Τούρκων έκέντησαν. Ό Αντώνιος Πελοπίδας προωθείς έν Αίγύπτω, άνεχώρησεν άπρακτος είς Πελοπόννησον.

Μετά τήν άπο Μολδοβλαχίαν άναχώρησιν του Θέμελη έφοδιάσθη ύπο του Γρηγορίου Φλέσσα δι'έγγράφων συστατικών του Αλεξάνδρου Ύωηλάντου, ό Δημήτριος Ύπατρος,

Μετσοβίτης, καί Αριστείδης Παππας έκ Θεσσαλίας άπήλθον τω Ίσμαηλίω, καί ό μέν πρώτος έπορεύθη είς Θεσσαλονίκην, ό δέ Αριστείδης Παππας είς Σερβίαν. Ό Ύπατρος μορφωμένος έν Θεσσαλονίκη μετά τών προκρίτων περί τών πολεμικών πραγμάτων, μετέβη είς Νάουσαν προς συνάντησιν του έκεί προεστώτος Ζαφειράκη, ένθα έπηλθεν αύτφ ή ίδέ^ περί συναντήσεως του συμπολίτου ίδίως Κοντογιάννη, άνδρός διακρινομένου καί αύτόν τούτον συναντήσας, έσπευσε προς συνάντησιν είς τω Ζαφειράκη.

Αλλ' ουτος, μαθών οτι ό Ύπατρος δίς συναντήθη μετά του έχθρού του Κοντογιάννη, ού μόνον δεν έδέχθη αυτόν είς άκρόασιν, άλλά καί είς τάς Τουρκικάς άρχάς προέδωσε τάς έν Ναούση ένεργείας του.

Αί Τουρκικαί άρχαί μαθούσαι αύτά, συνέλαβον τόν Ύπατρον καί ένεργήσασαι σωματικήν έρευναν, εύρόν τάς πρός διαφόρους έπιστολάς του Αλεξάνδρου Ύωηλάντη. Συνέλαβον συναμ^ καί τόν Κοντογιάννην. Καί αύτόν μέν μετά δύο ήμέρας άπέλυσαν, τόν δέ Ύπατρον έστειλαν είς το έν Ιωαννίνη Τουρκικόν στρατόπεδον.

Ή σύλληωις του Ύπάτρου προδοσία του Ζαφειράκη ένεποίησε χειριστήν έντύπωσιν παρά τοίς έν Ναούστη ΈλΛησιν οΐτινες κατεβόων κατά Ζαφειράκη, οστις άπέστειλεν τρείς ένόπλους τή ρητή, ώς έλέγετο, έντολή οπως παύσωσι ν^ φωνασκώσι τούς άγοντας του Ύπάτρου καί λυτρώσιν αύτόν άπό του βεβαίου θανάτου.

Αλλ’ οί άποσταλέντες άντί ν^ φονεύσωσι τούς συνοδεύοντας έφόνευσαν τόν συνοδευόμενον. Ό φόνος του Υπάτρου έπέτεινε τήν κατ' του Ζαφειράκη άγανάκτησιν τών Ελλήνων, καίτοι έκείνος διισχειρίζετο οτι κατά λάθος έφονεύθη ό Ύπατρος, άνευ συγκαταθέσεως του. Αλλ’ είς δέ έπί τών προκειμένω φόνω, έδείξατο εύχαριστήρια παρά τών Τουρκικών άρχών, ό διισχυρισμός του καθίσατε άνυπόστατος.

Ό άτυχής Ύπατρος μετέβη είς Θεσσαλονίκην διά Κωνσταντινουπόλεως, έν ή έλαβε παρά τω Γρηγορίω Φλέσσα 1956 γρόσια κατά τήν έφεξηςαποδειξιν :

Έλαβον παρά τω Κυρίω Γρηγορίω Δικαίω Φλέσσ^ γρόσια 1956, καί τό παρόν μου είς χείρας του δι ένδειξιν της βεβαιότητος.

Έν Κωνσταντινουπόλει, 24 Νοεμβρίου 1820.

Δημήτριος Ύπατρος

Καί ό Αριστείδης Παππας, κληρικός καί αύτός, πορευόμενος είς Σερβίαν, ώς έρρέθη, συνελήφθη ύπό τών Τούρκων έν Αβδα Καλέ ώς άπαγόμενος ύπ' αύτών είς Βυδίνιον έφονεύθη καθ' όδόν.

Ό ίστορικός Σπυρίδων Τρικούπης έγραωεν οτι ό φόνος του Υπάτρου ή Παππα ή έν αύτοίς έυρεσις τών έπιστολών του Αλεξάνδου Ύωηλάντη άναγκάσαν τούτον ίνα, πρό του προσδιοριζομένου χρόνου προβή είς έπανάστασιν έν Μολδοβλαχία καί ούχί έν Πελοποννήσω κατά τα έν Ίσμαηλίω άποφασισθέντα.

Αλλ’ ό διϊσχυρισμός ουτος του Σ. Τρικούπη στερρών της άληθείας έπί, το μέν οτι ό προκείμενος φόνος έγένετο γνωστός τω Ύωηλάντη μετά τήν κήρυξιν της έπαναστάσεως έν Μολδοβλαχία, το δέ οτι ουτος ό Ύωηλάντης δεν έπορεύθη είς Τεργέστην κατά τά άπο κοινού, έν Ίσμαηλίω, άποφασισθέντα, κωλυθείς ύπό του Γ. Κατακουζινού ώς άλλων περί αυτόν.

Καίτοι ό Γρηγόριος Φλέσσας τω Νοεμβρίω έκ Κωνσταντινουπόλεως ή τόν Δεκέμβριον έκ Σπετσών έκάλη αυτόν ΐνα καταβή είς Τεργέστην κατά τήν προαναγεγραμμένην έπιστολήν του πρός τούς έν Ισμαηλίω, έξεπίτηδες έκείσε άποστείλας πλοΐον του Δ. Ορλώφ. Ότι δέ ταύτά ήσαν άλήθη έξάγονται καί έκ τών κατωτέρω επιστολών :

Τω Κυρίω Ξάνθω είς χήρας.

Τή 21 Φεβρουαριου 1821, Κινσόβι.

Δεν δύναμαι ν^ καταλάβω τήν άργοπορίαν άφού σάς έγραφον τόσον βιαστικώς. Εγώ μετά των άδελφών καί συγγενών μου κινώ άπόωε δία τό Υπάτιον οπού θεί^ συνάρσει θέλομεν κάνει τήν άρχήν. Αρα δεν θα σε ϊδω μήτε τόν άγαπητόν Καλαματιανόν. Θέλετε λάβει προκήρυξινκαί άλλα. Παρακινήσατε άπαντας μικρούς τε καί μεγάλους ν^ τρέξουν όλοι. Ίδού σοι έμπερικλύω τρία γράμματα, οπού έλαβον.

Ό Αναγνωστόπουλος έφθασεν έδώ με έναν ιατρόν. άμ^ οταν λάβητε τάς προκηρύξεις. Οί είς τήν δουλείαν εύρισκόμενοι Έλληνες πάντες άμέσως ν^ ζητήσωσι τήν παραίτησι τών καί ν^ όρμήσουσιν είς τήν πατρίδα. Εγώ είμαι στειρηγμένος καθ' ολών ύμών τών άρχηγών, έκτός του Δικαίου φλέσσ^ ή Σεκερη, καί έστω είς εϊδησιν σάς. Με άφίσατε ολομόναχον καί οταν σάς γραφώ, δεν έρχεσθε.Ό Θεός εΐναι δίκαιος. Νίκη ή θάνατος ύπέρ πίστεως καί Πατρίδος.

Καλός

(Αλέξανδρος Ύωηλάντης )

Αδελφέ Θυμηδή ( Ξανθέ). Δεν ηξεύρω γιατι περιορίσθης είς τόν όρίζοντά σου. Καί ήττα δεν ηξεύρεις πλέον παρά ν^ συμβουλεύης τόν Φλέσσαν ν^ μήν όρμ^ κατά συνήθειαν, καί άλλά κουραφεξαλα. Ό Φλέσσας φίλε ένήργησε ώς διετάχθη. Τά δανείσματα (γράμματα ) έγειραν πρός τά σύννεφα (μέλη τής εταιριας) άπό μέρους τής βροχής (Άρχης τής έταιρίας). Αύτά βιαζόμενα έπολλαπλασιασθησαν. Τι θέλεις ή έύγενεί^;σου ; ν^ μήν άκουσθή μικρός κάν γδούπος ; Οί φρόνιμοι πρότερον άνάπτονται ταύτά, καί ύστερον άποφασίζουν καί είς τάς άποφάσεις τών μένουν σταθεροί.

Θαυμάζω πόθεν προήλθεν ή βραδύτης του Σεβαστού Καλού (Αλεξάνδρου Υωηλάντη) και δεν έφάνη μέχρι τούδε είς τό νούμερον 2 (Πελοπόννησο) περιμενόμενος πρό πολλού, καθώς άπεφασισθη είς τό νούμερον 104 (Ίσμαήλιον). Εγώ έξετέλεσα τάς παραγγελίας αύτού καί τάς έργασεί^ς μου καί πρό ολίγων ήμερών ή ώς τώρα έν έκτάσει τούς Κυρίους άνεκοίνωσα.

Το παν της πραγματείας μου (ένεργείας ) έξεπληρώθη. Οί πρόθυμοι (Έλληνες) ένταΰθα καί είς το νούμερον 20 (Ιωάννινα) καί 26 (Ρούμελη) ΐστανται κεχηνότες, ως καί οί δυστυχείς (Αρχιερείς) καί έκδικητικοί μας (προεστοί Πελοποννήσου) διέταξαν Βριαρέους (Στρατηγούς καί καπεταναίους ξηράς), έφρόντισαν καί ίκανά ύποδήματα (χρήματα), έδάνεισαν(έγραωαν) προς οΰς εδει, ώς προέγραωα, στείλαντες τζιράκια (αποστόλους της Εταιριας) είς ευταξίαν τών πραγμάτων εισείν εχοντα ώτα αναπεπταμένας προς τήν ήχω αύτοΰ.

Αλλα τι δυστυχία είς τούς αθλίους έκείνους προθύμους (Έλληνες); Έν ώ έλσίγορον ν^ ίδωμεν ένταΰθα τον Καλον όσον τάχιστα καί μάλιστα έβιαζόμεθα, μανθάνομεν ότι ετι χρονοτριβή είς το νούμερον του (Ισμαήλιον) . Φίλε, ό καιρος παρέρχεται καί δεν περιμένει τήν εδικήν μου καί έδικήν σου αργοπορίαν. Το νεγότσιο (εμπόριον) καθώς ηξεύρεις, χρειάζεται τάχος, διότι έπιφέρει ζημίαν είς το έμπόριον ή βραδύτης καί ή αμέλεια του.

Έντυθα είναι μέγας αναβρασμός, καθώς ίσως καί άλλοθι διά τον πολλαπλασιασμόν τών συννεφών (μελών τής Έταιρίας), τα οποία συνωθούμενα και συγκρουόμενα αδύνατον είναι να μη γδουπήσουν μικρον ή μέγα ώτέ ν^ φθάση καί προς τούς μετσίκους (Τούρκους),

Καί ν^ έπιφέρη σκοτίνιασμα διά ξεβουλλωμάτων (ύποωίαν διά προδοσίαν) ώς έπροξένησε καί έθεραπεύθη διά τής γλυκούς (φρονήσεως). Καί άν τις άνεμος Τυφωνικος τά έκτυλίξη μικρόν, άφευκτους προσμένομεν κεραυνούς αίθαλόεντες. Λοιπόν, φίλε, δία τούς οίκτιρμούς τω Θεφ, έπιταχύνατε τήν ελευσιν του σεβαστοΰ, διότι άν παρέλθη εορτή μία (είς μην) καί δεν φανή, τά αγκαθια (έχθροί), ώς υποτινιασμένοι (ύποπτευόμενοι ) δύνανται ν^ κεντήσουν (προσβάλλουσιν) τούς προθύμους μας ( Έθνος) ανεπαισθήτως (αιφνιδίως) καί τότε ή άμαρτί^ άς είναι είς τον λαιμον σάς, έπειδή άνευ ύωηλοΰ ονόματος δεν ηξεύρω άν κατορθώσωμεν τι βιαζόμενοι όσον πρέπει.

Δεν έκτείνομαι, τά πάντα καλά, νύκτα (φοβος) μόνον εχομεν μήπως βραδύνη ή νύκτα μεγάλην (φόβον μεγάλον). Έπειδή τά έδώ αγκάθια (εχθροί) δεν είναι αί τών άλλων μερών, αλλά φυτρόνουν με ζωηρότητα (είναι εξυπνοι).

Ό κομιστής Πατρίκιος Ιθακιώτης, τον οπιον συνιστώ είς τήν φιλίαν σάς, θέλει σοι είπωσι καί δία ζώσης φωνής. Λοιπον ένεργήσατε τά υποσχεθεντα καί ύμείς,διότι ή μέν ωφέλεια καί κέρδος έστι κοινόν, ή δέ ζημί^ ν^ κατακρίνη είς βάρον σάς. Τά του Αντωνίου ακούονται ένταΰθα αμυδρώς πώς. Τον Δικαίον Φλέσσαν καί Περραιβόν εχουν δία σπητικόν αίτιον.

Ό συνοδοιπόρος του αύτοΰ Μ (Περραιβοΰ) φθάσας είς το νούμερον 2 (Πελοπόννησος) έκήρυξεν, ώς εμαθον κατ' αυτοίς, ότι αυτος έκινήθη διά το νούμερον 59 (Βουκουρέστιον), το όποιον έλπίζω ν^ αφυπνίσει τους προς αυτον χαίροντας. Ό ΠΟ (Πέτρος Μαυρομιχάλης) με εγραωεν ζητών βοήθειαν, επειδη ό Περραιβός μόνον δύο φατούρας (2 χιλιάδας γροσίων) τω έδωσεν ύποδημάτων (χρημάτων), διο καί έσυγχύσθησαν, πλήν είμαι ήναγκασμένος ν^ έμαλαστρώσω αυτο το πάθος, όσον δύναμαι.

Έρρωσο!

Υ.Γ.

Από 8 Νοεμβρίου δεν έλαβον γράμμα σου καί τήν αιτίαν άγνοώ, μη με κάμετε, φίλε αυτό τό άδικον. Τέλος πάντων νφ ηξεύρω καί έγώ τούς σκοπούς σάς. Περικαλλώ καί πρός τούς Κυρίους έν δάνεισμα (γράμμα), ο ένυθέλευε ϊδει ξεβούλλωμα λαμπρότατον (προδοσίαν φανερωτάτην), τό όποιον σήμερον έπομίσθημαι. Διό πλέον ή ταχύτης είναι άναγκαιοτάτη καί φροντίσατε, διότι έκορυφώθη πλέον. ’Εάν δέ, άπό περιστάσεις έμποδιστή ό Καλός τέλος πάντων άς σταλή άλλος τις όμοίως του πάρετε μέτρα. Οι λόγοι δεν κάνουν δουλειά. Είς τά κλούμπια ή ταντούρια ( θέατρα φδικά καί ορχήσεις ) δέ γίνονται άνδρες. Σάς τά λέγω με άγανάκτησιν, διότι έξοδεύεται μάτην τοιούτος καιρός.

Ή άμαρτί^ είς σάς καί τέλος άν ό Ούρανός ( Τουρκί^ ) μας έπισκιάση ( νικήση), φαντασθήτε τι τά μέλλοντα.

Τή 22α Φεβρουαριου 1821

Εκ Νούμερον 2 ( Πελοπόννησος Καλυβίων Καλαμών )

Ό σός ειλικρινής άδελφός

Αρμόδιος ( Γρηγόριος Φλέσσας)

Πύργου Φορμός τή 2 Μαρτιου 1821.

Έλαβον, αγαπητέ μου Ξάνθε,το γράμμα σου, Αχ!. Διατί οι άλλο νφ μήν είναι ειλικρινής καί τόσον ύπέρ πάτριδες ; Φεύ! της δυστυχούς Πατρίδος ήμών! Εγώ άφιέρωσι τήν ζωήν μου καί τήν ωυχήν μου είς τόν Ιερόν άγώνα, ον θεί^ άναφύει άρχίσαμεν. Περί του έυατού μου δεν έπιθύμω δέν θέλω καί τό έλεγον καί είς έσέ καί είς άλλους, παρά νφ ϊδω μίαν ήμέραν έλευθέραν τήν δυστυχεστάτην καί φιλτάτην πατρίδα μας.

Μά οτι είναι, άς γίνη τό καλόν καί όποιος τό κάμη, δεν με μέλλει. Σάς είδοποιφ οτι ό Αριστείδης έπιάσθη, ώς μοι γράφειό Λεβέντης, καί ώς μοι λέγει ό ωαλίδας, οστις μή συνακολουθήσας μετά τω Αιστείδου έμεινεν είς τά έδώ μόνος είς τήν Κραϊόβαν. Ό Σάββας έκομπρομιταρίσθη, έπειδή είχε δώσει τω Αριστείφη γράμματα του καί μήν έξεύρον είσέτι τόν κινημόν του, μοι έμήνυσεν οτι νφ κινηθή τό ογληγορώτερον, ή σάς έρχεται ό ϊδιος είς Σκουλένι.

Αύτή ή εϊδησις πρό πέντε ή έξ ήμερών μοι ήλθεν. Σάς στέλνω καί τό γράμμα του Λεβεντίδου καί νφ με εϊπης τι στοχάζεσαι ; ημπορώ νφ δώσω πίστιν ή όχι! . Αύτό τό γράμμα ήτταν μετά τήν εϊδησιν του κινήματος μας, τά έπίλοιπα τά βλέπεις είς τό γράμμα του άδελφού μου Δημητρίου. Προσέξατε καλώς καί σκεφθητε ετι καλυτέρω δία τά κινήματα σάς.

Ό άδελφός σου

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Αλέξανδρος Ύωηλάντης

Ό Αλέξανδρος Ύωηλάντης μετά τα έν Ίσμαηλίω άποφασισθέντα, παρεβιάσας το άρχικον σχέδιον του πολέμου αφ'έαυτού, έσπευσε να ένεργήση τήν έπανάστασιν έν Μολδοβλαχία, άμα έξ Ισμαηλίου είς Κισνόβιον άφικόμενος. Παρασκευασθείς λοιπον έν Κισνοβίω τη 21η Φεβρουαρίου 1821 τεθείς επι κεφαλής διακοσίων λογάδων Ελλήνων, έπορεύθη είς Ίάσιον, ένθα άνέταξε τήν κατωτέρω προς τούς ομογενείς προκήρυξιν.

Έλληνες!

Προ πολλού οί λαοί τής Ευρώπης πολεμούντες ύπέρ τών ίδίων δικαιωμάτων καί έλευθερίας αύτών, μας προσκαλούν είς μίμησιν. Αύτοί, καίτοι όπως ή έλεύθεροι, έπροστάτησαν ολαις δυνάμεσι ν'άυξήσωσι τήν έλευθερίαν καί δι αύτής πάσαν αύτών τήν εύδαιμονίαν. Οί άδελφοί καί φίλοι έΐναιπανταχού έτοιμοι. Οί Σέρβοι, οί Σουλιώται, καί ολη ή Ήπειρος όπλοφορούντες μας περιμένουν. Ή Εύρώπη, προσηλώσουσα τοίς όφθαλμοίς είς ήμάς άπορεί διά τήν άκινησίαν μας. Άς άντηχήσωσι λοιπον ολα τά μέρη τής Ελλάδος άπο τον ήχον τής πολεμικής μας σάλπιγγος καί αί κοιλάδες τών άρμάτων μας. Ή Εύρώπη θέλει θαυμάσει τάς άνδραγαθίας μας οί δέ τύραννοι ήμών τρέμοντες καί ώχροί θέλουσι φεύγει άπ' εμπροσθεν μας. Οί φωτιζόμενοι λαοί τής Εύρώπης ένασχολούνται είς τήν άποκατάστασιν τής ίδία εύδαιμονίας καί πλήρεις εύγνωμοσύνης διά τάς προς αύτούς τών προγόνων μας εύεργεσίας έπιθυμούσι τήν έλευθερίαν τής Ελλάδος.

Κινηθήτε, ώ φιλοί, καί θέλετε ϊδει μίαν κραταιάν δύναμιν να ύπερασπασθή τά δικαία μας. Ποία Ελληνική ωύχη θέλει άδιαφορήσει είς τήν πρόσκλησιν τήςπατρίδος ; Άν άπο άξιόμεμπτον άβελτηρίαν διαφορήσωσιν, ο τύραννος, γενόμενος άγριώτερος, θέλει πολλαπλασιάσει δυνάμεις, καί θέλομεν καταντήσει το δυστυχέστερον τών έθνών. Στρέωετε τούς όφθαλμούς, ω συμπατριώται, καί ϊδετε τήν έλεινήν μας κατάστασιν, ϊδετε τούς ναούς καταπεπατημένους έκεί τά τέκνα μας άρπαζόμενα δια χρήσιν άναιδεστάτων τή άσελγή φιληδονία τών βαρβάρων τυράννων μας, τάς οίκίας μας γεγυμνωμένας, τούς άγρούς μας λεηλατουμένους καί ήμάς έλεινά άνδράποδα.

Είς τήν 'Ρώμην ένάς τού Καίσαρος φίλος, φερών όπίσω τήν αίματτομένην χλαμύδα τού τυράννου, έξήγειρεν τον λαόν, τι θέλετε καμεί οστις, ώ Έλληνες, προς τούς όποίους ή πατρίς δεικνύει τάς πληγάς τής; Άς συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ τού Μαραθώνος καί τών Θερμοπυλών! Άς πολεμήσομεν είς τούς τάφους τών πατέρων μας, οί όποιοι διά να μας άφήσουσιν έλευθέρους, έπολέμουν καί άπέθανον έκεί.

Τών βαρβάρων Περσών τούς βαρβαρωτέρους καί άνανδροτέρους άπογόνους πρόκειται είς ήμάς σήμερον με πολλά μικρον κόπον να έξαφανίσωμεν έξ όλοκλήρω!

Ίάσιον 8 Μαρτίου 1821

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Κατ'άκολουθίαν οτε ό Αλέξανδρος Ύωηλάντης έμαθε τήν σύλληωιν του Αριστείδη, εΐχεν κηρύξη τήν έπαναστάσιν, ή δέ πληροφορία οτι ή σύλληωις του Αριστείδη ήνάγκασε τον Ύωηλάντην να κινηθή είναι άβάσιμος.

Μετά τήν έμπροσθεν προκήρυξιν έξεδόθη Αύτοκρατορικον Διάταγμα του Αύτοκράτορος τής Τωσσίας, καθ'ο :

το έπιχείρημα του, είς ύποστήριξιν του όποίου ούδεμίαν έπρεπε ποτέ να προσδοκά συνδρομήν παρά τής Τωσίας.

έπί του Προύθου καί έν τή Βαρσαραυϊα Τωσσικών στρατευμάτων, οστις διατηρή αύστηροτάτην ούδετερότητα καί άμεροληωίαν, ώς προς τάς έκραγείσας έπί τών Ηγεμονιών ταραχάς.

Τωσσίας, διαταττόμενον να γνωστοποιήσει αύτάς τή Ύωηλή Πύλη, έπαναλαμβάνοντι έν τούτω τάς ειλικρινείς καί σταθεράς διαβεβαιώσεις τάς παρ' αύτου έπί τής άποστασίας τής Βλαχίας δοθείσας, καί άναγγέλλοντι οτι ή Πολιτική του μεγαλειοτάτου Αύτοκράτορος έτι καί έσται άλλότρια τών ραδιουργιών, δία άς έπαπειλείται ή ήσυχία οιανδηποτε τόσον καί οτι πάντα τοιαύτη φύσεως ένοχή άντίκειται στην εύθύτητα τών σκοπών του Αύτοκράτορος καί είς τάς μετά τής Πύλης σχέσεις του.

Ή προκήρυξις έκείνη του Ύωηλάντη δέν συνετέλεσε βεβαίως, ώς προείπεν, διότι ώφειλεν ουτος ίνα έξεύρη τρόπον περιποιουντα μάλλον τάς έντυπώσεις, είς ών τήν χώραν προέκειτο να διαδραματισθώσι πράξεις, τούς έντοπίους μάλλον έπηρεάζουσαι. Έν τούτοις, άν ό άείμνηστος Αλέξανδρος Ύωηλάντης άνέφερεν άορίστως έν τή προκηρύξη του οτι δύναμις ίσχυρά θά παράσχη τω κινήματι αύτου συνδρομήν ένοπλον, ούδαμώς έσφαλλε, καθ' οσον έν τοιαύτας περιστάσεις έπετρέπετο ή τοιαύτη άπαγγελία προς έπίτευξιν του κυρίου σκοπού. Οί δέ τανάντια διισχυριζόμενοι ιστορικοί σπουδαίως έσφαλλον, άλλως τε καί έκ πάθους τά τοιαυτα γράωαντες.

Η Τωσσία προέβη είς τά σκληρότατα κατά του κινήματος του Αλ. Ύωηλάντου διαβήματα ούχί οτι έν τή διακηρύξη αύτου έγίνετο μνεία προσφοράς ίσχυράς δυνάμεως, άλλ' οτι αί τότε περιστάσεις άπέτρεπον αύτήν ίνα ένισχύση έπανάστασιν έήν έκείνοις τοίς μέρεσιν, Ελληνικών μάλιστα, ής προϋπήρχε στρατηγός καί ύπασπιστής του Αύτοκράτορος, ούδέποτε πιστεύσας οτι η ορθόδοξος Τωσία ήδύνατο να κατενεχθή κατά του Έλληνικου ζητήματος τόσον φανατικώς, καθ' οσον μάλιστα πολλαίς θυσίαις καί έκδουλεύσεις είχε προσφέρει τή Τωσική Αυτοκρατορία καί ύπηρέτει έν αύτή προσωπικώς του φίλος, ο Ιωάννης Καποδίστριας.

Ήμαρτον ομως ό άοίδημος έκείνος άνήρ οτι τήν ιστορίαν καί εύλογία τής Τωσσίας προς τήν Έλλάδα ήγνόησε ή έγίγνωσκε εί έν γνώσει αύτών άπεφάσισαν να διαρρυθμίση

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

ουτω τάς επαναστατικάς ένεργείας έν ξένη γή, προς ήν συμφέρον είχε ν άποβλέπη ή Ρωσσί^.

Ό Αλεξάνδορς Ύωηλάντης καί τάς περί Μολδοβλαχίας τών Δυνάμεων συνθήκας, μή έπιτρεπούσας στρατιωτικήν κατάληωιν αύτών άπο μέρους τής Τουρκίας καί Ρωσσίας άνευ τής συγκαταθέσεως τών κρατών τούτων, παρηρμήνευσεν ύπέρ τής έπιχειρήσεως του, φρονών οτι καθ' ήν περίπτωσιν δία στρατού ή Τουρκί^ καταλάβη τήν Μολδοβλαχίαν, ή Ρωσί^ θά ύπέθαλπε το κίνημα του, δικαιολογουμένη οτι πρώτη ή Τουρκί^ ήρξατο χειρών άδικών.

Αλλ' αί τοιαύται αύτού σκέωεις δέν έπρεπε ν^ έπικρατήσωσι, διότι είς τήν Τουρκίαν ούδόλως ήτο δύσκολον ν^ ζητήση τήν άδειαν τής 'Ρωσίας προς τήν κατάληωιν, καθώ ή έπιζητήση ή έλαβεν αύτήν. Αμ^ τή ένάρξει τών εχθροπραξιών καί τήν μεταβολήν του άρχικού σχεδίου του πολςμου διείδεν αί έπιβλαβή προς τον σκοπον του.

Αλλ' ούκέτι ών καιρός, νέαν μεταβολήν έπιτρέπων, δι ών θα έπήρχετο πλήρης καταστροφή καί τών έν Έλλάδι προπαρασκευασθέντων πολεμικών κινητοποιήσεων. Το διάταγμα του Αύτοκράτορος περί άποκηρύξεως τού Ύωηλάντου έδημοσίευσεν ό έν Ίασίω πρόξενος τής Ρωσίας καθ' ήν ήμέραν εύρίσκετο είς Κολεντίνην, οτε μαθών τά κατ' αύτο ό έν Ίασίω ήγεμών Μιχαήλ Σούτσος, δυσηρεστημένος ών καθ' Ύωηλάντου, μή άποδεξαμένω τήν αϊτησιν του προς άναβολήν τής κηρύξεως τής έπαναστάσεως, τή 30η Φεβρουαρίου, έπορεύθη είς Βαρσαραυϊαν, άλλως τε καί φοβηθείς τούς έντοπίους άρχοντας, συνεννουμένους κρύφα μετά τών έντοπίων Τούρκων.

Προ δέ τής άναχωρήσεώς του διώρισεν Ανθηγεμόνας έντοπίους καί τά διατάγματα περί διορισμού αύτών είς τοιούτων άφήκεν προς κοινοποίησιν παρά τω Μητροπολίτη. Καί ού μόνον το Ουκάζειν του Αύτοκράτορος, άλλά καί άφοριστικον του Πατριάρχου κατήνεγκεν καίριον τραύμα έπί τον Αλέξανδρον Ύωηλάντην, κλονισθείσης τής πεποιθήσεως τών πιστών, έφ' ών ηρείδοντο αί έλπίδες του άρχηγού τής έπαναστάσεως. Έν ω το Πατριαρχείον ώφειλε έκτοτε ν^ προτιμήση οτι κατόπιν ύπέστη, παρά το άφοριστικον, το διαταράξαντα πεποιθήσεις τών Χριστιανών, ήτει τήν μόνην κραταιάν τω κινήματος δύναμιν.

Έν τούτοις ό Ύωηλάντης καίπερ είς τοσαύτας καί τοιαύτας στενοχωρίας περιπεσών καί έννοήσας οτι έπιβουλεύεται καί ύπο τών δυνατών οπαδών του, δεν άναιχετίσθη, άλλά χάριν τής πατρίδος προεχώρει, προκαλών άντιπερισπασμόν ύπέρ του ίερού άγώνος κατά τής Τουρκίας. Διο καί μεθ' έπί διήμερον διαμονήν έν Ίασίω έπί κεφαλής χιλίων ίππέων έξήλθεν είς Βουκουρέστιον, έμπνέων καθ' όδον τρόμον είς τούς Τούρκους, καί ολίγας ήμέρας μετά τήν έξ Ίασίου άποχώρησιν του κατέφθασεν είς Φωξάνην, πόλιν κειμένην μεταξύ Μολδαυϊας καί Βλαχίας.

Έν Φωξάνη συνήντησε τον έξ Ίθάκης Βασίλειον Καραβίαν, πορευθέντος έκεί έκ Γαλαζίου καί άκολουθούμενος ύπό πολλών στρατιωτών, φερόντων καί δύο πυροβόλα.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Ενταύθα, διέμεινας ήμέρας τινας, έγύμνασε τον στρατόν κατά το τότε νεόν Ευρωπαϊκόν σύστημα.

Έκεϊθεν άναχωρήσας μετά του στρατού τήν 16ην Μαρτίου 1821, κατήντησεν εις Βουζίον και κατόπιν εις Πλοϊστην, πόλιν άπέχουσαν του Βουκουρεστίου έξ ώρας. Ενταύθα μείνας ήμέρας τινας, τή 28η Μαρτίου έστρατοπέδευσεν έν Κολεντίνη μικρόν άπεχούσης του Βουκουρετίου. Και ό μέν Γεώργιος ’Ολύμπιος, μαθών τήν έν Κολεντίνη άφιξιν του Ύωηλάντη, έσπευσεν έκ Μενζίλης εις συνάντησιν του και έμεινε μετ'αύτφ. Αλλ' οί. έν Βουκουρεστίω μένοντες Σάββας Καμινάρης και Βλαδιμιρέσκος δεν έσπευσαν εις συνάντησιν του Αρχιστρατήγου, άποποιηθέντες και αύτφ, προσκαλουμένω, ΐνα πορευθή εις Βουκουρέστιον, είτε αύτούς ύποπτευόμενος έπι τή διαδωγή τών ταυτη.

Πρός άποκάλυωιν δέ του λόγου τής πρός αύτήν προελεύσεως άπέστειλε τόν ιδιαίτερον άυτού γραμματέα Λασάνην πρός τούς δύο έκείνους άξιωματικούς. Ό Λασάνης πλησιάσας αύτούς, έπληροφορήθη οτι δέν μετέβησαν πρός συνάντησιν του Αρχιστρατήγου, διότι έν τή πορεία τής έπαναστάσεως άνεκάλυωαν οτι ή Ρωσική Αυτοκρατορία και ό Ιωάννης Καποδίστριας διατελούσαν έν άγνοία του κινήματος.

Αλλ' ό μέν Βλαδιμιρέσκος έδικαιούτο, άτε Βλάχος, να προβάλη ένστάσεις σπουδαίας, άλλωστε και έπιζητών τήν βελτιώσιν τής τύχης τής πατρίδος και μή ευνοηθής προαπαντάς ύπό του Ύωηλάντου κατά τήν έναρξιν του πολέμου.

Ό Σάββας ομως Καμινάρης, Πάτμιος, ουδαμώς διατελών έξ άρχης έν γνώσει τών κινήσεων, και πολλών άνωτέρων του άναμειχθέντων εις αυτό. Ό δέ Λασάνης, έπιθύμων να συγκρατήση αύτούς, διετείνετο έναντία, οτι δηλ. ή Ρωσία διατελή έν γνώσει του κινήματος και οτι εισέτι δέν έπέστη ό καιρός τής άναμίξεως τής.

Δία τών τοιούτων έπαγγελιών ό Καμινάρης έπείσθη ΐνα πορευθή πρός Άλέξανδρον Ύωηλάντην παρ' ω και ύπέδειξεν άφοσιώσιν. Ό Ύωηλάντης, ύποδεξάμενος αύτήν τήν φιλοφρόνησιν, έπεβεβαίωσεν οσα πρός αυτόν άνεκοίνωσεν ό Λασάνης, λόγον ποιούμενος και περι Βλαδιμιρέσκου, δις προκληθέντος δία του στρατηγού Γεωργίου Ολυμπίου ΐνα πορευθή εις Κολεντίνην πρός συνάντησιν του και μή εισακούσαντος.

Ό Σάββας Καμινάρης ύπέσχετο ΐνα κατορθώση τήν εις Κολεντίνην μετάβασιν του Βλαδιμιρέσκου, ήν και κατόρθωσε, μείνας αυτός ομηρος έν τω στρατοπέδω του. Ό Βλαδιμιρέσκος, παρουσιασθής ένώπιον του Ύωηλάντου ύπεστήριξεν ειλικρινώς δήθεν πρός αυτόν άφοσίωσιν, έπιζητών να μείνη έν Βλαχία παρά τή ουραγία του Ύωηλάντου ευνοουμένω πρωτοπορίαν άπό τήν Βουλγαρίαν, τών Βουλγάρων ένθουσιωδώς άναμενόντων. Αλλ' ό Ύωηλάντης και λίαν δικαίως δεν έπείθετο εις τάς άναγγελίας του, ύποπτευόμενος τήν προδοσίαν έκείνων, έπινοούντα οτι άδυνατει ν άπομακρινθή του Βουκουρεστίου και άναχωρήσαντα εις αυτό, του Σάββα Καμινάρου παρακολουθήσαντος φιλοτίμως και δολίως τόν Αλέξανδρον Ύωηλάντην οστις έν Κολεντία μενών συνεκρότησε περι έαυτού περι τάς τέσσαρας χιλιάδας άνδρών και ήτοιμάζετο να πορευθή πρός ο σημεϊον έκδοτε. Αλλ' οί

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

άρχοντες των μερών εκείνων μετά τήν άνακοινώσιν του επιτιμίου της Μεγάλης Εκκλησίας είς τήν άποκήρυξιν του Αύτοκράτορος της 'Ρωσίας εφυγον εκ τών Ηγεμονιών ή κρύφα συνενοούντο μετά τών Τούρκων.

Οί δέ διορισμοί τών Ανθηγεμόνων οί παραδοθέντες τω Μητροπολίτη Ίασίου προς καταπόνησιν δεν εκοινοποιήθησαν διότι μετά τήν άναχώρησιν του Ηγεμόνως είς Ίάσιον επήλθεν εν αύτφ άταξίω διην οί άρχοντες συνελθόντες εξελέγοντο άλλους άνθηγεμόνας, οϊτινες μετά των εκλογαίντων ύπέβαλον τω Σουλτάνω ύποταγήν.

Κατά τάς ήμέρας εκείνας άπεστάλη είς Ίάσιον μεθ' ικανής στρατιωτικής δυνάμεως ό Κωνσατντίνος Πεντεδέκας υπό του Αλεξάνδρου Ύωηλάντου, άγνοούντος τήν φυγήν του ήγεμόνωνος Μιχαήλ Σούτσου. Ό Πεντεδέκας μεταβάς είς Ίάσιον προς συνάντησιν του ήγεμόνος, εύρον άντ' αύτού τήν εχθρικήν άνθηγεμονίαν, άν κατεδιώξας καί κατέλαβε το άνάκτορον του Ήγεμόνος καί άνέλαβεν τήν διοίκησιν του τόπου.

Ό δ'Αλέξανδρος Ύωηλάντης, άφ' ού διέμεινεν εν Κολεντία μίαν περίπου εβδομάδα, τή τετάρτη Απριλίου του 1821 επορεύθη είς Τυργοβιστόν καί κατέλαβε συγχρόνως δία του άδελφού του Νικολάου καί τήν ύπέρ το Τυργοβιστόν κειμένην πόλιν Κιμπυλούγγαν, καθώς καί τήν μεταξύ του ποταμού Άλουτα καί Τυργοβίστου πόλιν προέστην δία του Κωνσταντίνου Δούκα.

Έν Τυργοβιστώ μένων ό Ύωηλάντης ηύξησε τον άριθμον τών Ιερολοχιτών είς πεντακοσίους περίπου καί, πυροβολικον καί άνάλογον ίππικον κτησάμενος εταξεν ύπο τον Γεώργιον Καντακουζινόν πάντα τούτου τον στρατόν. Αλλά πάσας τάς εναύοντας ευλογικάς παρασκευάς του Αλεξάνδρου Ύωηλάντου κατέστειλεν η προδοτική μηνις του Βλάχου Θεοδώρου Βλαδιμηρέσκου ή του ΈΛΛηνος Σάββα Καμινάρη, ών προδοτικαί επιλογαί ών ελήφθησαν ύπο Αλεξάνδρου Ύωηλάντη.

Ό Βλαδιμιρέσκος μάλιστα εγραφε προς τούς εν Βουκουρεστίω άρχοντας, άναγγελών τάς κινήσεις καί τήν δύναμιν του Αλεξάνδρου Ύωηλάντου καί προτρέπων αύτούς ίνα άνενεχθώσι προς τον Σουλτάνον οπως διορίση εαυτον ήγεμόνα προς καταστολήν τής επαναστάσεως οσον τάχιστα.

Ή άνακάλυωις τών προδοτικών επιστολών ετάραξε τον Ύωηλάντην καί σπουδαίως παρώργισθε τον Γεώργιον Όλύμπιον καί άπεθάρρυνε τον Γεώργιον Κατακουζηνόν, οστις εκτοτε δέν επεδείκνυε το πρότερον πρός τον στρατον θάρρος του.

Ό Αλέξανδρος Ύωηλάντης προ της είς Τυργοβιτσάν στρατοπεδεύσεως του άπέστειλεν είς Γαλάζιον τον Αθανάσιον Τουφεξήν, Καρπενησιώτην επικεφαλής εξήκοντα άνδρών, οτε φθάσας είς Γαλάζιον συνέλεξε καί ετέρους στρατιώτας εν οΐς καί ενωμοτάρχαι Παπαγεωργίου καί Κότταρης Πελοποννήσιοι, άνελθόντες περί εξακοσίους, δι ών κατέλαβε τούς προμαχώνας, τρεις το άριθμόν.

Οί δέ έν Γαλαξίω ύπέρ τούς τρισχιλίους ύπο τον Κεχαγιάν του Ιουσούφ Πασσά ήτοιμάζοντο ν^ έπέλθωσι κατά τών εν τοϊς προμαχώνει Ελλήνων, οτε τούτων, οί μέν έν τή άνισχύρω προμαχώνι άπεχώρησαν, οί δ έν τω ίσχυρφ προμαχώνι ύπο τον Τουφεξήν, Γεώργιον Παππάν καί Κότταρη ύπέμειναν τήν τών Τούρκων έφοδον.


Ίδόντες λοιπον οί Τούρκοι τήν άναχώρησιν άπο τών άνισχύρων προμαχόνων είσήλθον καί τών ύπομεινάντων εύαρίθμων Ελλήνων, οί όποιοι καθ' όλήν τήν ήμέραν γενναίως άγωνιζόμενοι άπέκρουσαν τούς πολεμίους. Επελθούσης δέ τής νυκτος καί ληξάσης τής μάχης, οί Έλληνες νύκτωρ άπήλθον του προμαχώνος καί μετέβησαν είς τήν μεταξύ Προύθου καί Δουνάβεως χερσόνησον, πλήν του Κοτηρού, φονευθέντος.

Μετά τήν μάχην ταύτήν ό είρημένος Κεχαγιάς είσήλθεν είς

Γαλάτιον καί έν αύτφ διέπραξε τά αϊσχιστα καί έφόνευσε περί τούς έξακοσίους Μολδαβούς. Εκ δέ του Γαλαξίου μετέβη είς Ιβραϊλάν, φέρων άφθονα λάφυρα καί τήν εϊδησιν περί καταστολής τής έπαναστάσεως. Ό Ύωηλάντης ήγνόει τήν έν Γαλαξίω ήτταν τών έλλήνων καί διέταξε τον Γεώργιον Κατακουζηνόν ν^ μεταβή είς Μολδαυίαν ώς άντιπρόσωπός του, άντικαταστήσας αύτον δία του Γεωργίου Καραβέου.

Ό Γεώργιος Κατακουζηνος ώρ^ ταύτη τή διαταγή έπί κεφαλής 350 άνδρών άνεχώρησεν έκ Τυργοβιστίου τή 9η Μαϊου καί έφθασεν είς Κωζάνην. Έξωθεν δ'αύτής μαθών ότι εύρίσκονται έντος διακόσιοι Τούρκοι, διέταξεν έπίθεσιν κάτ'αύτών δία των δύο τριτών του στρατού , άλλ' άνθεπιτιθεέντες μετ' άντίστασιν μικράν έπανήλθον είς τάς τάξεις τών. Τήν έπιούσαν όμως ούτος ό Κατακουζηνός έποιήσατο τήν έπίθεσιν μεθ' όλής τής δυνάμεως, οτε έξώρμησαν άπο ταϊς προ τής πόλεως Μονάς έκατον Τούρκοι ίππεϊς, οΐτινες άποκρουσθέντες έπανήλθον είς αύτήν.

Ούτως, είς τήν πολίν είσελαύνων , κατέλαβεν μέρος αύτής. Τών δέ Τούρκων φοβηθέντων μήπως πάσαν τήν πόλιν καταλάβωσιν οί Έλληνες καί πυρπολούντες τάς οίκίας ό Κατακουζηνός άνεχώρησεν καί είς Ίάσιον έφθασε περί το τέλος Μαϊου. Ή έν Ίασίω διαμονή του Κατακουζηνού, άπαιτήσαντος παρά του Πεντεδέκα λόγον τής στρατιωτικής ένεργείας του, δυσηρέστησε καί τον στρατον καί αύτον τον Πεντεδέκαν, άρνηθέντα τήν τοιαύτην λογοδοσί^.

Διο καί ό Κατακουζηνός άναχωρήσας έπορεύθη είς το έπί τω Πρώθω χωρίον Στίγκαν, ότέ ό Κεντεδεκας μετά του Σέρβου Μοβλαδέν, άποφεύγων πάσαν παρεξήγησιν, παρακολούθησε πανστρατιά προς κατάληωιν του χωρίου 'Ρωμανού. Αλλά μετ' όλίγον άπεχώρησεν έκείθεν, διότι δήθεν οί στρατιώται του άντέτεινον ότι άδυνατούσι ν^ έργασθώσιν ύπο τον Κατακουζηνόν.

Το άληθές όμως έιναι ότι ό Πεντεδέκας καί οί λοιποί άρχηγοί δεν ηνείχοντο τον Κατακουζηνόν, δειλον οντα καί τήν άρχηγίαν έπιδιώξαντα καί λαβόντα. Ό Κατακουζηνός μετά τήν έν Στίγκα στρατοπέδευσιν άπεφάσισε ν^ μεταβή πέραν του Προύθου προς

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

έπίσκεωιν της μητρός του. Συσκεωάμενος δέ μετά του Αθανασίου Τουφεξη, Καρπενησιώτου, Κοντογιάννη Πελοειννησίν, Παπαγεωργίου καί Σφαμέλου, ένέκρινε ΐνα καταληφθή το Σκουλένιον, πώς έκείθεν άμυνόντων κατά τών Τούρκων, έπερχομένων.

Όθεν μετά τήν 14ην Ιουνίου έκ Στίγκας μετέβη καί αυτός είς Σκουλένιον, μαθών μάλιστα οτι τήν 13ην οί Τούρκοι, καταδιώξαντες τόν Ελληνικόν στρατόν, κατέλαβον τό Ίάσιον. Διέταξε τήν έκεί κατασκευήν προμαχώνα καί ένεθάρρυνε τόν στρατόν, ύποσχόμενος οτι μετά τήν έπίσκεωιν της μητρός του θα έπανέλθη είς τό στρατόπεδον, ώστε συνεργασθη κατά του έχθροΰ της πίστεως καί πατρίδος. Αλλ' άμ^ τόν Προύθον διαβάς καί φθάσας είς τό 'Ρωσικόν λοιμοκαθαρτήριον, αίφνης τους έν Σκουλενίω σωματάρχας, Αθανάσιον Τουφεξην Σφακέλιν, φίλον του Γρηγορίου Φλέσσα, ένετείλατο ΐνα μετά του στρατού πορεθωσιν είς Βασαραυϊαν, διότι δεν έθεωει φρόνιμον ν^ συνάωωσι μάχην έν Σκουλενίω κατά τριπλασίας έχθρικης δυνάμεως, ής ήγεΐτο ό Κεχαγιάς του Ιουσούφ Πασσά.


Τό άκουσμα τοΰτο άπαντας τούς σωματάρχας έτάραξε, οΐτινες άποδοκιμάσαντες αυτόν, άνεχώρησαν είς Σκουλένιον καί ώμοσαν ΐνα εν αύτφ άποθάνωσιν άπαντες, μαχόμενοι κατά τών πολεμίων. Οί έν Σκουλενίω συγκαιντροθέντες ήσαν περί τούς τετρακοσίους, άναμένοντες τόν έχθρόν άπτόητοι καί ένισχύωμενοι δι οκτώ πυροβόλων.

Ό Κεχαγιάς του Ιοσούφ Πασσά, ήγούμενος έξακοσίων άνδρών έφερεν μεθ' έαυτοΰ έξ πυροβόλα, ώρμησαν κατά τών Ελλήνων περί τήν 9ην

π.μ. 18η Ιουνίου έν άλαλαγμφ. Απεκρούσθη δέ ευρώστοις ύπό τών Ελλήνων. Οί τοΰρκοι περί τήν 2αν μ.μ. αυθημερόν έπανέλαβον τήν έφοδον καί περί τήν δύσιν του Ήλίου μετά άγώνα αίματηρόν διέρρηξαν τούς προμαχώνας καί έπελάσαντες έν αύτοίς έμάχοντο έκ του συστάδην μετά λογχών κατά τών Ελλήνων ριωάντων χαμαί τά οπλα καί άμυνομένων δία τών ξιφών καί πιστολίων.

Τών 450 έκείνων ήρώων Ελλήνων έπεσον τριακόσιοι, πρός δέ καί ό Αθανάσιος Τουφεξης, Κοντογιάννης καί Σοφιανός σωματάρχαι, τών δέ Τούρκων έπεσαν χίλιοι περίπου έκτός των τραυματιών. Τήν μάχην έκείνην θεωροΰντες έκ τής άπέναντι όχθης του Προύθου οί Ρώσοι κί αυτός ό διοικητής τών Ρωσσικών στρατευμάτων έν Βασαραυϊα έθαύμασαν τήν άνδρείαν τών ευαρίθμων έκείνων Ελλήνων, μαχομένων κατά τετρακισχιλίων ιππέων καί δισχιλίων πεζών, προτεινομένων ύπό έξ πυροβόλων. Μεταξύ δέ τών Ρώσσων θεατών της μάχης ήτο καί ό Κατακουζηνός.

Δύναται δέ κανεις ν^ άντιπαραβάλει τήν προκειμένην μάχην πρός τόν Λεωνίδαν έν Θερμοπύλας, βλέπων οτι ό μέν Λεωνίδας πειθόμενος τούς νόμους της πατρίδος δι αύτούς ήρξατο τών τριακοσίων Σπαρτιατών. Έν δέ τω Σκουλενίω οί 450 άυτογνωμόνως έπεσαν ύπέρ τών ίερών καί όσιών, τω στρατηγού τών θεώμενον άπλώς αύτοΐς μαχομένοις ύπερανθρώπως. Καθ' ήν ώραν έληξεν ή μάχη κατέφθασαν έκ Ρωμανού είς Σκουλένιον ό

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

στρατηγός Σέρβος Μολάβδεν καί Βασίλειος Θεοδώρου μετά 450 Ιππέων, πιστεύοντες οτι θα εύρουν τούς Έλληνας μαχομένους.

Οί έχροί άντιληφθέντες αύτών έκ τω σύναγγος, έπήλθον αίφνης δρομαίοι κατ' αύτών ών τούς μέν έρριωαν είς τον ποταμόν, τούς δέ διεσκέδασαν τήδε κακείθεν. Έν τή άπροσδοκήτω ταύτη μάχη έπεσαν ένενήκοντα, άγνωστον δέ ήσαν πόσοι τών Τούρκων άπέθανον.

Προ της μάχης ταύτης, ήτοι κατά τήν 10ην Ιουνίου, έξήλθον τών Σιλιστρίου καί Βιδινίου οί Πασσάδες τών χωρών έκείνων, άποποιούντες ν^ προσβάλωσι τον Αλέξανδρον Ύωηλάντην. Μετ' αύτοίς δέ, τήν 12ην Ιουνιου, έξήλθεν τής Ιβραϊλας καί ό Υουσούφ Πασσάς, προτιθέμενος ν^ προσβάλη το έν Ίασίω Ελληνικόν στρατόπεδον, ο ηγείτο ό Κωνσταντίνος Πεντεδέκας, ον προσβαλών έξέβαλε τω Ίασίω άμαχητί.

Ή καταστροφή τών έν Σκουλενίω Ελλήνων, τών έγκαταλειφθέντων ύπό του Γενικού Επιτρόπου, του Γεωργίου Κατακουζηνού, ένήνεγκεν έν Μολδαυί^ τήν πτώσιν τής έπαναστάσεως, μεθ' ήν ό Μολάβδεν καί Βασίλεος Θεοδώρου, έσπευσαν δι άναζήτησιν του διακεκριμένου στρατηγού καί πατριώτου, του Γεωργίου ’Ολυμπίου.

Ή άρχή τής έπαναστάσεως ταύτής ύπήρξε μέν αίσθηματική άλλ' όχι καί μεμετρημένη, ώς ώφειλεν. Κατ' άκολουθίαν τά αύτής άποτελέσματα δεν έπρομμνυοντο έυαρεστα. Δέκα περιπου ήμέρας προ τής έν Σκουλενίω μάχης τήν αύτήν έκβάσιν έσχεν άνελπίστως καί ή έν Βλαχί^ έπανάστασις, ήγουμένην αύτφ τω Αριχιστρατηγου Αλεξανδου Ύωηλάντου καί δία τών διακεκριμμρνω στραστηγων καί στρατιωτών Γεωργίου ΟΛυμπιου καί Ίωάννη Φαρμάκη.

Έπί τή άποτυχί^ καί τής έν Βλαχί^ έπαναστάσεως εύθύνεται καθ' ήμάς ούχί τόσον ό Αλέξανδρος Ύωηλάντης, οσον οί προδόται Βλαδιμηρέσκος καί Σάββας Καμινάρης, άποθαρρύναντες αύτον καί έκ τών προσδοκούντων διαβημάτων. Ό Πασσάς τής Σιλιστρίας Σαλήμ Μεχμέτ άντομοθής μετά του Πασσά του Γιουργέβου σενεκέτρωσε περί τούς οκτώ χιλιάδας άνδρών καί τάξας τουν μέν τετρακισχιλίους αύτών ύπο τον Χαντζήν Καρά Μεχμέτ Κεχαγιά, άρχηγον όλου του στρατού, τους δ'έτέρουν τετρακισχιλίους ύπο τον Κεχαγιάνμπεην του Πασσα του Γιουργεβού, διέταξε ν^ πορευθώσιν έκάτεροι προς Βουκουρέστιον δι'άλλης όδού καί ούχί τής αύτής.

Καί δή ό μέν Κάρα Αχμέτ είσήλθεν άνευ άντιστάσεως είς το Βουκουρέστιον τή 19η Μαϊου, ό δέ Κεχαγιάμπεης του Πασσά Γιουργεβού τή 16η Μαϊου. Προ δ'αύτών προεχώρει προς τήν μικρήν Βλαχίαν καί ό Καττής του Βιδινίου. Ό φρούραρχος του Βουκουρεστίου Σάββας Καμινάρης πρίν ή είσέλθη είς αύτο ό άρχηγος τών Τουρκικών στρατευμάτων, έξελθών τής πόλεως, κατέλαβε το Μοναστήριον τής Βακαρέστης ή Μαριενένης, κειμένην πλησίον τω Τυργοβιστίω, μεθ' ίππέων χιλίων, του Βλαδιμηρέσκου τότε άποχωρήσαντος προς τήν θέσιν του είς Γαλέτζι μετά τετρακισχιλίων συντακταίων άνδρών.

Συναμφότεροι δέ συνενοούντο μετά τών Τουρκικού στρατού προς ού τήν άρχηγίαν έκατέρων ύπισχνείτο τήν του Ύωηλάντη παράδοσιν, ζώντος ή νεκρού, παρ' ω καί

υπεκρίνοντο φιλίαν έπί τούτω τω σκοπφ. Ήμέρας τινας προ της ύπο των Τούρκων καταλήωεως του Βουκουρεστίου έπορεύθη ό Ύωηλάντης είς Τυργοβίστιον. Ίδών δέ τήν διαγωγήν ταύτήν του Καμινάρη καί Βλαδιμηρέσκου, άποχωρησάντων τω Βουκουρεστίω άνευ άντιστάσεως, έξήγησαν αύτήν καί άρχήν έκτελέσεως της καθ' αύτού μελετωμένης προδοσίας.

Αλλ' ό Σάββας Καμινάρης, άπλανων τον Ύωηλάντην διισχυρίζετο οτι δεν άντέστη κατά των Τούρκων, έπειδή ό Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκος ήρνήθη ν^ παράσχη αύτφ στρατιωτικήν συνδρομήν, κρύφα μετά των Τούρκων συννενοημένος. Διο καί διετάχθη ν^ ωχυρωθή παρά τον Αρχιστράτηγον οπως, ώς έλεγε καθ' ήν περίστασιν κινηθή έχθρικως ό Βλαδιμηρέσκος κατ' αύτού, τον άκυρώση. Ό Ύωηλάντης, διατελων έν γνωσι των κατά Βλαδιμηρέσκου, έχοντι καί άλλάς άφορμάς έπίστευε, καί συσκεωάμενος μετά του Γεωργίου ’Ολυμπίου οστις ζητήσας καί παρά του Σάββα Κομινάρη, του προκειμένου καί έφς τότε φιλίαν, έλαβε τετρακοσίους λογάδας ίππείς καί άνάλογον πεζικον στρατόν, καί τή 18η Μαϊου έπορεύθη είς Γαλέτσι, άφού προηγουμένως δι άσχυράς δυνάμεως κατέλαβεν τήν γέφυραν του παραρρέοντος ποταμού Αργίσου.

Ή κατάληωις τής γεφύρας ταύτής παρημπόδιζε τον Βλαδιμηρέσκον ν^ έξέλθη του Γολετζίου. Μετά τούτο ό Ολύμπιος, άγων τούς τετρακοσίους ίππείς, έσπευσεν είς συνάντησιν του Βλαδιμηρέσκου καί συναντήσας αύτον έν Γολετζίω ήρξατο έπιπλήττων αύτον ένώπιον των όπλαρχηγων, λέγων οτι δέν άντέστη κατά τω Τούρκων, είσβαλλόντων είς Βουκουρέστιον, οτι παρεβίασε τήν ένορκον ύπόσχεσιν του, οτι δία τής διαγωγής του κατέστρεωεν τήν πατρίδα του καί προέδωσε τήν θρησκείαν του, οτι έθανάτωσε δολίως πολλούς σωματάρχας του.

Ό Βλεδιμηρέσκος στερούμενος λόγων προς άπολογίαν και βλέπων οτι ό Ολύμπιος, έσκοτίσθη, οτε ο Ολύμπιος9 έπιτείνας τήν χήρ^ οφειλε τής αιθούσης έν ή κατέλυσε ό

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Βλαδιμηρέσκος, τήν άναρτημένην σπάθην του, είπών προς αύτόν οτι δενειναι άξιος ν^ φέρη αυτήν καί οτι θά τον στείλη πρός τόν Αρχιστράτηγον.

Τό θάρρος τούτο του Ολυμπίου κατεπτόησε τόν Βλαδιμηρέσκον καί ούδένα τών οπαδών του έξώργισε. Όθεν καί ό ’Ολύμπιος, θαρραλεώτερος καταστάς, άφεικε της ζώνης του Βλαδιμηρέσκου καί τά πιστόλια καί τον παρέδωκε πρός τούς στρατιώτας, διαταχθέντας ν^ μεταφέρουσιν αύτόν ενώπιον του Αρχιστρατήγου. Όντως δέ, άπαγαγόντες τόν Βλαδιμηρέσκον είς Πιτέστι, παρέδοσαν αύτόν τω Νικολάω Ύωηλάντη, οστις τήν επιούσαν ώδήγησεν αύτόν είς Τυργοβιστόν ενώπιον του Αλεξάνδρου Ύωηλάντη.


Ό Βλεδιμηρέσκος παρουσιασθείς ενώπιον άυτού, ετόλμησε ν^ δικαιολογηθή μή εχων ομως λόγους ικανούς πρός όμολογίαν, δέν ήδυνήθη ν^ μαλάξη τήν καρδίαν του Αλεξάνδρου Ύωηλάντη, οστις διέταξεν εν οργή τούς στρατιώτας ίνα μεταφέρουσι τόνΒλαδιμηρέσκον εξω της πόλεως καί φονεύσουσιν αύτόν εκεί. Ούτως ό Βλεδιμηρέσκος, ό συνυπαίτιος της καταστροφης της επαναστάσεως, κατεκόπη διά τών στρατιωτών τή 23η Μαϊου 1821 ώς προδότης καί ό στρατός αύτού, συγκείμενος εκ 250 ιππέων καί 400 πεζών ετέθη ύπό τω Αλέξανδρω Ύωηλάντη ύπό τήν άρχηγίαν Χαντζή Πρόδα καί Μακεδόνα Βλάχου, οϊτινες μετά ταύτα διετάχθησαν ύπό του Αρχιστρατήγου ν^ σπεύσωσι πρός κατάληωιν θέσεων παρά τόν κώμην Δραγατζάνιον της Μικράς Βλαχίας, καθ' ά μέρη ό Πασσάς τού Βιδινίου προαπέστειλεν περί τούς δισχιλίους στρατιώτας.

Μετά δέ πολεμικόν συμβούλιον αύτός ό Ύωηλάντης επορεύθη είς Πιτέστι ενθα άνέμενον αύτόν ό στρατηγός Ολύμπιος. Πρό δέ της άναχωρήσεως διέταξεν ό Ύωηλάντης ίνα συγκετρωθώσι πρός εν αύτό μέρος καί άπαντα τά ύπό τήν όδηγίαν του σώματα. Ειχεν δέ καλέση πρότερον επί τό αύτό καί τόν Σάββαν Καμίνάρην10 άλλ' ούτος άρνηθής ωχυρωθη

έν τή Μόνη καί μετά τήν έκ Τυργοβιστού άναχώρησιν του Αλεξάνδρου Ύωηλάντη γενομένην τή 27η Μαϊου 1821, καί τήν έξοδον του Τουρκικού στρατού είς Τυργοβιστόν, προσήλθεν μεθ' όλού του στρατού του είς τον Τουρκικόν στρατόν. Σημειωτέον μάλιστα οτι οί έχθροί περί τάς πέντε χιλιάδας, μετ' αύτφ συνενούμενοι, τήν προτέραν τής Τυργοβιστού άναχωρήσεως του Αλεξάνδρου Ύωηλάντου διά τό Πιτέστι κατεσκήνωσαν έν παρακειμένω παρά τό Τυργοβιστόν δάσει, χωρίς οί Έλληνες ν^ έννοήσωσι τήν κατασκηνώσιν αύτών.

Τούτων δέ πεντακόσιοι ίππείς έπορεύοντο λεληθότες παρά τόν Ύωηλάντην πρός κατάληωιν του Νοτζέστου. Εύρόντες δ'αύτό κατειλημένον ύπό Ελλήνων προνοί^ του Ύωηλάντου, έτράπησαν είς Μονήν παρακειμένην, ού εύρόντες καί αύτήν κατηλημένην δία τών Ελλήνων ώς έννοήσαντες οτι δεν ήδύναντο ν^ φέρωσιν άποτέλεσμα, έισελθόντες είς τό στρατόπεδον, έλαβον καί έτέρους χιλίους ίππείς καί άποτελέσαντες δύναμιν έκ χιλίων πεντακοσίων ιππέων, είσήλθον κατά τών έν Νοντζένη Ελλήνων, ών ήγείτο ό Κωνσταντίνος Δούκας, Γεράσιμος ’Ορφανός καί Αναστάσιος Αργυροκαστρίτης.

Έμάχοντο δέ κατ' αύτών δι'όλας τάς ήμέρας. Αλλά δυστυχώς περί τήν έσπέραν όΔούκας έδωσε σημείον ύποχωρήσεως, παρατηρήσας έπερχόμενον έχθρικόν άπόσπασμα έπί τόν προμαχώνα του, μάτην του Αργυροκαστρίτου κατέχοντος λοφίσκον, καλούντα αύτόν ν^ έμμείνη έν τή θέσιν του.

Ή φυγη του Δούκα άπεθάρρυνε καί τούς άλλους, τραπέντας καί αύτούς νύκτωρ είς φυγήν. Ή τοιαύτη τών Ελλήνων έκείνων ύποχώρησις παρώργισε τόν Αλέξανδρον Ύωηλάντην οστις άπέβαλε του στρατού τόν Δούκαν, ώς δειλόν καί αίτιον τής ήττας, διατάξας αύτόν ν^ άπέλθη τής Βλαχίας. Μαθών έν Πιτεστίω οτι οί έκ Βουκουρεστίου Τούρκοι εΐχον μεθ' έυατών καί τό Σάββαν Καμινάρην εύθύς κατέλαβε διά του Ιωάνου Φαρμάκη, όδηγούντος τριακοσίους λογάδας είς τήν πολίχνην Αρδεσίαν, κειμένην παρά τόν Αρτζοναν ποταμόν καί άσφαλίζουσαν τήν θεσιν έαυτού, άποχωρήσαντος έκείθεν τή πρώτη Ιουνίου είς Ρύμνικον, μικράν πόλιν, παρακειμένην τή άριστερά όχθη του Αλτ ή Άλουτα ποταμού, καθ' ήν πόλιν συνεκεντρώθησαν καί τά ύπό τόν Μακεδόνων είς Χαντζήν Πρόδεον καί άλλά σώματα. Ό έν Ρύμνηκη συγκεντωθείς Ελληνικός στρατός συνηστάμενος έκ 2 χιλιάδων ίππέων καί 4500 πεζών κρατυνομένων ύπό όκτώ πυροβόλων.

Τήν προτέραν της έν Ρυμνικον μεταβάσεως του άλεξάνδρου Ύωηλάντου είσήλθον είς Βουκουρέστιον καί ό Πασσάς τής ΣιΛιστρίας, είς δέ Κραϊοβαν ό του Βιδινίου, περιτειχίσαντες τον στρατόν αύτού δία στρατού είκοσι χιλιάδων καί έπιπλέον έν ω άπασα ή στρατιωτική του Ύωηλάντου δύναμις δεν υπερέβαινε τάς έπτά χιλιάδας άνδρών, άποθαρρηθέντων καί αύτών έπί τή καταστήμω διαγωγή τών Καμινάρη κα Βλαδιμηρέσκου, διαταραξάντων τήν προθυμίαν ού μόνον τών Ελλήνων, άλλά καί τών έντοπίων χριστιανών, προς ούς άμφότεροι μετά τών διαγραφών τού Ύωηλάντη άπο του μητρφου τών στρατικών Ρώσων καί τήν έκδοσιν του άπεχθούς έκείνου έπιτιμίου τής μεγάλης έκκλησίας ένέπνευσαν φρικωδέστατας ίδέας κατά του κινήματος. Έν τούτοις ό Ύωηλάντης πανταχόθεν περιυβριζόμενος δεν κακολογει ούδέ άπέβαλεν το θάρρος καί τον ύπέρ τής άπολυτρώσεως τής πατρίδος του ένθουσιασμόν, άλλά συγκεντρώσας τον έυάρθιμον στρατόν του διέταξεν έκ Ρυμνίαν τούς στρατηγούς Όλύμπιον, τον Σέρβον Μυλαβέν τον άτρόμητον Αργυροκαστρίτην, καί άξιωματικούς άλλους όπως σπεύσωσι προς κατάληωιν τών έπικαίρων θέσεων τω Δραγατσανίω, έν ω εύρίσκοντο ούχί πλείονες τών τριών χιλιάδων Τούρκων ών, τοιούτων οντων, άπεφάσισε ν^ συνάωη μάχην, ίνα διά νικών άναθαρρύνη τον στρατόν του.

ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ.

Το σχέδιον τούτο του Ύωηλάντου ών έπίκαιρον, άλλ' έματαίωσεν ό άκριτος καί θαρσαλέος Βασίλειος Καραβίας, ό όποιος, δοξομανής ών, παρεβίασε τά ύπο τω άτρομήτω στρατηγφ Γεωργίου Ολυμπίου διατεταγμένα. Οί τήν κατάληωιν περί το Δραγατσάνιον θέσιν διατετραμμένοι εύρων καί αύτάς κατειλημένας ύπο τών Τούρκων καί ύπο ίσχυράς δυνάμεως άποκρουσθέντες δέν ένέκριναν ν^ έμμείνωσιν φοβούμενοι μήπως παραβιάσαντες τάς ύπο του Αρχιστρατήγου άποφασισθέντα, διατάξαντες μέν κατά τήν γνώμην του άρχηγού του στρατού Γεωργίου Όλυμπίου τή 3η Ιουνιου 1821 ίνα οί σωματάρχαι αύτού οδεύσωσιν είς Δραγατζάνιον, όπως, καταλαβόντες τήν 5ην Ιουνίου τάς θέσεις άπαντες ήσαν έτοιμοι προς έπίθεσιν.

Είπόντος δέ ότι κατόπιν αύτών θά σπεύση καί αύτός, προτιθέμενος ν^ άναλάβη τήν διεύθυνσιν τής προκειμένης μάχης. Αλλά δυστυχώς τών στρατευμάτων τινα καθυστέρησιν, έπί προωθουσών δυσχερειών καί πιπτούσας βροχής ραγδαιοτάτης, μόλις δέ τήν πρωϊαν τής έβδόμης Ιουνιου κατήντησαν είς Δραγατσάνιον, ούχί όμού άπαντες, οί καθ' έκάστους.

Το Ρύμνιον άπέχει του Δραγατσανίου μόλις ώρας οκτώ, όπόθεν άναχωρήσας ό Ύωηλάντης μετά δύο χιλιάδων ουραγίους τήν 5ην Ιουνίου, δεν ήδυνήθη ν^ φθάση είς Δραγατσάνιον τήν 7ην Ιουνίου, έν ω ήδύνατο καί οφειλε ν^ διανύση δραστηρίως έκ Ρυμνίου μίαν μόνον ήμεροδρομίαν βάδην. Ό Γεώργιος Όλύμπιος άρχηγος τών πεντακισχιλίων άνδρών, φθάσας έξώ του Δραγατσανίου τή 7η Ιουνιου, άνέμενεν τήν αύτόθι συγκέντρωσιν τών σωμάτων, πλήν τών περί τον Ύωηλάντην, τοποθετησας περί τήν 10ην π.μ. τής αύτής ήμέρας έν θέσιν έπιτηδείας περί το Δραγατζάνιον τά στρατιωτικά σώματα καί τον Καραβίαν μετά ίππικού καί τον Νικόλαον Ύωηλάντην μετά τών ίερολοχιτών καί πυροβολικού έν θέσει έχυρωτέρω. Διέταξε δέ τούς σωματάρχας ίνα είς ούδέν διάβημα προβώσι, δυνάμενον ν^

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

προκαλέση σύγκρουσιν προ της ώρισμένης ώρας, της μάχης μελλούσης ν άρχίση τήν επιούσαν, ήτοι τήν 8ην Ιουνίου, μετά τήν άφιξιν του Αρχιστρατήγου.

Μετά δέ των στρατευμάτων τοποθέτησιν καί ταύτήν τήν διαταγήν ό άρχηγος Γεωργάκης ’Ολύμπιος κατέλαβε τήν προς το Ρύμνιον φέρουσαν ολίγον άπέχουσαν τών άλλων προμαχώνων καί διατάξας ν^ καταλάβωσιν οί πανδούροι καί τήν όδόν, τήν άπο Δραγατζανιου είς Κραϊωβαν φέρουσαν, έμεινεν ούτως ήσυχος.

Αλλά μετά τήν άναχώρησιν αύτού είς τήν άνωτέρω τοποθεσίαν του οί Τούρκοι, οί εν τή παρακειμένη τω Δραγατζανίω Μονή, έξώρμησαν κατά τών έξωθι αύτής τοποθετηθέντος Αναστασίου Αργυροκαστρίτου, ήγουμένου τριακοσίων άνδρών καί άποκρούσαντες αύτούς, άποπειραθέντας ν^ έννοήσωσι μέν το τών Ελλήνων θάρρος, ένθαρρύνωσι δέ τούς πολιορκουμένους, άπέλπιδας οί έκτος καταλήωεως τών οχυρών θέσεων άπο μέρους τών Ελλήνων.

Ταύτην δέ τή περιπέτειαν έαυτών έγνώρισαν οί πολιορκούμενοι διά πρεσβείας προς τούς άρτι είς Βλαχίαν ελθόντας Πασσάδες, προβάντες άμα είς πυρπόλησιν τών εν Δραγατζανίω έπιβλαβών αύτοίς οικιών. τήν δέ πυρπόλησιν τών οικιών θεωρήσας ό Βασίλειος Καραβίας11, έστρατοπεδευμένος έπί χαράδρα, κειμένη κατέναντι του Δραγατζανίου προς άποχώρησιν τών Τούρκων έκλαβών, ήθέλησε ν^ έπιδιώξη δόξαν, καταδιώκων τούς Τούρκους χωρίς ν^ είδοποίησι τον άρχηγον Γεώργιον Ολύμπιον καίτούς άλλους σωματάρχας. Έξήλθε του προμαχώνος του, διέβη μετά τών περί έαυτον τήν

χαράδραν, ακολουθούμενος ύπό του Νικολάου Ύωηλάντη μετά του Ιερού λόχου καί του πυροβολικού καί άρξαμένου πρώτου καί μόνου της μάχης, τών άλλων σωμάτων μή λαβόντων γνώσιν καί μή έκκυνούντων κατά τήν διαταγήν του στρατηγού ’Ολυμπίου καί νομιζόντων οτι οί Τούρκοι έπυροβόλουν κατά τών Ελληνικών προμαχώνων.

Οί Τούρκοι πάλιν τήν έπίθεσιν του Βασιλείου Καραβί^ καί Νικολάου Ύωηλάντη ύπολαβόντες ώς γενικήν έφοδον παρά τών Ελλήνων, ύποχωρήσαν κατά τήν πρώτην προσβολήν άλλά μετ' ολίγον, ίδόντες οτι τ'άλλά σώματα έμμεινον άκίνητα, συστραφέντες έφώρμησαν κατά τών περί Καραβίαν καί του ίερού λόχου.

Καί τούς μέν περί Καραβίαν έτρεωαν είς φυγήν, τούς δ άνθισταμένους ίερολοχίτας κατέκοπτων. Οί έπελθόντες κατ' αύτών Τούρκοι, ύπερβαίνοντες τάς δύο χιλιάδας ίππέων. Οί ίερολοχίται έν τοιούτω άνθίσταντο, άλλ' οί Τούρκοι, κύριοι του Ελληνικού πυροβολικού γενόμενοι, διέρρηξαν τάς τάξεις αύτών. Ταύτης της σφαγής καί συνεχών πυροβολισμών γινομένων, ειδοποιήθη ό άρχηγός Γεώργιος Ολύμπιος καί συγκροτήσας έν τω προχείρω δύναμιν οσον οί όντεν, έσπευσε πρός τό πεδίον τής συμπλοκής καί ήδυνήθη διά τής άνδρείας του να ένορώση τούς καταδιώκοντας καί κατακόπτοντας τούς ιερολοχίτας Τούρκους καί ν^ λυτρώση ούτως άπό τής σφαγής ή αιχμαλοσίας12 πολλούς τών ίερολοχιτών καί τόν άδελφόν του Αρχιστατήγου Νικόλαον Ύωηλάντην.


Κατά τήν συμπλοκήν ταύτην έπεσαν διακόσιοι ίερολοχίται, ό

Δημήτριος Σούλτας, ό Σπυρίδων Δρακούλης εκατόνταρχος, αίχμαλωτισθέντων περί τούς τεσσαράκοντα. Ή μάχη αύτή καίπερ ύπό του άσυνέτου Καραβί^ προκληθείσα, άπεθάρρυνε ολους τούς Έλληνας, ών οί πολλοί μετ' αύτήν διεσκεδάσθησαν. Ό Ύωηλάντης μαθών καθ' όδόν τό θλιβερόν γεγονός καί τήν διασκέδασιν του Ελληνικού στρατού, έπανήλθεν είς τό

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Ρύμνικον τήν όγδόην Ιουνίου, ένθα διενυκτέρευσε, καί τήν ένάτην Ιουνίου έπορεύθη είς Κόζιαν, άπέχουσαν του Ρυμνικίου πέντε ώρας.

Έν Κόζι^ άνέμεινεν τον Όλύμπιον καί άλλους σωματάρχας. Έπίστευε δέ οτι ή μάχη έκείνη προήλθεν έκ προδοσίας όπαδών του Καμινάρη καί Βλαδιμηρέσκου, έν τω στρατφ αύτφ ύπαρχόντων καί έπιδιωκόντων τήν παντος τρόπου έξόντωσιν καί έαυτού έκ του Ελληνικού στρατοπέδου. Έν Κόζι^ μείνας έπί τρεις ήμέρας συνεσκέωατο μετά του Γεωργίου Όλυμπίου, Αργυροκαστρίτου, Μακεδόνσκη καί Χατζή Πρόδα περί νέας κατά τών πολεμίων ένεργείας.

Αλλά κατά τάς ήμέρας έκείνας είσήλθεν είς Κραϊώβαν ό Πασσας του Βιδινίου μετ' άρκετής δυνάμεως, σπεύδων ν^ συγκεντρώσει έν Δραγατζανίω περί τάς είκόσι χιλιάδας Τούρκων, οπως πορευθή έκείθεν είς Ρύμνικον, ένθα έπίστευεν οτι στρατοπέδευσεν ό Αρχιστράτηγος τών Ελλήνων. Ουτος ομως, διαγνούς τήν καταστάσιν του στρατού, οντος άποτεθαρρημένος, καί προδοσίαν ύποπτευόμενος, δεν έκρινε φρόνιμον ν^ έπαναλάβη τάς έχθροπραξίας προς κολοσσιαίας έχθρικάς δυνάμεις καί σκεπτόμενος οτι δεν ήδύνατο μετά του λύγου καί άπέλπιδος έκείνου στρατού ν^ διατηρηθή, καλέσας τον τίμιον καί πιστον φίλον του στρατηγόν Γεώργιον Όλύμπιον, έξηγήθη αύτφ, πάντας τούς άνωτέρω λόγους καί ύπεστήριξε τήν είς Τρανσυλβανίαν μετάβασίν του, θεωρών άναγκαίον ν άκολουθήση καί αύτος μετά τών λοιπών σωματαρχών, ύποσχόμενος αύτοίς έν τω έξωτερικφ συντήρησιν τούς.

Ό Όλύμπιος, παρατηρήσας αύτφ οτι δεν ήταν καλον ν^ έγκαταλειφθή ό πόλεμος προς άντιπερισπασμον κατά τών Τούρκων καί ένίσχυσιν τής έν Έλλάδι έπαναστάσεως, ένέκρινε τέλος τήν άναχώρησιν του Ύωηλάντη, ούχί δέ καί έαυτού. Μετά τούτο ό Ύωηλάντης παρακαλέσας τον Όλύμπιον ν^ διαθέση κατά το δοκούν τά στρατιωτικά άποσπάσματα καί κατόπιν ν^ συνοδεύση αύτον μέχρι τής Τρανσυλβανίας, περιέμενεν έν Ρόζια.

Ό Όλύμπιος, τοποθετήσας έν καταλλήλοις θέσεσσι τούς σωματάρχας μετά του στρατού, συνώδευσεν αύτος μετά του Αναστασίου Αργυροκάστρου τον Αλέξανδρον Ύωηλάντην μέχρι τής Τρανσυλβανίας, όπού άποχαιρετίσας αύτόν, άπεχωρίσθη, άφ' ού προηγουμένως ό Αλέξανδρος Ύωηλάντης έδωκεν άμφοτέροις χρηματικον τι ποσόν προς συντήρησιν έαυτών καί του στρατού.

Ό Αποχωρισμός αύτών ύπήρξε συγκινητικώτατος!. Μεθ' ά ό Όλύμπιος καί Αργυροκαστρίτης έπανελθόντες συνενοήθησαν μετά τών λοιπών όπλαρχηγών καί τήν έπιούσαν έσπευσαν προς συνάντησιν του Ίωάννου Φαρμάκη, εύρισκομένου είς Αρζεστάν, τοποθεσίαν ίσχυράν είς ήν άπεστειλςν αύτον ό Ύωηλάντης προς κατάληωιν, άμ^ έκ Πιτεστίου άναχωρήσας.

Ό Γεώργιος ’Ολύμπιος καί Ιωάννης Φαρμάκης13 κατηχήθησαν ύπό του Γρηγορίου Φλέσσα, ώς έμφαίνεται έν τω προαναγεγραμμένω συνυποσχετικφ δι ών τήν κατήχησιν κατηγορήθήηώς προδότης της Έταιρίας καί έκλήθη είς τάς του Βουκουρεστίου φυλακάς. Απεδείχθη όμως έκ τών ύστέρων οτι έποιήσατο τήν κατήχησιν αύτών ούχί άπερισκέπτως άλλά διαγνούς τήν άξίαν άμφοτέρων έκείνων τών αξιωματικών, μαχομένων καί πεσόντων ύπέρ πίστεως καί πατρίδος, καθάπερ καί αύτός.

ΌΎωηλάντης έπειτα έπορεύθη είς τόν Ροτερτούρμαν Έρυθρόπυργον, ής έξωθεν άπέστειλε τόν ιδιαίτερον γραμματέα ΐνα ζητήσει τήν άδειαν παρά των έκεί σταθμευόντων Αύστριακών πρός είσοδον είς τήν πόλιν. Ό Λασάνης, είσελθόν είς τήν πόλιν καί παρουσιασθείς ένώπιον της αρμοδίου Αυστριακής αρχης, έζήτησεν τήν άδειαν, ήν καί έλαβεν. Έπιστρέωας ό Λασάνης ειδοποίησε περί αύτης τόν Αλέξανδρον Ύωηλάντην, ό όποιος προσηλθεν ένώπιον της Αύστριακής αρχής, ύπό τήν κλησιν Αλέξανδρος Ρομανός τή 14η Ιουνίου.

Συμπροσήλθον δέ καί οί περί ούτον, οί άδελφοί του Γεώργιος καί Νικόλαος, Γεράσιμος Ορφανός, Γεώργιος Λασάνης, ό Χαρνοφσκήτης καί Κωνσταντίνος Καβαλαρόπουλος, άπαντες άλλάξαντες τάς έπωνυμίας έαυτών. Μετά τήν προσέλευσιν αύτών ή Αύστριακή άρχήώδήγησεν άπαντας είς τήν έπί τω ποταμφ Μορόσκου πόλιν της Ούγγαρίας Αράδην, ένη έμεινον ήμέρας δέκα τάς διαταγάς της Αύστριακης Κυβερνήσεως.

Ό Ύωηλάντης έπίστευσεν ότι θά άφεθή έλεύθερος ΐνα κατέλθη είς Πελοπόννησον καί συναντήσει εν αύτή τόν δραστήριον καί διακεκριμένον, ώς έλεγε, φίλον του Γρηγόριον Φλέσσαν, τεθή έπί κεφαλης τών φριαβευοντων έπαναστατών. Αλλ' αί χρησταί αύτού έλπίδες φρούδας άπέβησαν, διότι ή Αύστριακή αύτοκρατορί^ διέταξε τήν είς Μουγκαστην Ούγγαρίας μεταγωγην δία νυκτός καί τών έν τή πόλει έκείνην ειρκτάν τών, του Αύτοκράτορος της Έωσσίας τολμήσαντος ν^ ζητήση τήν παραδώσιν του Ύωηλάντη καί τόν περί αύτόν, πρός τήν Αυστριακήν άρχήν πρωτοδίκοις ν^ τιμωρήση αύτούς όντας ύπήκοοι της Έωσσίας.

Έν Αύστρί^ τότε οί έπί πολιτικοΐς έγκλλήμασι κατηγορούμενοι δεν έφυλακίζοντο είς τά μέρη έκείνα, καθ' ό έτελείτο τό έγκλημα, άλλ' έν φυλακαίς άποκέντρων τόπων, ΐνα οί φυλάττοντες άγνοώσι τινες οί κρατούμενοι καί διά τι κρατούνται. Διό καί ό Αλέξανδρον Ύωηλάντης, άπό φυλακης είς φυλακήν μεταγόμενος, ήλασεν έπώνυμον. Άπαντες ούτοι

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

έκρατήθησαν από της ήμέρας τής προσελεύσεως των μέχρι τω 1827, πλήν του Καβελαρόπουλου καί Χορνόφκη, έλευθερωθέντες τω 1826, του μέν είς.......τή ένεργείη του

Ίωάννου Καποδίστρια, του δέ τή Πολικού τή αιτήσει του Αυτοκράτωρος Νικολάου τω 1927 κατ' αναφοράν του άδελφού του Ύωηλάντου πρός τόν αύτόν Αυτοκράτωρα. Ό Υωηλάντης έλευθερώθηκε έπί τω ορω τής διαμονής των μέχρις είρηνεύσεως τής Ελλάδος έν Βιέννη ή Βενετία, ή Βερώνη κατ' έκλογήν των.

Έν τή φυλακή ύπέστησαν τά πάνδεινα, άλλά τά δεινά δεν ήδύνατο νη άνακοινώσωσιν πρός του οικίους καί φίλους των, διότι τό τυρανηκώτατον καί μοχθηρότατον Έθνος τής Αύστρίας δεν έπέτρεπεν αύτοίς αλληλογραφίαν, καί, έάν τις έπέμενεν να γράωη πρός τινα, ή έπιστολή του παρεδίδετο τω έπιστάτη των φυλακων άσφράγιστος. Ύπό ταύτας καί τάς συνεχείς πιέσεις καί κακουχίας βιόν άβίωτον οί εύγενείς έκείνοι άνδρες ζωντες καί κρατώμενοι, έπαθαν τήν ύγείαν ών ο Αλέξανδρος Ύωηλάντης άπέθανε14 τή 20 Ιουλίου 1828 είς τό 38ον έτος τής ήλικίας του έν Βιέννη.

Τι δέ κακόν έποίησεν ό Αλέξανδρος Ύωηλάντης καί οί οπαδοί του κατά τής Αύστρίας, δία τό όποιον δολίως έρριωαν αύτούς έπί οκτω έτη είς είρητάς έλεινάς φυλακάς ; Ώφειλον ή Αύστρίη, άν δεν ήθελε νη δυσαρεστήση τήν Τουρκίαν, νη μήν δεχθή αύτούς είς τήν έπικράτειαν τής. Ή διαγωγή όμως αύτή πρός Έλληνας έκδηλοί πάθος κατά του Ελληνισμού άκατανόμαστον, διά τόν όποίον οί Έλληνες πάντοτε πρέπει νη ύποπτεύονται τοιαύτηνέπιβολήν ή δολίαν καί φιλοτουρκικήν Αύτοκρατορίαν.

Αλωστε άν καί πρός τήν Αύστρίαν έπταισαν οί περί τόν Αλέξανδρον Ύωηλάντην, διατί δεν έπέσπευδε τήν είς δικαιοσύνην παραπομπήν των άγνών έκείνων ξένων, οστις δωσίλογον τής τοιχόν έγκληματικής των πράξεων ;Πρός τι άδικαιολογήτους παρέτειναν έπί τοιαύτα έτη τήν κάθειρξήντου ; Παρέτειναν προφανως τήν κάθειρξιν ολως άθωων άνδρών, ώς άνηκόντων είς έθνος ύπό δουλείαν, μή δυνάμενον νη διεκδικήσει τό δίκαιον του!.

Κάρα τήν έν Κοζιά διαμονήν του ό Αλέξανδρος Ύωηλάντης έγραωε διακήρυξιν πρός τόν στρατόν έν ή έσημείωσε ήμερομηνίαν τήν 8ην Ιουνίου έν ώ τήν ήμέραν έκείνην εύρίσκετο καθ' όδόν πορευόμενος πρός Δραγατζάνιον καί μαθών τήν κατά τήν 7ην Ιουνιου ήτταν του

Ελληνικού στρατού καί έπιστρέωας είς Ρύμνικον, έξ ου έπορεύθη τήν 9ην Ιουνίου είς Κόζιαν. Κατ' ακολουθίαν τήν 8ην Ιουνίου δεν είχε καιρον ν^ γράωη τήν διακήρυξιν, άλλωστε καί άγνοών τά καθ' έκαστον της μάχης, έν Κόζια μετά τρεις ήμέρας μετά του στρατηγού ’Ολυμπίου συναντηθείς παρ' ου καί έμαθε τά κατά τήν μάχην έκείνην έν έκτάσει, γράωας ήμερομηνίαν ούχί τήν 11ην, άλλά τήν 8ην, κατόπιν έκδόσεως της διακηρύξεως ούχί τήν Κόζιαν άλλά το Ρύμνιον.

Ιδού ή Διακήρυξις εκείνη :

Στραιώται! Δέν μολύνω πλέον το ιερόν, το τίμιον τούτο είς τά ύποκείμενα σάς!. Άνδρες άγέλαι λαών! Αί προδοσίαι σάς, αί έπιβουλαί σας με βιάζοντα ν^ σάς άποχωρισθώ. Είς το έξης κάθε δεσμος μεταξύ ύμών καί έμού κόπτεται. Βαθείαν μόνον είς τήν ωυχήν μου θά φέρω τήν έντροπήν, οτι σάς εδιοικούσα. Έπατήσατε τούς όρκους σάς., έπροδόσατε θεον καί πατρίδα έπροδόσατε καί έμενα τήν στιγμήν καθ' ήν ήλπιζα ή ν^ νικήσω ή ν^ συναποθάνω μαζύ σάς ένδόξως. Σάς άποχωρίζομαι λοιπόν. Τρέξατε είς τούς Τούρκους, τούςμόνους άξοιους τών φρονημάτων σάς, έξέλθετε άπο τά δάση, καταβητε άπο τά βουνά, τά άσυλα της άνδριάς σάς καί τρέξατε είς τούς Τούρκους, καταφιλήσατε τάς χείρας τών, απο τάς οποίας στάζει άκόμη το ίερον αίμα τών κατασφαγέντων άπανθρώπως, τών κορυφαίων ύπουργών της θρησκείας, Πατριαρχών καί μυρίων άλλων άθφων άδελφών.

Ναί! Τρέξατε, άγοράσατε τήν σκλαβιάν σάς με τήν ζωήν σάς, με των ήμών τών γυναικών καί τών παιδιών σάς. Σείς δέ, σκιαί τών Ελλήνων, έκ του Ιερού λόχου, όσοι προδοθέντες έπεσατε θύματα δία τήν εύδαιμονίαν της πατρίδος, δεχθητε δι έμού τάς εύχαριστίας τών ομογενών. Ολίγος καιρος καί στήλη θ'άνεργεθη ν^ διαιωνίση τά όνόματά σάς. Με χαρακτηρας φλογερούς είναι έγχαραγμένα είς τά φίλτρα της καρδίας μου τά όνόματα τών φιλών, όσοι μέχρι τέλους μ'έδειξαν πίστιν καί ειλικρίνειαν.

Ή ένθύμησις τών θα είναι πάντοτε το μόνον δροσιστηκόν της ωύχης μου. Παραδίδω δέ είς τήν άπέχθειαν της άνθρωπότητος, είς τήν δίκην τών νόμων καί είς τήν κατάραν τών ομογενών τον έπίορκον καί προδότην Καμινάρην Σάββαν, τούς λιποτάκτας καί πρωτοαιτίους της κοινης λειποταξίας καί φυγης, Κωνσταντίνον Δούκαν, Βασίλειον Μπάρλην, Γεώργιον Μανήν, Φαναριώτην, Γρηγόριον Σούτζον, φαναριώτην καί τον φαυλόβιον Νικόλαον Σκούφον.

Καθαιρώ καί τον Βασίλειον Καραβίαν άπο τήν τάξιν τών στρατιωτών του δία τήν άπείθειαν καί διά το άπρεπές πολίτευμα του.

Ρύμνικον 8 Ιουνίου 1821.

Αλέξανδρος Ύωηλάντης.

Μετά τήν άναχώρησιν του Αλεξάνδρου Ύωηλάντη καί της άκολουθίας έυατού είς Αράδην, ο Γεώργιος Ολύμπιος καί ο άναστάσιος Αργυροκαστρίτης έπανηλθον είς Κόζιαν καί έκ Κόζιας έπορεύθησαν είς Κούρτε Άρς προς άντάμωσιν του Ίωάννου Φαρμάκη, του Χατζη

Πρόδα, Μακεδόνονα, Β. Καραβία καί Σολομού μή δυναμένων να συντηρηθώσιν έν Κόζια καί μεταβάντες έκείθεν είς Τρανσιλβανίαν καί Βαρσαραβίαν, του Διαμαντή Σίδερη διαμείνοτα έν Κόζια τή προτροπή του πρώην φιλού του Σάββα Καμινάρη, υποσχεθέντος οτι μέτ'άντίστασιν θα τύχη τή μεσιτεία του συνθήκης έπωφελούς. Ό Γεώργιος ΌΛύμπιος, Ιωάννης Φαρμάκης καί Αναστάσιος Αργυροκαστρίτης συσκεωάμενοι άπεφάσισαν να μεταβώσι δία ΤρανσιΛβανίας είς Μολδαβίαν, του Σάββα Καμινάρη μεθ' όλής τής Τουρκικής στρατιάς ποερυομένων κατ' αύτων.

Ουτοι δέ, άφικόμενοι είς Μολδαβίαν, κατέλαβον όχυρον όρος Βρεώτσης, έφ' ώ ύπήρχον χωρία πολλά, εύμενώς προς αύτούς διατεθειμένων. Ό Διαμαντής Σιδερης διαμένων έν Κόζια, συνεκρούσθη προς τον στρατόν του Κεχαγιά Βέη καί έπί δύο ήμέρας γεναίως άνθίστατο. Αλλά τή έπεμβάσει του Σάββα Καμινάρη, υποσχεθέντος έξασφάλιον τής ζωής τών όπαδών του Διαμαντή καί αύτου, οπως καί τήν διατήρησιν του βαθμου τών, παρεδόθη ταίς Τούρκοις.

Αλλά μετά τήν παράδοσιν τούς μέν όπαδούς αύτού έν τή Μονή κατέσφαξαν, τον δέ Διαμαντήν άπέστειλαν είς Κωνσταντινούπολιν, ένθα άπεκεφαλίσθη ύπο των άσυνειδήτων όντων. Ή παρασπονδία έκείνη κατετάραξε τον Σάββαν Καμινάρην καί έξήγειρεν έκδήλωσιν παραπόνων, διότι τής ύποσχέσεις του δέν άπήλθε τή Κόζιω ό άθλιος Διαμαντής μετά τών στρατευμάτων του, άλλ' είς φωνήν προδότου ύπακούσας έδέξατο να συνεργασθή μετ' αύτών έν τω μέλλοντα άπαρνησάμενος τούς συναγωνιστάς του.

Ήμέρας δέ τινας μετά τήν καταστολήν τής έν Βλαχία έπαναστάσεως μεταβάς μεθ' όλου του στρατου ό Κεχαγιά Βέης είς του Πασσά Σιλιστρίας πορευθέντος είς Βουκουρέστιον, έκάλεσε παρ' έαυτφ τον Καμινάρην καί μετ' έπίπληξιν διέταξεν τούς έν τοίς δωματίοις του καταλύματος του καί κατέσφαξεν αύτον καί τούς σύν αύτφ πορευθέντας του καταλύματος έν άγνοία του Βέη. Έμενον στραιώται του Καμινάρη περί τούς έξήκοντα, οΐτινες άντιληφθέντες του γεγονότος πραξικοπήματος κατ' αύτών καί τών λοιπών άξιωματικών τών, έσπευσαν ν'άνέλθωσιν είς το κατάλυμα, άλλά τήν στιγμήν έκείνην προφθάσαντες είς το προαύλιον Τουρκοι, ζητηθέντες είς βοήθειαν του Κεχαγιά Βέη, συνεπλάκησαν μετ' αύτών, καθ' ήν συμπλοκήν έφονεύθησαν άπαντες μέν οί στραιώται του Καμινάρη, Τούρκοι δέ ούκ όλίγοι.

Ό Γεωργός Όλύμπιος μετά του Ιωάννη Φαρμάκη καί Αναστασίου Αργυροκαστρίτη έμεναν έπί του όρους τής Βρεάτσης μέχρι τής πρώτης Σεπτεμβρίου, προς άνάρρωσιν, νοσήσας καθ' όδόν, Αλλά καί έκεί μένοντες διά στρατιωτικών άποσπασμάτων προσέβαλλον τούς κατοικουντας Τουρκος έν τοίς χωριοίς τών προπόδωντου όρους τούτου. Αύξήσαντος ομως του ωύχους, κατέβησαν κατά τάς δύο προς τρείς Σεπτεμβρίου είς μόνην Σέκου, κειμένην έν τή στένη κοιλάδι τής περιφερείας Νιάτου, είς ήν μια μόνη άτραπος ήγεν.

Αύτόθι άπεφασισαν να παραμείνωσιν ήμέρας τινας, μεθ' άς να μεταβώσιν είς τά μεθορια Βασαραυίας, προς άσφάλειαν τών φράξαντες τήν άτραπον έκείνην. Αίφνης κατά τήν 6ην Σεπτεμβρίου χίλιοι πεντακόσιοι Τούρκοι, οΐτινες κατησχυμμένοι έπέστρεωαν, άποκρουσθέντες ύπό των έν τή άτραπφ. Μετά τήν έφοδον ταύτήν των έχθρών ό ’Ολύμπιος σενεννοηθείς μετά του Φαρμάκη, άπεφασισεν ν'άπέλθη είς τά μεθόρια τής Βασαραυϊας. Αλλά καθ' ήν στιγμήν παρεσκευάζοντο πρός άναχώρησιν έλαβον έπιστολήν παρά του προδότου έπισκόπου 'Ρωμανού, προτρέποντα αύτούς ίνα παραμείνωσιν ήμέρας τινας έν τή Μονή Σέκου πρός φύλαξιν δήθεν τών έκκλησιαστικών κειμηλίων, καθ' όσον προτίθεται νφ άποστείλη έπίτηδες άνθρώπους πρός παράληωιν αύτών, όπως μή περιέλθωσιν είς χείρας τών άπιστών.

Αύθημερόν όμως αιχμάλωτος Χρηστιανός άπολυθής, άνήγγειΛε πρός τόν Ολύμπιον ότι έπέρχονται ποΛΛαί Τούρκων χιλιάδες. Ό Ολύμπιος, δυσπιστήσας πρός ταύτην τήν εϊδησιν, παρέμεινεν έν τή Μονή Σέκου. Καί τήν 9ην Σεπτεμβρίου περί τάς τέσσαρας χιλιάδας Τούρκων, προδοσία έντοπίων, κατέλαβον τάς ύπερκειμένας τών προμαχώνων του Ολυμπίου θέσεις, έξ ών σπουδαίως έβλαπτον τούς έν αύτοίς Έλληνες.

Ή άπροσδόκητος αύτή κατάληωις τών έπικαίρων θέσεων άπήλπισε τούς περί τόν Ολύμπιον, άναγκασθέντας νφ οχυρωθώσιν έν τή Μονή, πλήν έκατόν, άποδράντων. Καί ό μέν Γεώργιος Ολύμπιος ωχυρώθη έπί του κωδωνοστασίου, ό δέ Φαρμάκης έν αύτή τή Μονή μετά τών λοιπών. Έμάχοντο κατά πάσης τής Τουρκικής στρατιάς άπό τής όγδόης μέχρι τής μεσημβρίας τής έννατης Σεπτεμβρίου 1921, ότέ πανταχόθεν του κωδωνοστασίου ύπό του βληθέντος υπό τών Τούρκων πυρός έπαπειλούμενος καί φοβούμενος μήπως έμπέση τοίς έχθροίς, εΐπεν πρός τούς όπαδούς του, «φύγετε, άνοίγω τήν θύραν του κωδωνοστασίου, έγώ θα καώ ένταύθα».

Καί άνοίξας τήν θύραν αύτφ, παρίστατο κρατών πύρ, άμφ δέ ϊδων τούς έχθρούς προερχομένους έρριωε αύτό είς τήν πυριταποθήκην καί κατέκαυσεν έαυτόν καί τούς σπεύδοντας κατ' αύτφ έχθρούς. Τή δεκάτη Σεπτεμβρίου ό Φαρμάκης ϊδων ότι άπώλετο ό φίλος καί άρχηγός του, ωχυρώθη έν τοποθεσία τής Μονής έχυρωτέρα, μαχόμενος κατά τών Τούρκων έπί ήμέρας.

Τή αίτήσει δέ τών Τούρκων καί ίδίως του Γραμματέα του Αύστριακού προξένου Ουδρέσκη ένέδωσεν είς πρότασιν συνθήκης έπί τω όρω ίνα διατηρηθή αύτή άνευ τής έλαχίστης παραβιάσεως αύτής καίπερ τρίς προηγουμένας τοίς προτάσεις έκείνας. Τάς έπαγγελείας περί μή παραβιάσεως τής συνθήκης έδιδεν ό Ουδρέσκης, φέρων τήν στολήν του Γραμματέως τής Αύστριακής αύλής καί ένεργών έπ' όνόματος αύτής.

Ό Φαρμάκης, κελεύσας είς τάς διαβεβαιώσεις του κακοήθους έκείνου ύπαλλήλου, τή 21η Σεπτεμβρίου, ένδεκα ήμέρας άπό του θανάτου του Γεωργίου Ολυμπίου, παρεδώθη είς τήν έξουσίαν τών δολίων καί βαρβάρων έχθρών του μετά πάντων τών άπφδων του, έκτός τριάκοντα τριών, οί όποιοι διασχίσαντες νύκτωρ τό έχθρικόν στρατόπεδον άνεχώρησαν.

Μετά δέ ταύτά άμέσως έν τή Μονή ένώπιον του Φαρμάκη κατεσφάγησαν άπαντες οί όπαδοί του, αύτού άποσταλέντος δεσμίου είς Κωνσταντινούπολιν ένθα μετά σκληροτάτους δοκιμασίας άπεκεφαλίσθη. Διαλυθείσης μετά μηνάς έπτά τής κατά τήν 22αν Φεβρουαρίου του 1821 έκραγείσης έπαναστάσεως έν Μολδοβλαχία καί αδίκως φυλακισθέντος του Αλεξάνδρου Ύωηλάντου, τι ένήργησαν οπωσδήποτε προς λύτρωσιν του παρανόμως έπί τοσαύτα έτη εν ταίς εϊρηται της Αύστρίας ο τέ φιλέλλην Ρώσσος Αύτοκράτωρ καί ο Έλλην καί φίλος του Ύωηλάντου Ιωάννης Καποδίστριας, ο έμμέσως ύποσχόμενος αύτφ συνδρομήν; ούδέν αύτεπάγγελτον!. Διότι ο μέν Αύτοκράτωρ Νικόλαος έμεσολάβησεν ύπέρ του Ύωηλάντου κατ' ακολουθίαν αναφοράς της άδελφης του, γνωρισάσης τά δεινοπαθήματα τών έν ταίς φυλακαίς καί τον κίνδυνον της ζωης τών, ο δέ Ιωάννης Καποδίστριας έμενεν ιχθύς άνευ, έν ω έάν έφείδετο της Ελλάδος καί τω φίλον του Ύωηλάντην, ώφειλε ν^ διαμαρτυρηθή ένώπιον του Ρώσσου Αυτοκράτωρος καί παραιτηθή, μή είσακουόμενος, καταφεύγων δία της Γαλλίας είς τήν Αγγλίαν ή άλλαχού καί έργαζόμενος ύπέρ της πατρίδοςτου ολαις δυνάμεσι διά του άξιώματος του καί έν άνάγκη καί τήν ζωήν του αύτήν προσφέρων είς τον βωμον της πατρίδος.

Αλλ' ο Ιωάννης Καποδίστριας προς διατήρησιν της πολιτικής του θέσεως παρά τή Ρωσσική αύλή πρωτίμησε τήν ίδίαν εαυτού δόξαν, όλιγωρήσας του συμφέροντος τή πατρίδι, είς ήν τότε τέλος άνεμείχθη, οτέ παρετήρησεν οτι μέρος της Ελλάδος ήλευθέρωτο καί ήδύνατο ν^ τεθή πολιτικός αύτού άρχηγός. Αλλ' ο Αλέξανδρος Ύωηλάντης, έχων ένδοξον καταγωγήν καί κεκτημένην έπίσης θέσιν έπίσημον έν τή 'Ρωσσική Αύλη καί νεώτατος ών τήν ήλικίαν, περιεφρόνησε τά πάντα καί έρριωεν εαυτόν καί άπ^σαν τήν οικογένειαν του είς τόν κινδυνωδέστατον ύπέρ της άπελευθερώσεως της φίλης πατρίδος άγώνα, καί άν άμέσως αύτός δέν ήδυνήθη ίδίαις χερσί ν^ θέση τήν κυανόλευκον σημαίαν έπί της Ακροπόλεως τών Αθηνών, έθεσε ταύτήν έμμέσως διά του άδελφού του καί τών άλλων συνεργατών του.

Έπί τή άπελευθερώσι της Ελλάδος μετήλλαξε μέν τόν βίον, άλλ' άφηκεν άνά τάς έπερχομένας γενεάς μνήμην ένδοξον καί άγνού πατριώτη, έν ω ο Ιωάννης Καποδίστριας κατέλυσε μνήμην άνθρώπου προσωπικού, διελόντος τήν Ελλάδα είς στρατόπεδα δύο, έξ ών της παλής προέκυωαν έν ήμίν ίδέαι, αΐτινες καί νύν έτι ταλαιπωρώσιν αύτήν.

Έν τούτοις Ιστορικοί καί πολιτικοί τινες άγνοούντες τά καθ' έκαστον ή θέλοντες ν^ έπισκοτισωσι τά πράγματα, υποστηρίζουν καί άνέγραφον άντίθετα ταίς άληθείαις. 'Οπωσδήποτε έκ τών έφεξης έπιστολών έμφαίνεται η, τε έλπίς ήν πρός τόν Ίωάννην Καποδίστριαν έτρεφον οί έν Μολδοβλαχι^ Έλληνες καί ή αίτί^ της άοσυνθεσεως του έκεί στρατού.

Σεβαστέ μοι φίλε Κύριε Ξάνθε,

Τή 3 Ιουνίω 1821, Σκουλέν.

Έγώ χθές τό έσπέρας μετά τω κυρίου Πάνου έφθασα έδώ ύγιής. Καταγίνομαι ν^ ξεμπερδεύσω τά μπερδέματα, καί ν^ έλθω είς Κισνόβι διά ν^ βάλωμεν είς πράξιν τά ομιληθέντα. ’Ίσως αύριον έλθη έδώ καί ο Αισγαράς, οστις κατά τήν εϊδησιν, όπού έφερεν ένάς συνοδοιπόρος του, έρχεται άφεύκτως με καλάς άναγγελίας. Αύτός άνταμώθη είς τό λαϊμπαχ με τόν Υμπεράτορα καί Κ. Καποδίστριαν. Τω έδόθη προσεκτικά άκρόασις είς τά παρακάτου, καί μοι φαίνεται οτι έρχεται παρηγορημένος. Είναι άνάγκη διά τούτο ν'άνταμωθώμεν πρώτον με αύτον καί έπειτα γίνεται τακτικώτερον το ταξίδιον μας. Αύτος έπαρήγγηλε στοματικώς διά του είρημένου συνοδοιπόρου οτι ν^ είναι έτοιμος ό Έυθέντης καί Ρωσνοβώνος να άπερασουν είς Μολδαυϊαν. Τι σημαίνει τούτο ό καιρος θα μάς το διδάξη. ^δεται οτι χθές άπερασεν είς Μολδαυϊαν καί ένάς Γκενεραλης Ρώσσος με δέκα άνθρώπους του. Από τον άνθρωπον, οπού τούτο ειπώθη, φαίνεται οτι δεν είναι ωέσμα, σήμερον αύριον το βεβαιωνομόθα καλλίτερα.

Άν ήσθε σταθερος δία το ταξείδι, γράωατε το διά πόσες ήμέρας ειμπορεί ν^ είναι ή άργοπορί^ μου, με ολον οπού τά εϊπωμεν μίαν φοράν άποφασιστικώς. Άς είναι μυστικά τά γραφόμενά μας έφς ν^ ϊδωμεν τι τέξεται ή έπιούσα.

Σάς προσκινώ,

Φ. Ηλιάδης.

Περιπόθητε μοι Κύρις Ξάνθε,

Είς Ισμαήλι

Τή 8η Ιουνίου 1821, Κισνόβι.

Προχθές έφθασα εδώ όμού με τον κυρ Αδαμάντιον. Είς Σκουλένι έλαβον το γράμμα σας άπο τον κυρ Παναγιώτην καί τον Αμβροσιάδην, ώμίλησα τά δέοντα, άγκάλα καί μόλις μίαν φοράν το είδα, οτι δέν έλαβεν εύκαιρίαν ν^ έλθη, έξ αιτίας τών μεγάλων φροντίδων άπο τας άκαταστασίας τών στρατιωτικών συνεργείς του Πεντεδέκα, οπού δεν ήθελε ν^ ύποταχθή. Αλλά καλώς έσίγησε το ύποκείμενον του καί έφάνη καθολικώς κομπογιαννίτης, θέλει έλθει καιρος ν^ δώση λογαριασμον τής διαγωγής του.

Ό πρίγκηω Γ. Κατακουζηνος έτραβίχθη είς τήν Στέγκαν με σκοπον ν^ τραβήξη έκεί τούς στρατιώτας του καί ν^ έμπορέση ν^ τούς βάλη είς εύταξίαν καί ύποταγήν καί τέλος άπεφασισαν ν^ έβγουν, καθώς καί ό Πεντεδέκας, καί φθάνοντας καί οι έν Προύτω έμβαινουν είς καλήν εύταξίαν είς τον καιρον τής άνυποταγής. Ό Κρίτζος καί Ζερπάτας, βλέποντες τήν τόσιν άκαταστασίαν, ήλθον ν^ έμβουν είς καραντίναν, άλλ' έγώ τούς έμπόδισα κάνοντας κάθε τρόπον, καί μόλις τούς έκατάπεισα ν^ μείνουν κοντά είς τον Πρίγκηπα, καί τον μέν Ζερμπάτην διά λόγων, του δέ Κρίτζου έδωσα καί πεντήκοντα γρόσια, καί ούτως μοι έπεσχέθησαν με μάρτυρα τήν ιεράν πατρίδα ν^ μή κάμουν παρόμοιον, έκτος άν ϊδωσι μεγαλωτάτην χρείαν καί έμειναν ήσυχάζοντες.

Ό Πεντεδέκας καθημέραν έστειΛΛε καί με έπροκαλούσεν αύτος καί ό Θεοδόσιος ν^ μή κάθωμαι, άλλά ν^ περάσω, διότι είμαι άναγκαίος καί καθώς έπέρασα πρώτον ν^ ύπαγώ είς έντάμωσίν τών καί έπειτα ν^ παρουσιασθώ είς τον Πρίγκιπα, έγώ άλλην άπόκρισιν δέν τοίς έδωκα, παράν^έλθη ένας ν^ όμιλήσωμεν, ομως δέν ήλθεν άν ήρχετο, ήξευρα τι ν^ τούς ομιλήσω, τώρα όμως όπωσούν έδειξαν ύποταγήν. Ό Θεοδόσιος έξώσθη από τό χρέος Κομαντάτου και αντ' αύτού έβαλον τόν Σουλβάνοβιτζ. Έγώ τά γράμματα έλαβον και σήμερον, άν Λάβω τήν ποδορόγνα μου, μιστύω δι Οδέσσαν και άπ έκεϊ άκολουθώ τό ταξείδιον μου. Μαζει μου έχω και τόν Αδαμάντιον, και τελειώνοντας τό ταξείδι άπερνώ είς τό στρατόπεδον.

Είδον και διά τόν Φώτην ότι θέλετε άχαμνόν. Αυτός καταγίνεται ν^ σφαλίση τούς λογαριασμούς της Έφορίας και ν^ έλθη διά έδώ, καί, ώς μοι είπεν τω έδωσατε δέκα ήμέρας διορίαν. Ό άρχων Χιλίαρχος ( Γ. Γάτζος) εδαιμονίσθη, οπού έγώ ύπάγω άντ' αύτού. Τόν είπον ότι ό πρίγκηω έπήλεξεν έμενα, και άς πίη άλίγων ξεϊδι. Από έδώ, όταν έλθης, γράωε μου κανένα γράμμα, άν τι νεώτερον μάθης. Ύγίαινε, άδελφέ περιπόθητε, μήν άλησμονήσης τόν φίλον σου, όταν σε έχει ώς άλλον έαυτόν σου.

Σοι έπιθύμω έκ ωυχής αίσιον έυόδιον και εύτυχείς τάς έπιχειρήσεις σας. Πρόσφερε τούς προσκυνισμούς μου τω Σεβαστφ άδελφώ Γρηγορίω Δικαίω Φλέσσα και Αναγνωστόπουλο.

Σε άσπάζομαι έκ ωυχής

Α. Κομιζόπουλος15

Περιπόθητε και Σεβαστέ μου Κύριε Ξάνθε.

Τή 10 Μαϊου 1821, Ρένι.

Χθές με τήν πόστον καιρόν δέ έλαβον ν^ σάς γράωω. Φθάσας είς τό οσπίτιον νύκτα άπό τή Καραντίναν. Αποκρίνομαι δέ είς τήν έφετήν μοι τιμήν σάς τής 7 ίδίου μηνός, ήν άνέγνωσα με μεγάλην δυσαρέσκειαν, δία τά όσα οί άδελφοί κακώς και άχαρίστως άναρμόστως και φθονερώς μεταχειρίζονται, άκρίτως κακολογούντες άθφους.

Αδελφέ και άκριβέ μου Κύρις Ξάνθε, μή παροξύνεσθε και μή μνησικακήτε. Αί περιστάσεις του γένους και φίλης πατρίδος, οί έφς τώρα κόποι σάς και προσπαθήσεις, ν^ σάς κάμουν παραβλέποντας ν^ μήν δυσαρεστηθήτε είς τά πράγματα και ν^ παύσητε άπό τήν ίεράν φροντίδα τών ύποθέσεως του γένους ούτε στιγμήν, όλα φωνάζουν τού καθενός μόνα τούς τά πράγματα.

Δεν σάς δίδω γνώμην (έλευθέρως σάς ομιλώ ) ν^ μεταβήτε. Ό Κύριος Σεραφήμ σάς άσπάΖεται. Περί όλών τούτων πολλά και πρώτον μόνος του μοι έπρόβαλεν ότι δέν άποδέχεται το φερόσιμον τών Ισμαηλιτών, καί ότι έδυσαρεστήθη εις όσα έκει είδε καί ήκουσεν όπου δεν ήλπισεν. Είναι ώς οίηρον άγανακτισμένος καί έλυπειτο όπου δεν σάς άντάμωσεν όσα καί χθες το εσπέρας ώμιλήσαμεν, καί άκούετε ίσως άπο τον υιόν του κυρ Βλάση, όπερ κατά περίστασιν εύρεθή έμπρός.

Υπομονή, άριστε μοι, καί ό σκοπός μας άς είναι άμετάβλητος. Τήν γνώμην σάς διά τήν έκστράτευσιν τών έν Προύτω στρατιωτών εΐδον καί αυτό βάΖετε εις πράξιν, άν δεν φανή έφς αύριον, τίποτε άλλο περιστατικόν, μεταβάλλον τά πράγματα της Μολδαυϊας, διότι διά τό στρατόπεδευον άπό όλα τά μέρη έρχονται καλαί ειδήσεις.

Διά τουτο τά πράγματα, αι ύποθέσεις του γένους όπου έπιΖητουν τήν έδώθεν κοινωνία μου με τό στρατόπεδον, συνωδά θελουν ν^ μή μάς λείωη ή κοινωνία διά τό συμφέρον, καί διά ν^ μένη άνάγκη πάσα ν'άνακτηθή ή Μολδαυϊα, τό όποιον, όταν ξεκινήσωσι δύο τρεις χιλιάδες στρατού μά άπό τό του Αρχιστρατήγου. Κατ' αυτάς, εΐναι πολύ ευκολον. Τουτο μοι γράφουν άπό Κισνόβι, τουτο, όμιλουντες με τήν Πανοσιολογιότητα του, εύρίσκομεν όρθόν, καί τουτο έστε ν^ γείνη, άνάγκη, πάσα ν^ εύρεθή ό Κύριος Ξάνθος δία ν^ παραστει προσωπικώς καί έμφαντικώς τά πράγματα, ώς οΐδε, πρός τόν Αρχιστράτηγον καί καθώς είσθε έπιθυμητός άπό τόν έκλαμπρότατον καί άναγκαιος διά πολλά καί άλλά αιτια

Έκ τούτο μένει στερεός ό Κύριος Σεραφήμ καί πολλά διά τουτο σάς παρακαλή καί σάς περιμένη εις Κισνόβιν χωρίς άναβολήν καιρφ ν^ άνταμωθητε φθάνοντες, καί ν^ ξεκινήσητε μέσιν του Βρασυβου, τότε δε μακρινόν σαςταξείδιον άς μένη καί μετά ταύτας διότι καιρόν έχετε. Έπειτα διά πολλούς λόγους άπαιτειται ν^ εύρεθητε εις τό στρατόπεδον, καί συγκατανεύσατε ν^ τό άποφασίσητε.

Ή Πανασιολογιότης του αυριον ή μαθαύριον μισεύει έντευθεν. Οι Τούρκοι έξεστράτευσαν τέσσαρες χιλιάδες άπό τρίαμέρη άμα, τήν δευτέραν ήμέραν της μάχης άπό ΓαλάτΖιον εις Ίάσιον. Ό Πεντεδέκας άπό τάς 6 άνεχώρησε καί τό εσπέρας ήτο εις τήν Στίγκα εις τό όσπίτιον του Ροδοβάνου. Δεν ήτο γνωστόν ποιόν δρόμον θά πάρη ή θα έλθη εις τήν Καραντίναν Σκηλενίου, όπου βεβαιότατα δέν θά τόν δεχθουν.

Ό δαγώμενος ήτο άπό τούς έν Κισνόβι ν^ πασχίση ν^ ενωθή με τούς έν Προύτω ιδικούς μας, έφς βράδυ βεβαί^ θά έχωμεν πληροφορίαν, καί οι έχθροί εις τάς 6 έφθασαν εις τήν Δουκαλίαν.

Από Κινσόβι ό κυρ Μαρινος μοι λέγει όπου εις αύτήν τήν στιγμήν έλαβα τά γραμματά του, ότι άπό τάς 22 του παρελυόντος, έφερεν ένας γράμματα πρός τήν έκλαμπροτάτην Δόμνιον καί ΔομνίτΖαν Ραλλου, καί πρός τόν Αρχ. Πιτσέλνηκον ΡίΖον. Αυτόςεΐπε ότι τό στρατόπεδον ήτο φοβερά ένδυναμωμένον. Ώρ^ τή ώρ^ προσμένομεν άνθρωπον, όπου πρό δύο ήμέρας έστειλαν μακρύτερον δία ν^ μάθωμεν περί τών κινημάτων τών έχθρών. Έστειλαν άπό Κισνόβι μολίβδια καί φυσέκια, μετρητά όχι!! Μοι λέγουν ότι οι Τουρκοι θα

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

αργήσωσι νφ λάβουν άπόκρισιν. Από τον Ναμίστικον (πληρεξούσιον), άπο Οδέσσαν οτι ακούετε μηνύσατε μας καί τόν μισευμόν σάς άπό αυτού πότε.

Σάς προσκυνώ

Άθ. Ξόδυλος

Διεκρίθη δε ο Ξόδυλος16 ουτος έπί δραστηρί^ ενεργείς, καθ' ολον τόν έν Μολδοβλαχία αγώνα. Αλλ' οί του άνδρός αγώνες, φπερ ή άλλων, Παναγιώτου καί Αθανασίου καί Γεωργίου Σεκέρεων ύπ' οωιν ύπό τών καταλαβόντων κατόπιν τήν Ελληνικήν Κυβέρνησιν. Ή έν Μολδοβλαχία καί Πελοποννήσω ένέργει^ τής Έταιρίας έγένετο έν Κωνσταντινουπόλει γνωστή είς τήν Τουρκίαν δία του αδελφού του φονευθέντος Ν. Γαλάτου Ευσταθίου, διά του διαβοήτου Ασημάκη καί του Αλή Πασσά καί τών προξένων τής Αύστρίας εμμέσως δε διά του Θ. Νέγρη καί νφ βλάωωσι τήν πατρίδα τών.

Ό δεύτερος, Καμαρινός Κυριακός, εύρισκόμενος παρά τφ Π. Μαυρομιχάλη, ον μετά τού Χρυσοσπάθη κατήχησεν είς τήν έταιρίαν, παραπεισθείς ύπό τού Π. Μαυρομιχάλη, έπορεύθη διά Κωνσταντινούπολιν παρά τόν ορκον, ον έδωκεν ώς απόστολος τής έταιρίας, έπί σκοπφ νφ ζητήση παρά του Ίωάννου Καποδιστρίου πληροφορίας, άν ούτος διατελή έν γνώση τής έταιρίας ώς αρχηγός αύτής ήτο.

Ό Καποδίστριας, διαωεύσας τήν φήμην ταύτήν, προέτρεωε τόν Καμαρινόν Κυριακόν νφ εϊπη πρός τόν Π. Μαυρομιχάλην οτι ούτε αύτός, ούτε ό Αύτοκράτωρ διατελούσιν έν γνώσει τής έταιρίας ταύτής, καί οτι καί πρός τό προσωπικόν του συμφέρον ό Π. Μαυρομιχάλης οφείλει πάση θυσί^ ν αποκρούση τήν τοιαύτην ένέργειαν.

Μάλιστα δε απέστειλε διά τού Καμαρινού Κυριακού καί έπιστολήν πρός τόν Μαυρομιχάλην ό Ίωάννης Καποδίστριας, αποτρέπων αύτόν τής αναμίξεως είς τοιαύτην ύπόθεσιν. Ώς δε προερρέθη, ό Κυριακός παρά τόν ορκον, ον έδωκε περί διατηρήσεως μυστικότητος τών τής έταιρίας, καί έν Πετρούποει καί έν Μόσχα καί αλλαχού ανυκυστόλως

έκήρυττε κατά της έταιρίας. Έν τοσούτω ή Τουρκία έδείκνυεν αταραξίαν, αποδιδοΰσα τάς πληροφορίας ταύτάς είς εκδηλώσεις αφοσιώσεως προς έαυτον ή είς έξώθησιν κινήματος τι δυνάμενον ν^ περιπλέξη ταύτήν είς πόλεμον βλαβερόν. Ή παρά πόδας επιστολή του Ίωάννου Κυριακοΰ, αδελφού του Καμαρινοΰ Κυριακοΰ, προς τον ύποστράτηγον Αντώνιον Μαυρομιχάλην, αδελφόν του Πέτρου Μαυρομιχάλη εμφαίνει μέν τήν διαγωγήν του Καμαρινοΰ Κυριακοΰ, το δέ τήν πολιτείαν του Ίωάννου Καποδίστρια προς τήν έταιρίαν, ώσπερ καί τήν του Π. Μαυρομιχάλη.

Στρατηγέ,

Άν έχητε εύχαρίστησιν, ν^ άναγνώσητε τά έκτεθέντα ώς ακολούθως, καί μοι άπαντήσητε. Πρίν του Μπεηληκίου είς έσάς ό μακαρίτης άυτάδελφος μου Αθανάσιος έταξείδευσεν είς Σμύρνην διά ν^ άγοράση πραγματείας έχοντας αρκετά χρήματα μαζή του δία τοιαύτην έπιχείρησιν. Καί στοχάζομαι ν^ ήτο κατά το 1808. Τότε καί ό αδελφός σου έταξείδευσε δία Σμύρνην έπί σκοπφ ν^ ύπάγη είς τήν Κωνσταντινούπολιν ν^ ένεργήση δία το Μπεηληκι.

Ό Αθανάσιος χάριν του Μπέη άφησε το έμπόριον του καί έσινόδευσεν αύτον είς Κωνσταντινούπολιν, όπου καί έδιέτριωαν αρκετον καιρον ένεργοΰντες δία το Μπεηλήκι, καί μή δυνηθέντες τοΰτο ν^ το αποκτήσουν έκατόρθωσαν ν^ γίνη Μπάς Καπετάνιος καί έξώδευσεν ό μακαρίτης αδελφός μου όλα του τά χρήματα, χωρίς ν^ τον αφείνη ν^ λάβη τήν παραμικράν στενοχωρίαν.

Έξ έκείνου του καιρου της Μπάς Καπετανίας μέχρι του Μπεηλικίου καί μετά ταύτά είς όλο το διάστημα έστάθημεν με ωυχήν καί ζωήν ένεργοΰντες πάν ότι κατά καιρούς έλαμβάνετε ανάγκην έν λόγω καί έργω καί πάντοτε είς τον Μώρε Βαλή διά τών αγάδων καί προεστώτων ένεργούσαμεν ό,τι προς καλον του Μπεηλικίου καί όσπιτίου Σας απαιτούσε περισσότερον απο ιδικόν μας ιντερέσον.

Όταν έσκοτώθη ό Μπάς Καπετάνιος Τζιγκουράκος απο έχθρούς Σας καί αφοΰ δεν έμποροΰσε ν^ τούς καταδιώξη ό Μπέης, με έπροσκάλεσε ν^ ύπάγω είς Τριπολιτζάν ν^ ένεργήσω διά του Πασσά καί Αγάδων ν^ διαταχθοΰν οί Μπαρδουνιώται καί οί είς Μιστράν Τοΰρκοι ν^ υπάγουν προς καταστροφήν τών φονιάδων.

Ύπακούσας είς τήν παρακάλεσιν του διά το σέβας καί υπόληωη όπου είχα διά έσάς, έπηγα είς Τριπολιτζάν καί έχοντας πολλήν σχέσιν μετά του Σεχνετζίω έφένδου καί μετά του Καϊμακάμη μόλον ότι αύτή ή υπόθεση δεν ήταν τρόπος ν^ έκτελεσθή ώς έναντίον του Κανονισμού χωρίς ανωτέρας διαταγής του Δολβετίου, έγώ όμως έκατόρθωσα ώστε ν^ γίνη ή θέλησις του Μπέη, καί με έξεπίτηδες Τάταρον έξεκίνησα τάς διαταγάς.

Κατ' έτος έγώ ήμουν είς Τριπολιτζάν ό ένεργών τ'αρτζι άλμα χτάριοι είς τούς Αγάδας του Μωρέως καί απο τον Πασσά προς το Δοβλέτι δία το καλον του Μπέη, ότι έξωλόθρευσε τάς πειρατείας, τούς κλέπτας, καί αποκατέστησε τήν ήσυχίαν τω ραγιά καί υπεστήρηξεν είς τήν ήσυχίαν τήν Μάνην καί ότι είναι ό οιστότατος Σαντακανδηκλής του Δοβλετίου. Μετά τοιαυτα μαχτάρια δεν έδυνήθησαν ν^ του άφαιρέσωσι ποτέ το Μπεηλίκι οί άντενεργουντες εχθροί σάς, καί όσοι κατέγιναν ζητουντες τήν θέσιν τούτην άπιτυγχάνοντες έκινδύνευσαν. Καί όταν εσχάτως διά του Αλή Πασσά είχε κατορθώση ό Κουντουράκης ν^ φορέση τήν γουνα, τι δέν ένήργησε είς τήν Τριπολιτσά ώστε ν^ κατορθώση ν^ γίνουν εκτεταμένοι Μαχτάριοι καί διάφορα έγγραφα άπο Αγάδες καί προεστούς, ότι ό Αλή Πασσάς δ'άλλους σκοπούς ενεργεί ν^ σηκώση τήν ήγεμονίαν άπο τον πιστότατον άνθρωπον του Δοβλετίου, καί άλλα, τά όποία εννοείς καί δέν ημπορώ ν^ σάς έκφράσω, καί έστάλθησαν επίτηδες Ταρταραίοι με βίαν, ώστε άμα έλαβε το Δοβλέτι τοιαυτα Μαχτάρια, ήλλαξε σκοπον καί γνωρίζετε τί έγειναν.

Όταν εκαταδιώκετο άπασα ή οίκογενεί^ Σου, διάφοροι άνθρωποι επάσχισαν ν^ με πείσωσι ν'άλλάξω γνώμην ν^ ώφεληθώ μεγάλως διότι ό Καποδίστριας με είχεν εξηγήσει ότι ένεκα του Καμαρινου είχεν συμπάθειαν ν^ εύεργετήση το σπήτι μας με τιμές καί μέ χρήματα, άλλ' εγώ ταύτά πάντα μηδέν τά εμέτρησα ώς προς τήν φιλίαν καί τήν άφοσίωσιν, οστιν έχω προς Σάς, καί πιστος εστάθην καί άκλόνητος καθ' όλα καί με ζήλον άπαραδειγμάτιστον.

Όταν ό μακαρίτης Καμαρινος ήλθε διά ν^ οργανώση τήν έταιρίαν καί ν^ μυσταγωγήση τον Μπέη, έπραξε το χρέος τουτο ώς ήτο διορισμένος. Καί θέλοντας ν^ επιστρέωη είς Κωνσταντινούπολιν προς άντάμωσιν του Καποδίστρια ν^ πληροφορηθή περί τής Αρχής καί περί ολων τών μέσων καί άν έχωμεν τήν συμπαράστασιν καί τήν βοήθειαν του Τωσσικού Κράτους, καί συνάμα ν^ ενεργήση μίαν άνάλογον συνεισφοράν διά ν^ χρησιμεύση είς τον κοινον σκοπον ολων ό Καμαρινός τουτο το άνεποιήθη με λόγους ορθούς, ότι δεν είναι πλέον κύριος του έαυτου του, διότι είναι ύποκείμενος είς τάς διαταγάς τών άνωτέρων συναδέλφων έταιριστών, καί έδωσε γνώμη είς τον Μπέην άντ' άυτου ν^ εκλέξη άλλον άνθρωπον, άξιον καί πιστον τής εμπιστοσύνης του ν^ στείλη, άλλ' ό Μπεής, μή εύρών τοιουτον άνθρωπον πάλιν εβίαζε τον Καμαρινον ν'άκουση τήν θέλησιν του, διότι άλλως πώς είναι άδύνατον ν^ παραδεχθή τον σκοπόν τούτον, καί τελευταίως του είπεν άποφασιστικώς θέλω ν^ ύπάγης, καί εγώ γραφώ τήν Εφορίαν δία ν^ σοι δοθή άδεια, ό δέ Καμαρινος πάλιν του έκαμε διαφόρους παρατηρήσεις βασίμως, καί έπομένως του άπέδειξεν ότι καί οι έφοροι εάν ήθελον άποφασίσει τήν ήγεμονίαν του, πάλιν θα κινδυνεύση ή ζωή του, διά τά αίτίω τά όποί^ του παρέστησεν.

Αλλ' ό Μπέης με μεγάλην επιμονήν τον εξώρκισε ν^ ύπακούση καί άν άυτός ήθελε πάθει το παραμικρόν τότε, άφου δεν θέλει εκτελέσει τον αύτον σκοπον καί είς τον ίδίον καιρον θέλει κάμει ώστε όλοι αύτοί ν^ καταστραφώσιν. Ό δέ Καμαρινος εδέχθη. Τοιουτοτρόπως άνεχώρησε καί φθάσας είς Κωνσταντινούοιλιν έδωσε προς τούς εφόρους λόγον τών πραξεών του, καταπειθοντάς τούς ν άλαβουν πρόνοιαν δία ν^ πληρωθουν τά μερία (φόροι) του Π. Μαυρομιχάλη προς το Δοβλέτι, τά όποί^ εχρεωστουσεν ό Μπέης.

Ωσαύτως ν^ γίνει φροντίς ν^ σταλθουν είς χείρας του μέσα, χρήματα καί γεννήματα καί πολεμοφόδια, διότι άνευ του μέσου του Μπέη είς τήν Πελοπόννησον είναι το μόνον αδύνατον ν^ γίνη κίνημα παραμικρόν. Τοιουτοτρόπως ένήργησε ν^ γίνουν αυτοί. Οί έφοροι εύρεθέντες χωρίς τήν θέλησιν τούς βιασμένοι μετά οκτώ περίπου μηνάς άπο τον έκλεγμόν του συγκατεέευσαν τω ν^ δοθή ή άδεί^ είς το ν^ ύπάγη είς τήν Πετρούπολιν ό Καμαρινός. Καί φθάσας είς Πετρούπολιν καί άνταμωθείς άμέσως μετά του Καποδίστρια παρέστησε γυμνήν τήν άλήθειαν προς την έξοχότητά του, τόσον περί της καταστάσεως του έθνους καθώς καί περί τών κινημάτων της έφορίας, καί παρ' αύτού τότε ό Καμαρινός έγνώρισε τά της άσημάντου άρχης καί τά έπιχειρήματα.

Όθεν ένεκρίθη, άφού έλειπον τά πάντα διά ν^ γίνη κίνημα τοιούτον σοβαρόν, το ν^ ληφθή μέτρον προνοίας, ώστε κατά πρώτον ν^ ένεργηθή μι^ συνεισφορά λόγω μέν προς σύστασιν σχολείου, έργω δέ ν^ χρησιμεύση αύτή καί προς τον σκοπον λοιπών. Εφοδιασθείς ό Καμαρινός με κονδικά έλαβεν άδειαν παρά της Τωσσικης έξουσίας του ν^ περιέλθη είς ολας τάς πόλεις του κράτους ν^ συνδράμωσιν οί έπιθυμούντες διά τήν βελτιώσιν τών δυστηχών Ελλήνων το ν^ γείνουν σχολεία.

Όθεν κατ' αύτον τον τρόπον περιερχόμενοι έσύσταινον έπιτροπάς είς κάθε πόλιν, αίτινες ν^ φροντίζουν τήν σύναξιν τών χρημάτων κατ' έτος άπο τών φιλογενών, οσοι καταγράφοντο είς τον κόνδικα καί ν^ έμβάζονται προς τούς διωρισμένους έπιρόους του Μπέη. Είς αύτήν τήν περινοίαν εκατώρθωσεν ώστε καί πολλά χρήματα ν^ συνάξη καί βιβλία άρκετά χρήσιμα δία τά σχολεία.

Καί είς τον ίδίον καιρον είχε συμφωνήσει καί διδασκάλους διά ν^ στείλη, άντομοθείς καί μετά του Ύωηλάντη Αλεξάνδρου είχον όμιλήσει πολλά χρειώδη περί της πατρίδος. Έλθών προς ήμάς συστημένος ό Περραιβός, τον όποιον έξοικονομούντες καθ' ολα τον άπεστείλαμεν προς τον Μπέην, οταν έκεί καί είς το Σταυροπηγι έκάθησεν ίκανον καιρόν.

Το πολύτροπον πνεύμα αύτο του άνθρώπου κατώρθωσεν ώστε ν'άπαιτήση τήν άπλην ωυχήν του Μπέη δία ν^ ύπάγη προς άντάμωσιν του Κομνηνού, καί παρ'αύτφ έλαβε ίδιαίτερον γράμμα προς τον έαυτον του, καί οτι αύτος είναι το ίδίον στόμα του Μπέη καί οτι του είπε ν^ του δώσουν κάθε πίστιν. Καί προς τον Καμαρινον έγραφεν, καιρόν, τότε ν^ ειπη προς τον Περραιβον πάν οτι είξευρει περί τών οσων είχε σταλθή ν^ πλράξη καί δι αυτού ν^ έξαποστείλη οσα χρήματα είχε συνάξει, ώστε διά του Περραιβού ν^ μάθη τά τρέχοντα.

Φθάσας ό Περραιβος καί εύρών προς έκείνα τά μερη τον Καμαρινόν, δυνάμει του γράμματος του Μπέη τω ένεχείρησεν έξ χιλιάδας τάλληρα καί άρκετάς κάντας γεμάτας βιβλί^. Τον ώδήγησεν άπο ποίον μέρος ν^ ύπάγη, ν^ συμπεριλάβη μεθ' έαυτού τούς δασκάλους της άλληλοδιδακτικης καί ν^ παρουσιάση τά πάντα προς τον Μπέην.

Αλλ' ό Περραιβος λαβών ταύτα πάντα είς χείρας του, καθώς καί άπο άλλους έταιριστάς είχε λάβει άρκετά χρήματα κατ' αύτον τον τρόπον ώστε διά ν^ καταχρασθη ταύτα, αύτος ό πανούργος άνθρωπος άσυνειδήτως σενεφώνησεμε άλλους όμοίους του δία ν^ δολοφονηθή ό Καμαρηνός, οστις ζήλω πατριωτισμου ήταν έναντίος είς τά ολεθρια σχεδί^ τά όποί^ έμελέτησαν δία τήν άποστασίαν τής Ελλάδος ένεκα ιδιοφηλειας καί αίσχράς κερδοσκοπίας, εχων λοιπον ό Καμαρηνος17 τοιοΰτον παραδειγματηκόν πατριωτισμόν καί σέβας μέγιστον προς τον Μπέην έδολοφονήθη προς τά μέρη του Γαλαζίου παρά τών διεφθαρμένων έταιριστών, καί έπήραν πάν ότι είχε μαζί του, χρήματα, άναγκαία γράμματα καί τον κάνδικα, έξαφανίζοντάς τά, δία νφ μή φανερωθήτι. Γενομένη ή τοιαύτη μυσαράς δολοφονίας, ό Περραιβός έπέστρεωε προς τον Μπέην καί ώς πανούργος, ήδυνήθη ν'άπαιτήση τον Μπέην ώστε νφ μή δοθή η παραμικρά ύποωί^ κατ'αυτοΰ ώς συνεργοΰς δολοφονίας.

Ξμείς όμως οί άδελφοί του δολοφονηθέντος άπο σημεία φανόμενα εϊχομεν ύποωίαν κατά του Περραιβοΰ, διότι ήπομεν τφ Μπέη νφ κάμη τρόπον ώστε ό Περραιβος νφ κρατηθή, νφ γίνη ήπροσείκουσα ερευνα περί του Καμαρινοΰ. Πλήν αυτός, χωρίς νφ κάμη ό Μπέης νφ έρευνηθή, κατώρθωσε ν'άπατήση τόνΜπέην ώστε ακί ελαβε όλα τ γράμματα καί όλα τά βιβλία καί έπέρασε είς τήν Ρούμελη. Μετ'οΰ πολύ, άφοΰ άνεχώρησεν ό Περραιβος, έγεινε γνωστος ό φόνος του Καμαρηνοΰ. Τότε ό Μπέης, ώς μαινόμενος ελεγεν ο'τι το αίμα του Καμαρηνοΰ είναι Μαυρομιχαλαίϊκο καί θέλει έκδικιθή. Το αίμα του έναντίον τών όσων ήσαν συνεργοί της τοιαύτης άνηκούστου δολοφονίας. Πλήν οχι μόνον ήλθον οί συνεργοί τής δολοφονίας είς τήν ΈλΛάδα,άλλά καί οί καθ' έυατοί φονείς.

Πλήν καμμίαν φροντίδα δεν εγεινεν έκ μέρους του Μπέη προς έκδίκησιν. Παραλείπω νφ γράωω τά όσα μας ελεγεν ό Μπέης προς παρηγορίαν καί τά όσα μάς εταξε διά νφ κάμη νφ μας δοθοΰν. Έγώ δέ μένων είς τήν πόλιν μέρος τής τότε συστηθείσης Συγκλήτου Βακλής, έξεδόσαμεν, κατά τάς σκέωεις του Γρηγορίου Δικαίου Φλέσσα, τήν προκύρηξιν, δι'ής έφανερώσαμεν τά νομίμους αιτίιας και τ'άναμφισβήτητα δίκαια της έπαναστάσεως κατά της ώμοτάτης τυραννίας τών Τούρκων, καί συγχρόνως καταγινόμενοι είς φροντιδαν περί τών άναγκαίων του πολέμου.

Μετά τήν πρώσιν τής Τριπολιτσάς οίστρατιώται άρχισαν νφ σκορπούν καί διότι ήτο ελληωις άπο τροφήν καί το περισσότερον νφ διατηρήση καθείς είς τά λάφυρά του. Τότε είς

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

τοιαύτην περίστασιν έτοιμασθείς καί ό μακαρίτης άδελφος μου Αθανάσιος ν'άναχωρήση μετά τών Τούρκων τω εΐπεν ό Μπέης «άν άσθενείς καί έσυ Αθανάσιε, θέλεις ν^ με άφήσης».

Αύτη ήφωνή ϊσχυσεν έν τή καρδί^ του άειμνήστου άδελφού μου καί προτίμησε τον Μπέην περισσότερον άπο ό'τι είχεν άκριβόν έμεινε, καί ένεκα της φρικτής έκείνης έπιδημίας δέν ήδύνατο ν'άποφύγη το δρέπανον τής........Βέβαιον δεν έλησμόνησες όταν

μαζή έπήγαμεν είς του Τούρκου το σπίτι καί λοιπών σπίτια, όπου έμειναν οί έγκριτοι Τούρκοι του Κατή φυλαγμένοι καί ότι με τρόπον μαλακόν τούς έπίσαμεν καί άφοπλίζοντας τούς όλα τά όπλα τά έπήγαμεν είς το κονάκι του Μπέη.....

Διά ν^ παραλλείωω τά έπίλοιπα σάς λέγω προσέτι ότι έσχάτως έκστρατεύσας καί ό γαμβρος Σάς Αθανάσιος Καπετανάκης διά το Μανιάκι τον εΐχον έφοδιάση με ό'τι του ήτο άναγκαίον ώς καί το ώρολόγιον μου, το όποιον ήτο Αγγλικον πρωτίστης ποιότητος του το έΐχα δώσει προς χρησιμευόντα. Κατά το 1824 τον Ιούνιον με ομίλησεν ό Μπέης ότι προς εύκολίαν τών άναγκών τής πόλεως καθώς καί του ίδίου, ν^ ένεργήσω είς τούς λοιπούς συμπολίτας μου διά ν^ τούς πείσω ν^ ένδώσουν είς το ν^ δοθή είς όνομά του ό κοκατάς, δηλ. τά δέκατα τών προϊόντων τής πολιτείας, καθώς καί ή σύναξη του τελωνείου, ώστε ν^ χρησιμεύσουν διά παρελθόντα έξοδα καί μέλλοντα.

Καί έπειδή κατά διαφόρους παραγγελίας του Μπέη είχον δοσμένα είς έξοδα γρόσια 2,500, έγεινε συμφωνία ν^ λάβω το έν όγδοον τής όλικής έκκαθαρίσεως. Κατ'αύτον τον τρόπον ένήργησα καί έτελείωσα τήν θέλησιν του Μπέη, καί εις ένδειξιν τής ένοχής μου μου έδωσε έγγραφον, υπογεγραμμένον ύπο του ίδίου.

Διά τήν τοιαύτην σύναξιν είχε διορίσει έπιτροπήν, τής όποίας μέλος καί διαχειριστής ήταν ό Κατζάκος, καί περλογαραντές με έφς ν^ πωληθούν τά συναχθέντα καίμε όλας τάς προφάσεις δέν μου άπέδωκεν την άναλογίαν μου.

Έν Καλάμαις, έκ τής οίκείας μου 1847, Ίανουαρίου 27.

Ιωάννης Κ. Κυριακός

Έκ τής έπιστολής άρα ταύτής έμφαίνονται τά αίσθήματα του Π. Μαυρομιχάλη προς τήν έπανάστασιν καί το έλατήριον το κινούν τον άνθρωπον έκείνον προ τής έπαναστάσεως καί μετά τήν έπανάστασιν. Έπίσης ή έπιστολή αύτη δείηση καί τι προς τον Καμαρινον Κυριακον κατά τήν είς Πετρούπολιν μεταβασίν του είπεν ό Ίωάννης Καποδίστριας περί τής φιλικής έταρίας, καί τι δι'αυτού τού Καμαρινού Κυρακού παρήγγηλεν προς τον Μαυρομιχάλην ό αύτος Ιωάννης Καποδίστριας, όστις μετά τήν άπελευθέρωσιν τής Έλλάδος προς θυσίαν των περιυβρισθέντων έταιρικών υπ'αυτόύ άναλαβών τήν Κυβέρνησιν τής Έλλάδος έπεζήτει ν^ υπαννετήση τούς άδελφούς του Καμαρινού Κυριακού, καταγινόμενη όση δύναμις ν^ έξοντώση τάς οίκογενείας τών έταιριστών, τών συνηδειοτέρων, περί εΐν ένεργειών του, πραγματευόμεθα έν τω οίκίω τόμω τής ίστορίας ήμών.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Η ΕΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΩ ΕΝΑΡΞΙΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ.

Το διέπον επί Τουρκοκρατείας πολιτικόν εν Πελοποννήσω σύστημα υπηρχεν άντιπροσωπευτικόν είς έκαστον χωρίον, η έν κομωπόλει η πόλει εξελέγοντο εις η περισσότεροι αναλόγως του πληθυσμού , Προεστώτες ( Κοτσαμπάσιδες ) , Προεστοί καλούμενοι , άς οι πολλίται εξέλεγον προφορικώς καί άνευ άλλης διατυπώσεως.

Διεκρίνοντο δέ έκ του ονόματος του χωρίου της κωμοπόλεως, της πόλεως ή του συνοικισμού. Ό Κοτσαμπάσης του Χρυσοβιτσίου, ό προεστώς Αλωνίσταινας, ό Κοτσάμπασης τών Πατρών, ό Προεστώς της άνω ή κάτω συνοικίας ( τού άνω ή κάτω μαχαλά ) τώνΛαγκαδίων ή ό Κοτσάμπασης της δείνος ή δείνος συνοικίας της δείνος κωμοπόλεως ή πολής. Ουτοι μετέβαινον είς τήν πρωτεύουσαν της έπαρχίας καί έξέλεγον τούς Κοτσαμπάσηδες ( Προεστώτας ) τών Βιζαντίων ( έπαρχειών), οΐτινες έκαλούντο έπί του ονόματος έκάστης τών έπαρχιών αύτών.

Οί Προεστοί (Προεστώτες ) της Καρυταίνης π.χ. οί Κοτσαμπάσιδες τών Καλαβρύτων, άς λέγαμεν οί Βουλευταί Άργους, οί πληρεξούσιοι Κορίνθου. Οί Προεστώτες τών έπαρχιών μετέβαινον δίς του έτους είς τήν Τρίπολιν, πρωτεύουσαν της Πελοποννήσου καί προσδιόριζαν τούς φόρους. Νέ^ έκλογή τών Προεστώτων τούτων έγίγνετο, όταν ή φορά τών πραγμάτων άπήτει.

Έκ τών νοημοτέρων, ίκανωτέρων καί ίσχυροτέρων προεστότων της έπαρχίας άνεδεικνύοντο ισοβίως διά της ’Οθωμανικής έξουσίας καί τής συγκατανεύσεως τών Κοτσαμπάσιδων του Βιζαντίου. Οί δύο Κοτσαμπάσιδες του Μωρέως, Προεστώτες της Πελοποννήσου ή Μωραγιάννης - Άγιάννης, σημαίνει Κυβερνίτης Μωρέως, ώσπερ Μωρεβαλισής σημαίνει Σατράπης της Πελοποννήσου. Οί δύο Κοτσαμπάσιδες του Μωρέως μετά τών Κοτσαμπάσιδων του Βιζαντίου (επαρχιών) έξέλεγον τούς Βεκίζηδας του Μωρέως ( Άντιπροσώπους της Πελοποννήσου παρά τη Πύλη), οΐτινες μετέβαινον είς Κωνσταντινούπολιν καί διέμεννον έκεί διαρκώς, καθώς οί Μωραγιάννης έν Τριπόλει.

Βεκίζηδες έξελέγοντο τέσσαρες είς έξ, Μωραγιάννης δέ δύο μόνον. Οί Κοτσαμπάσιδες του Μωρέως καί οί του Βυζαντίου εδιώριζον έν έκάστη έπαρχί^ τούς Καπομπάσιδες, προϊσταμένους τών έγχορίων χωροφυλάκων Κάπους καλουμένους, οί δέ Κατηδες έδίδουν έγγραφον άδειαν όπως μετέρχονται ουτοι τό έαυτών έπάγγελμα. Τοιούτοι έξελέγοντο έν έκάστω Δήμω (Τμήματι ) έκ τών κατοίκων τού ιδίου Δήμου εκάστης επαρχίας, έκαστος δέ των Κοτσαμπασίδων εξελέγετο ύπ'αυτόν Κάπος.

Κυβερνητε της Πελοποννήσου - Προεστώτες τού Μωρέως ή Μωραγιάννης -ύπηρξαν κατά τά τελευταία είκοσι καί πέντε έτη πρό της ύπάρξεως του ίερού τών Ελλήνων άγώνος, ό Ιωάννης Δεληγιάννης καί ό Σωτήριος Λόντος πρώτος άντιπρόσωπος παρά τή Οθωμανική Κυβερνήσει Βεκέληδες του Μωρέως. Όταν κατά διαταγήν του Σουλτάνου άποκεφάλισε κατά τόν Οκτώβριον του έτους 1813 ό διάδοχος τού Βελη Πασσά, Ιτζηλη -Μεχτέτ Πασσάς, τόν Σωτήριον Λόντον διεδέχθη αύτόν ό τέως άντιπρόσωπος της Πεολοποννήσου έν

Κωνσταντινουπόλει Παπαλέξης Ευστάθιος άνέκαθεν των Δεληγιανναίων φίλος. Όταν δέ κατά τήν δωδεκάτην Φεβρουαρίου 1816 έσφαξεν ό Σωτήρ -Αχμετ Πασσάς καί διαταγήν του Κυρήστου τον Ίωάννην Δεληγιάννην, διεδέχθη αύτόν ό υιός τούτου Θεόδωρος, τέως Προεστός τής Καρυταίνης.

Έκ των μάλλον θερμών έμπνεόμενοι άμφότεροι ύπέρ τής ελευθερίας τής πατρίδος αισθημάτων, μετά διακαωτάτου ζήλου. Έιργάσθησαν πρός προπαρασκευήν του ιερού άγωνος, υποστηριζόμενοι άνέκαθεν άδιαλείπτως παρά των Αρχιερέων, των προεστωτων καί τών Προκρίτων. Δέον νφ προσθέσω φδέ, οτι μυρολογίαι οσας διέσπειραν καί μέχρι τοις χαιρεκάκοις διαθρυλούσι οι μικρόγλωσσοι καί οι κακούργοι, οτι ό Ιωάννης Δεληγιάννης ένήργησε δήθεν νφ σφαγή ό Σωτήριος Λόντος.

Έν ώ ουτος άμα έπληροφορήθη τά κατά του Λόντου τεκτηνάμενα, διάτινων Χριστιανομάχων τών έν Τριοπόλει μεγιστάνων Οθομανών, .έπεμωε τόν τε Χατςή -Αγάπιον καί άλλον τινα πρός αύτόν, ίνα τόν προτρέωη καί άπομακρυνθή τής Τριπόλεως δι ολίγον καιρόν, άλλ' ό Λόντος έκλαβών τό διάβημα τούτο ώς πολιτικόν του Δεληγιάννη στρατήγημα, οπως μείνη ουτοςκύριος όλου του πεδίου τής πολιτικής, ούδεμίαν έδωσεν προσοχήν.

Αναντίρρητων όμως είναι οτι ό υιός του Σωτηρίου Λόντου Ανδρέας ών έν Κωνσταντινουπόλει καταδιωκόμενος μετά τόν θάνατον του πατρός του, έγραωεν κατά του Δεληγιάννη άναφοράν τών Χριστιανών, τύραννοι έθανάτωσαν καί τόν Ίωάννην. Ή ’Οθωμανική έξουσί^ έχουσα τότε πατροπαράδοτον, ουτος είπειν, σύστημα νφ καταστρέφη πάντα ύπερέχοντα έκ τών ύπηκόων αύτής, δέν έφείδετο ούτε τών Τούρκων!.

Έκοπτε τούς ύπερέχοντας κλάδους τών χαμοδένδρων. Εκτός τούτου ή άποκεκρυμμένη πραγματική αίτί^ τής σφαγής άμφοτέρων ήτο ή συνομωσία, ήν είχον οι έπισημότεροι τών Χριστιανών έπί Βελή -Πασσά, μετά τών πλείστων έν Πελοποννήσω Οθωμανών, ίνα άποσπασθώσιν έκ τής κυριαρχείας του Σουλτάνου καί τεθώσιν ύπό τήν προστασίαν του Ναπολέωντος, οπως αποφύγωσι τόν άποπειλούντα αύτούς κίνδυνον του νφ ύποπέσωσιν είς τόν άφόρητον του Αλή Πασσά ζυγόν. Περί τής συνομόσαις ταύτής ποιώ λόγον έκετενή περαιτέρω.


Κανελλος Δεληγιάννης.

Ό Ιωάννης Δεληγιάννης ήτο συνετός καί Θεοφοβούμενος εύλαβής καί Θεοσεβούμενος καί ούτε κατά διάνοιαν ήτο δυνατόν πότε είς τηλικούτων νφ έπιπέση κακούργημα. Ταύτά πάντα καί πάμπολλα ιστορικά γεγονότα τής έποχής έπίσης καί τού ιερού άγώνος, έκθέτει ό Κανέλλος Δεληγιάννης18 έν έκτάσει εύκρινώς καί σαφώς έν τή μήπω έκδοθείσης ιστορία

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

αύτού έκ τού πρωτοτύπου σχεδίου της οποίας εμφανίζομαι το πλείστον μέρος όσον αφορά έν τε τώ πονήματι τούτω καί άΛΛαχού, επειδή το παρον χειρόγραφον κείται είκοσι περίπου έτη έντοίς κυβωτίοις άλλου τινός συγγενούς.

(κοτζαμπάσηδες) του Μοριά, του Ιωάννη Δεληγιάννη. Παντρεύτηκε την Αθανασία Α. Παπατσώνη και απέκτησαν μία κόρη, την Μαρία (-1854).

Λόγω της πρωτοκαθεδρίας της οικογενείας του στην περιοχή έγινε σύντομα πρόκριτος, ενώ κατά τη διάρκεια της επανάστασης διαδραμάτισε το σημαντικότερο ρόλο με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Το 1844 εκλέχτηκε πρόεδρος της βουλής, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1845.

Μετά τη δολοφονία του πατέρα του, Ιωάννη Δεληγιάννη, στις 12 Φεβρουαρίου 1816, ο Κανέλλος αναδείχθηκε αρχηγός της οικογένειάς του. Οργάνωσε και χρηματοδότησε μεγάλο μέρος της επανάστασης στο Μοριά με έξοδα της οικογένειάς του.

Ύστερα από αρκετές μικροσυμπλοκές με τους Τούρκους, αλλά και με άλλες οικογένειες προκρίτων, κήρυξε μαζί με άλλους αγωνιστές την επανάσταση στα Λαγκάδια, στις 23 Μαρτίου 1821. Την 1η Απριλίου 1821 διέταξε τη σφαγή όλων των Τούρκων Λαγκαδινών (40 οικογένειες) και την πυρπόληση του τζαμιού. Συνολικά σφαγιάστηκαν 300 άοπλοι άντρες, οι οποίοι λίγες ημέρες νωρίτερα είχαν αφοπλιστεί, γυναίκες και παιδιά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να τρομοκρατηθούν οι κάτοικοι της γύρω περιοχής που φοβούμενοι αντίποινα, εντάχθηκαν στο πλευρό των Δεληγιανναίων, οι οποίοι είχαν πλέον πέσει στη δυσμένεια των Τούρκων και χρειάζονταν υποστήριξη.[1] Διόρισε γενικό στρατηγό του στρατού του, ο οποίος αποτελούνταν από 3500 εμπειροπόλεμους μισθοφόρους, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη τον οποίο η οικογένειά του και κυρίως ο πατέρας του είχαν κυνηγήσει άγρια επί χρόνια, για να σώσουν το Μοριά από τις λεηλασίες του κατά των Ελλήνων και Τούρκων χωρικών, και με εντολή της Πύλης, που απειλούσε με εξόντωσης του ελληνικού πληθυσμού αν δεν τον συλλαμβάνανε.

Πολέμησε στο Μεσολόγγι, στη Μάχη του Πέτα, στην πολιορκία της Τριπολιτσάς και σε πολλά άλλα μέρη. Κατά τη διάρκεια του πρώτου ελληνικού εμφυλίου πολέμου, συντάχθηκε με τους προκρίτους του Μοριά και τους Υδραίους, συμπαρασύροντας μάλιστα και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, με αντάλλαγμα τον αρραβώνα της κόρης του με τον γιο του Κολοκοτρώνη, Κολίνο. Στην δεύτερη φάση του εμφυλίου πολέμου, όμως, φυλακίστηκε από την κυβέρνηση Κουντουριώτη μαζί με τον Κολοκοτρώνη και άλλους προκρίτους στο μοναστήρι του προφήτη Ηλία στην Ύδρα, για να αποφυλακιστεί μερικούς μήνες αργότερα ώστε μαζί με τον Κολοκοτρώνη να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ Πασά.

Τα απομνημονεύματά του θεωρούνται από τους ειδικούς αρκετά αμφιλεγόμενα. Με την αρχή του κειμένου του, ένας βασικός στόχος των γραπτών του φαίνεται πως είναι να τεκμηριώσει την υφεσιακή, έναντι των Τούρκων, στάση του πατέρα του ως ευεργετική για τον ελληνικό πληθυσμό και τη διατήρηση της ειρήνης στον Μοριά. Ένας από τους στόχους του τρίτομου έργου του θεωρείται πως είναι να εξυωώσει την οικογένειά του και γενικώς την τάξη των προκρίτων αγωνιστών τους οποίους υπερασπίζεται σθεναρά κόντρα σε-μεταξύ άλλων-σημαντικούς αγωνιστές της επανάστασης που ανήκαν σε άλλες τάξεις. Μέσα στα κείμενά του είναι εμφανής η επιθετική κριτική του έναντι αρκετών αγωνιστών της επανάστασης και κυρίως τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, όπως επίσης αναφέρεται και σε αιματηρές διαμάχες των οικογενειών των προκρίτων της Πελοποννήσου πριν την επανάσταση, που ευθύνονταν σημαντικά για το ξεκίνημά της. Πέθανε το 1862.

Ό Ιωάννης Δεληγιάννης έγεννήθη τήν 25ην Μαρτίου του έτους 1738. Ένυμφεύθη τήν θυγατέρα προκρίτου τινος τών Λαγκαδίων, όνομαζομένου Πανάγου Πετροπούλου, Μαρίνα καλουμένην, οστις έκτοτε μετέβη είς Σμύρνην καί άπεκατεστάθη έκεί, ένθα είς τον υιόν αύτου Χατζή - Ιωάννης Πετρόπουλος καλούμενος ένυμφεύθη τήν άδελφήν του Πατριάρχου Γρηγορίου. Μετά τής Μαρίνης έγέννησεν ό Ιωάννης έννέα, όνόματι Αναγνώστου( ή Σοφιανός ) , Ανάστον, Θεόδωρον, Πανάγον, Γεώργιον καί Νικόλα. Ό προ τελευτα[ίός άπεβιωσεν έν Σμύρνη έν νεανική ήλικί^ παρ άτω έκ μητρός πάππω (Πανάγω Πετροπούλου καί δύο θυγατέρας, καλουμένας Αθανάσω σύζυγον ύστερον του έκ Δημητσάνης Αθανασίου Αντωνοπούλου, καί Ελένην σύζυγον μετέπειτα του Ανδρέα Ζαϊμη.

Τή δέ δωδεκάτην Φεβρουαρίου 1816 απεκαφάλισαν αύτόν οί ’Οθωμανοί κατά διαταγήν του Σουλτάν Μαχμούτη, έν τή ίδί^ αύτου κλίνη, έν ή ύπέρ τό έν έτος έκειτο πάσχων δεινώς έξ άσθενείας τών ώτών, άνίατον. Ό Ιωάννης έζησεν έβδομήκοντα καί όκτώ ( 78 ) έτη. Υπήρξε τριάντα (30) περίπου έτη προεστώς τής έπαρχίας Καρυταίνης, τρία (3) έτη άντιπρόσωπος τής Πελοποννήσου έν Κωνσταντινουπόλει καί είκοσι καί τέσσαρα έτη (24) Μωρογιάννης, τρία έτη πρό τής γεννήσης του νεωτέρου τών υίών του Νικολάου, γεννηθέντος κατά το έτος 1795, καθείς παρ' αύτου τούτου πολλάκις ήκουσα.

Ιωάννης Δεληγιάννης.

Έπί τών ήμερών του Ίωάννου19 ήρχισεν ή Πελοπόννησος ν^ άναλαμβάνη δυνάμεις ή δέ ιδιαιτέρα του Δεληγιάννη επαρχία προήχθη έπί τοσουτον, ώστε Γκιούρ - Καρύταινα,

υπηρέτη. Το βόλι πέτυχε τον προεστό στην δεξιά ωμοπλάτη. Ο υπηρέτης του κατάφερε να σκοτώσει τον Τούρκο, αλλά ο Δεληγιάννης είχε τραυματιστεί σοβαρά, με αποτέλεσμα το δεξί του χέρι να αχρηστευτεί για πάντα.[2]

Στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου, ο Ιωάννης Δεληγιάννης μαζί με άλλους Τούρκους και Χριστιανούς προκρίτους προσπαθούν να καταστείλουν τις πολυάριθμες ομάδες ληστών που λυμαίνονταν την Πελοπόννησο. Για να το πετύχει αυτό αναγκάστηκε να βοηθήσει κάποιους από αυτούς (όπως τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη), αλλά στη συνέχεια τους κυνήγησε.

Στα τέλη του 1806 φοβούμενοι έναν πιθανό πόλεμο με τη Ρωσία και για να αποφευχθούν επαναστατικές κινήσεις όπως τα Ορλωφικά, οι Τουρκοι ζητούν από τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων βοήθεια. Αυτός στέλνει στην Πελοπόννησο τον γιο του, Βελή Πασά με 8.000 Αλβανούς, ο οποίος φτάνει στην Τρίπολη στις 7 Μαρτίου 1807. Ο Βελή Πασάς ακολουθούσε την όχι και τόσο φιλοτουρκική γραμμή του πατέρα του, με αποτέλεσμα να δώσει πολλά προνόμια στους προεστούς, διορίζοντας τον Σωτηράκη Λόντο μωραγιάννη μαζί με τον Δεληγιάννη. Οι δύο τώρα προύχοντες στέλνουν τον Θεοδωράκη Δεληγιάννη και τον γαμπρό του Λόντου, Κωνσταντάκη, στα Γιάννενα να ζητήσουν την προστασία του Αλή Πασά.

Με τον καιρό όμως άρχισαν να απογοητεύονται. Σε ένα συμβούλιο των Τούρκων και Ελλήνων προεστών, ο Ιωάννης Δεληγιάννης προτείνει να ζητήσουν βοήθεια από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη και όχι από τους Ρώσους σε περίπτωση πολέμου Τουρκίας-Ρωσίας. Στο τέλος του συμβουλίου ορκίστηκαν να παραμείνουν όλοι αδελφωμένοι.

Το 1812, ο Ιντζελή Πασάς αντικαθιστά τον Βελή Πασά και ο Σωτηράκης Λόντος πέφτει σε δυσμένεια. Αναθαρρώντας, οι υπόλοιποι προεστοί, κυρίως οι Τούρκοι, αρχίζουν τις συκοφαντίες εναντίον του. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1813, παρουσία όλων των προεστών, ο Σωτηράκης Λόντος αποκεφαλίζεται στα σκαλιά του Σεραγιού της Τρίπολης από έναν Τούρκο ιππέα αφήνοντας τους Δεληγιανναίους επικεφαλής των προεστών. Πολλοί κατηγόρησαν τον Ιωάννη Δεληγιάννη για συνέργια σε αυτήν την πράξη.[3]

Θάνατος

Τον Ιανουάριο του 1815 ο Ιωάννης Δεληγιάννης αρρωσταίνει βαριά και μένει κατάκοιτος στο σπίτι του στα Λαγκάδια. Μεταβιβάζει την εξουσία του στον γιο του Θεοδωράκη Δεληγιάννη. Την κατάσταση αυτήν, εκμεταλλεύονται οι υπόλοιποι προεστοί και κυρίως ο γιος του Σωτηράκη Λόντου, Ανδρέας Λόντος, οι οποίοι αρχίζουν να τον διαβάλουν στους Τούρκους. 'Ετσι, στις 12 Φεβρουαρίου 1816 με σουλτανικό φιρμάνι, ο Ιωάννης Δεληγιάννης αποκεφαλίζεται στο σπίτι του από τους Τούρκους. Το σώμα του ρίχνεται στον κήπο του σπιτιού και το κεφάλι του μεταφέρεται ως λάφυρο στον Σιακήρ πασά. Τα αίματα στους τοίχους του δωματίου όπου δολοφονήθηκε ήταν εμφανή μέχρι αρκετά πρόσφατα.

Έργα

Ο Ιωάννης Δεληγιάννης πραγματοποίησε αρκετά έργα κατά τη διάρκεια της εξουσίας του. Έχτισε δύο εκκλησίες στα Λαγκάδια (Ναός των Ταξιαρχών και ναός του Αη Γιάννη-και οι δύο ολοκληρώθηκαν το 1808 μέσα σε 40 μέρες) και ένα σχολείο το 1795. Έχτισε επίσης και μία εκκλησία στο χωριό Αναζήρι.[4]

Η στάση του γενικά χαρακτηρίζεται για τα φιλικά αισθήματα προς τους Τούρκους, οι οποίοι άλλωστε ευνοούσαν συχνά τους προεστούς. Κυνήγησε άγρια μαζί με τους Τούρκους και τους υπόλοιπους κοτζαμπάσηδες, τους ληστές και τους αρματολούς (όπως τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Αθανάσιο Πετιμεζά), που πλέον γίνονταν επικίνδυνοι για την οθωμανική εξουσία, αλλά και για τα συμφέροντα των προεστών.[5]

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

επειδή κατόρθωσε ν^ εξαφανίσει πάσαν εν αυτή Τουρκικήν επιρροήν. Τούτου ένεκα παντοιοτρόπως επιβουλεύοντο τήν ζωήν αύτού.

Έπιστρέφων ουτος πότε εξ επισκέωεως τινός έκτος τών Λαγκαδίων παρά τή οίκογενεί^ του συγγενούς του Αρχιερέως Ζαρνάτα Δεληγιάννη οστις μετά τήν αποτυχίαν τής έπαναστάσεως του έτους 1769, κατέφυγε μετά τινων του τότε πρωταγωνιστών είς τήν Τωσσίαν, ένθα ετελεύτησε - επυροβολήθη παράτινος Τούρκου εντοπίου Αχμούτη -Απτησπάνογλου όνομαζομένου ενεδρεύοντος εντος Χριστιανικής οικίας εν ή είσήλθεν αύθαιρέτως, τών οικοδεσποτών άγνοούντων τον κακούργον σκοπον αύτού, οταν είδε το Δεληγιάννη καταβαίνοντα εκεί μετά τής συνοδίας του. Τινα τών σφαιριδίων έπτά (7) όντα, είσελθόντα είς το στήθος εξήλθον εκ τής δεξιάς ώμοπλάτης του Ίωάννου, τά δέ λοιπά διέρρηξαν το μεταξύτου ώμου καί του άγκώνος όστούν τοιουτοτρόπως, ώστε μετά τήν θεραπείαν το όστούν αύτο άπετέλει δύο τμήματα χωριστά το εν του άλλου.... Ό δολοφόνος διηύθυνε το οπλον του κατά του στήθους του Δεληγιάννη, άλλ' επειδή ουτος εστράφη όλίγον, κατά τήν εκπυρσοκρότησιν ίνα όμιλήση μετά τινος εκ τής άκολουθίας αύτού.

Τά σφαιρίδια διαπέρασαν τά είρημένα μέρη του σώματος. Ό δέ δολοφόνος καί ό ύποβολεύς τούτου, ό διαβόητος Χαπεντή Αλη-άγας Λαλιώτης ετιμωρήθηκαν μετ' ού πολύ δεόντως, άλλ' ή δεξιά χείρ του Ίωάννου Δεληγιάννη, έμεινεν. άχρηστος έκτοτε καί ώσεί κρεμάμενη καθ' ολον τον ύπόλοιπον βίον αύτού.

Ακόμη, όπως και οι υπόλοιποι προεστοί, προκειμένου να αυξήσουν την περιουσία τους και την επιρροή τους, καταπίεζαν τους ντόπιους πληθυσμούς. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Δεληγιάννης με άλλους προεστούς εισέπρατταν επιπλέον δυσβάσταχτους φόρους δήθεν για "θείους (ευλογημένους) λόγους", γεγονός το οποίο προκάλεσε την αγανάκτηση των κατοίκων, οι οποίοι το κατήγγειλαν στον σουλτάνο το 1803. Ο σουλτάνος και οι οθωμανικές αρχές έστειλαν ειδικό φιρμάνι ώστε να σταματήσει αυτή η παράνομη είσπραξη επιπλέον φόρων, τονίζοντας ότι κανείς δεν έχει δικαίωμα να εισπράττει επιπλέον φόρους από αυτούς που ορίζει ο οθωμανικός νόμος.[6]

Μετά την επανάσταση η οικογένεια Δεληγιάννη έχασε τα προνόμιά της και ο γιος του Ιωάννη, Κανέλλος Δεληγιάννης στα απομνημονεύματά του προσπαθεί οργισμένος να παρουσιάσει τη φιλοτουρκική στάση του πατέρα του ως ευεργετική για τους Έλληνες, πέφτοντας όμως σε πολλές και αναπόφευκτες αντιφάσεις.

Η δολοφονία του Ιωάννη Δεληγιάννη περιγράφεται στο παρακάτω αρκαδικό δημοτικό τραγούδι:

"Στου Λάλα σφάζουν πρόβατα, στη Δίβρη αγελάδες και στα Λαγκάδια το χωριό σφάζουν τον Ντεληγιάννη, ξήντα χρονώνε γέροντα, σαράντα Μωρογιάννη.

Πάει ο Κανέλλος στον πασά, πάει να προσκυνήσει.

Κανέλλο, πού 'ναι οι γέροντες, ο γερο-Μωρογιάννης;

Άλλο τι δέ θέλει ν^ μεταβή είς τήν Καρύταιναν πρωτεύουσαν τής ομωνύμου επαρχίας, έγραωεν προς τον Κόζιαν, Πλαπούταν τήν προτεραίαν ν^ έλθη προς συνοδίαν αύτου, καίοτι όταν τήν πρωίαν τής επομένης ήμέρας άφυχθή είς τήν άπέναντι τών Λαγακαδίων θέσιν τής Γραίας το Διάσελον, καλουμένην ν^ ειδοποιήση τον εκεί είδικον του δία πυροβολισμού τινος, τον κομιστήν ομως τής επιστολής ταύτής συναντήσας τυχαίως καθ' οδον Τούρκοι τινες άφηρεσαν αύτήν καί άναγνώσαντες τα εν αύτή πυροβόλησαν ούτοι, κατά τήν προσδιορισθείσαν εν τή επιστολή ώραν, έκτος Γραίας το Διάσελον. Ό δέ Ιωάννης νομίζων, οτι ο Κοζιας μετά τών ύπ' αύτών Κάπον επυροβόλησαν, ανεχώρησεν εκ Λαγκαδίων, αλλά μεταβάς είς τήν θέσιν Μαλάσοβαν καλουμένην, ένθα ένέδρευον οί συλλαβόντες τήν έπιστολήν ’Οθωμανοί, ίνα δολοφονήσωσιν αύτόν, παρεπάτησεν ο ίππος του ένεκα του κρημνού τής θέσεως ταύτής καί κατεκυλίσθη μετ' αύτού επί τοσούτον ώστε εδύνατο ν^ επαναφέρωσιν αύτον ήμιθανή είς Λαγκάδια.

Το δυστήχημα τούτο διέσωσε τον Ίωάννην άπο τήν άναπόφευκτον δολοφονί^. Παραυρεθείς είς τήν άνακομιδήν τών λειωάνων αύτού ών χείρα τούτου ετέλει, είδον ίδίοις όμμασι το είρημένον όστούν είς δύο τεμάχια διηρημένον. Ενθυμούμαι ζωηρώς τούτο, καί εύοδίαν τινα τών όστών του Ίωάννου, εύοδίαν ήν ουδέποτε ησθάνθην ούτε κατά τήν σύγχρονον άνακομιδήν τών λειωάνων τής εμής μητρος καθ' ήν επίσης ή μήτηρ του πατρός μου παρεστάθη, ούτε είς άλλην τινα άνακομιδήν τών λειωάνων τής μητρος μου ενθυμούμαι τήν μακράν μόνον καί άφθονον κόμη συνάμα δέ καί τμήματα τινα χρυσοϋφαντα εκ τών ενδυμάτων αύτής.

Ό Πλούταρχος, διηγείται, οτι «ο Πόπλιο Βολούμνιος, άνήρ φιλόμουσος καί άπ' άρχη μετά του Βρούτου συνεστράτευον, λέγει οτι ο βραχίων ένος τών Ταξιαρχών άυτομάτως άνάβλυε μύρον ρόδινον καί οτι άποσπογγίζοντας αύτο πολλάκις, ούδέν κατώρθουν.» Ό συγγραφεύς τών παράλληλων βίων διηγείται το έξής. «Το δέρμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου εμύριζε γλυκύτατα, ή εύοδί^ εξήρχετο εκ του στόματος καί εξ όλου του σώματος, ώστε πληρούντο είς αύτήν καί οί χιτώνες τού», τούτο άνέγνωμεν είς τά ύπομνήματα του Αριστοξένου. Κατά τήν διάρκειαν τών είκόσι καί τεσσάρων ετών, καθ' ήν διηύθυνε τά τής Πελοποποννήσου πράγματα ο Ιωάννης Δεληγιάννης κατόρθωσε ν^ βελτιωθή ή κατάστασις όλών τών εν αύτή οίκούντωνΧριστιανών ή ν'άνακουφισθώσιν άπο παντοί^ άνυπόφορα βάρη, καί μεγάλα ν^ τούς παρέξη καί άξιομνημόνευτα εύεργετήματα.

Σύν τοίς άλλοις ενήργησσεν καί εδόθη άδει^ ν^ κτίσωσιν εκκλησίας είς όλάς τάς κωμοπόλεις καί χωρία, ού μόνον τής Καρυταίνης, άλλά καί είς άλλά μέρη τής Πελοποννήσου. Πράξις άντιβαίνουσα ολοσχερώς είς το Κοράνιον! Καί τούτου ένεκα ού μόνον εκκλησίαν ν^ οίκοδομήσωσι οί Χριστιανοί δεν ήδύναντο πρότερον καί μετά τον θάνατον αύτού, άλλ' ούτε εν κεραμίδιον, εάν εθραύετο εκ τών ύπαρχόντων εκκλησιών τοίς ήτο συγκεχωρημένον ν^ άνανεώσουσιν!

Έκ τής έπομένης άποδείξεως τής πληρωμής του προσωπικού φόρου, Χαρατσίου δύναται τις ν^ είκάση το μέγεθος τής Τυραννίας! «Είς τον επηφέροντα τήν παρούσαν δίδεται ή άδει^ νή διατηρήση τήν έαυτού κεφαλήν, έν έτος είσέτι έπι των ώμων του». Δύο δέ, έξ ιδίων του έξόδων άνήγηρεν ό Ιωάννης έν Λαγκαδίοις λαμπράς ώς προς τήν έποχήν έκείνην, έκκλησίας και έσωτερικώς έκαλλώπισε, τήν του Προδρόμου και τήν των Ταξιαρχών και έπροίκισεν αύτάς.

Τρίτον δι'άλλην ύποδεεστέραν έν τω τότε ίδιοκτήτω χωρίον αύτού Αναγύρι. Κατά δέ το έτος 1795, έπείσπεσε Δημοτικόν Σχολείον έν τή αυτή κωμοπόλει, άνήγειρε το οκοδόμημα δι ίδίας αύτοΰ δαπάνης, και έπροικοφορτωσεν αυτό ώστε έκ τών τόκων τών κεφαλαίων έπληρώνοντο οί διδάσκαλοι, έν οις ό έκ Δημητσάνης Διαμαντής Ανδρεότης ό έπειτα έπίσκοπος Ακώβων και μετέπειτα Μητροπολίτης Τριπόλεως Δανιήλ.

Ό έκ Ζυγοβυτσίου Παναγιώτης Σταματελόπουλος και ό Δημήτριος Παππάγου έξ τών Κυδωνιών τής έλλάσονος Ασίας, οΐτινες έπι Όθωνος προήχθησαν Πρωτοδΐκαι και πρόεδροι Πρωτοδικών. δ'άδρών δέ χρηματικών προσφόρων ό τελευταίος συνέδραμε τά σχολεία και άλλων κωμοπόλεων. Έκτος άναριθμήτων άλλων άγαθοεργιών Ό Ιωάννης κατώρθωσε μετά του Σωτηρίου Λόντου και του Παππαλέξη νή μεταποιηθώσι πάμπολλαι πόλεις και χωρία τής Πελοποννήσου άπό ίδιοκτησίω είς ιδιοκτησίαν τών κατά τών Χριστιανών!

Έν δέ τή έπαρχί^ τής Καρυταίνης είκόσι και έννεά (29) κωμοπόλεις και χωρία δανείσας τούς κατοίκους και χρήματα ταυτοχρόνως δία τήν έξαγοράν αύτών έν μέρος του όποίου όφείλουσι τινες και μέχρι του νύν.

Παντοιοτρόπως και άνηλεείς καταπιεζόμενοι οί ταλαίπωροι Χριστιανοι παρά τών Αλβανών και τών έντοπίων ’Οθωμανών άπό τήν έπαναστάσιν του 1769 μέχρι του έτους 1785, και ούδεμιαν παρ' ουδενός εύρίσκοντες συνδρομήν ή ύπεράσπισιν τινα διά τήν άπαλλαγήν τών δυνούντων, καθ' ό άποστάτες κατήντησαν είς τήν θλιβερά άνάγκην, όπως έλαφρηνθώσιν έκ τών άφορήτων κακώσεων και καταπιέσεων νή πωλήσωσι τάς κωμοπόλεις και τά χωρία τών! !!!!

Απαραλλάκτως ώσπερ πολούσιν ένιοι έν τε τή Αφρική και έν τή Ασί^ ίδίοις οί έν Καυκάσω Σιρκάσιοι τά έαυτών τέκνα! ! Τίνες μέν είς τάς Σουλτάνας, άλλοι δέ είς τούς Βεζυράδες, ένιοι είς τούς Μπέηδες και Μεγιστάνας τής Κωνσταντινουπόλεως, έτεροι δέ είς τινά τών τής Πελοποννήσου και άλλοι είς τά Οθωμανικά τεμένα. Τσαμιά, Βακούφια και έλαβον τό δέκατον μόνον μέρος τής άξίας αύτών και ουτωσί κατεστάθησαν ίδιοκτησί^ Τουρκική.

Έν τή Έπαρχία Καρυταίνης έπωλήθησαν κατά πρώτον ή Στεμνίτσα, τά Μαγούλιανα, και ή Βυτίνα. Έπειτα ή Λάστα, ή Γλόγοβα και τό Αγρίδι, ή Βερβίτσα, τό Βύζιτσε, ή Κατοπυλιά. Μετέπειτα τό Βελιμάχι, οί Παλαιολόγοι και τό Καρδαρίτσι. Ακολούθως τά Λαγκάδια τό Βαλτεσινίκον, ή Δημητσάνα, τό Μπουγιάτι, τό Σαρακίνι, τό Βάγκου, τό Παλούμπα, ή Κοντοβάζαινα ή Αλωνίσταινα, τό Χρυσοβίτσι κλπ. Τά τρία τέταρτα περίπου τής έπαρχίας ταυτής! !

Αλλά κατά το έτος 1790, λαβών ίσχύν ό Ιωάννης Δεληγιάννης παρά τη ’Οθωμανική Κυβερνήσει, μετέβη είς Κωνσταντινούπολιν ώς αντιπρόσωπος τής Πελοποννήσου καί εκεί κατώρθωσε μετά του Σωτηρίου Λόντου καί του Παππαλέξη διά παντοίων μέσων καί έξηγοράσθησαν ολα άπό τούς κατόχους καί κυρίους των καί έκτοτε κατεστάθησαν εκ νέου ιδιοκτησία κατοίκώω Χριστιανών δι ολίγων χρημάτων, έξ ών άρκετά έπλήρωσεν ή οίκογενεία τών Δεληγιανναίων ώς δύναται μέρος τών όποίων άφείλονται, ώς προελέχθη καί μέχρι του νυν. ~Ινα δέ ύπάρχωσι έν ευδία περιστάσει πρόχειροι οδηγο καί διδασκαλαοι του λαου, οί είρημένοι φιλοπάτριδες κατορθώσαν καί συνεστηθη έν έκάστη έπαρχία άναλόγως εγχώριοι άγροφύλακες. Κάπο ονομαζόμενοι δία τήν ευταξίαν δήθεν καί τήν ζοωκλοπών εί καί πανταχου ύπήρχεν χωροφυλακή. Ό Μπελσύμπασης δήλον οτι μετά τών ύπ' αυτόν χωροφυλάκων Οθωμανών.

Πρός τόν άνωτέρω σκοπόν ό Δεληγιάννης διώρισεν έν τή έπαρχία Καρυταίνης είς έξήκοντα κατά πρώτον θέσεις έπί κεφαλής αύτών τόν Κόλια Πλαπούταν καί τόν Παναγούλην Μουγκόπετρον. Αυξήσας δέ μετέπητα καί τόν άριθμόν τών Κάπων έπρόσθεσεν ώς άρχηγούς αυτών Καπομπάοιδας τόν Αθανάσιον Κέντζον, τόν Σπήλιον Γρίβαν, τόν Χρήστον Παναγούλιαν τόν Βασίλειον Μπούτουναν. Τόν δέ Θεόδωρον Κολοκοτρώνην διώρσιε Καπόμπασην καί πρώτον είς τήν Μεγαλόπολιν, έπειτα είς τό τμήμα του πεδίου τής Καρυταίνης καί μετέπειτα είς τό τών όρίων, έλπίζων οτι διά τής συγκοινωνίας μετά τών κατοίκων θα έξημερωθώσιν οί Κολοκοτρωναίοι.

Οί Κάπποι συνοδευον τόν Δεληγιάννην είς Τρίπολιν μέχρι τό Τρίκορφον καί ουτοι τόν ήκολούθουν είς καί οταν έπέστρεφεν είςΚαρύταιναν ή είς Λαγκάδια. Περί τούτοις άποταθείς πότε κατά τήν όδοιπορίαν τοίς είπε. «Δέν είναι καλλιτέρα, Παιδιά αυτοί ή ζωή άπό τήν προτέραν, όπόταν ολος ό κόσμοςείς ολα τα μέρη σάς έθεώρει ώς έχθρούς καί κανείς δέν ήθελε να σας πλησιάση, ένώ τώρα πανταχου σάςύποδέχονται ολοι ώς φίλους ;»

Ό μέν Θεόδωρος παρεδέχετο τήν ειρηνικήν ζωήν ώς προτιμοτέραν, ένώ ό άδελφός αυτου Γιάννης έξεφράσθη το έναντίον. «Λέγεις αυτά, άπήντησεν, έπειδή φοβείσθε μήπως παραφυλάξωμεν καί σε συλλάβωμεν καί σου ζητήσωμεν χρήματα». Χαριεντισμου τότε χάριν ό Δεληγιάννης τω είπε, να καταλάβη κατάλληλον τινά θέσιν μετά τών συντρόφων του, ίνα δοκιμάσωσιν άν δύνανται να συλλάβωσιν αυτόν. Τοποθετηθέντες τότε οί Κολοκοτρωναίοι είς θέσιν τινα έκτός του Θεοδώρου, οστις ήκολούθει μηδιών, ώρμησεν ό Δεληγιάννης καί διέβη δι αύτής μεταξύ τούτων, χωρίς να δυνηθώσιν ούτε τά ένδύματα αύτου να έγγίξωσι.

Τήν άποτυχίαν άπεδίδεν ό Γ ιάννης είς τήν έκτακτον του ίππου του Δεληγιάννη γενναιότητα. Τούτου ένεκα ως έπιπτάν, έφόνευσαν οί Κολοκοτρωναίοι τόν ίππον του Πρωτοσυγγέλου έκ Γαργαλιάνων, προεστώτος τής Αρκαδίας (Τριφυλλίας), οταν μετέπειτα συμμορφοθέντες με τήν θέλησιν του Γιάννη έπανέκαμωον είς τόν ληστρικόν βίον, καθ' οσον ένεδρεύσαντες είς το Φραγκόβρυσον θέσιν πέντε ώρας μακράν τής Τριπόλεως συνέλαβον αυτόν μεταβαίνοντα είς τήν έπαρχίαν του καί τόν άπήγαγον, ογδοήκοντα έτη όντα, είς τά

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Πέντε Πηγάδια της Μάνης, ένθα έφύλαττον αύτον εντός σπηλαίου τινός, μέχρις ότου άπηλλάγη διά λύτρων ύπερόγκων.

Τότε μεταβάς είς τήν Κωνσταντινούπολιν καί διαρρήξας τά ίμάτια του κατά των Κολοκοτρωναίων διά τε τά εαυτού παθήματα καί τά έτι χειρότερα άλλων Χριστιανών καί ’Οθωμανών, περί ών ό τότε Βεζύρης Οσμάν Πασσας, δριμυτάτην έΐχεπέμωη έκθεσιν έξεδόθη τό αύστηρότατον κατά τών Κλεφτών Φιρμάνη καί τό μάλλον κεραθνοβόλο συγχρόνως στνοδικον, ένεκα τών όποίωνκατεστράφησαν όλοι σχεδόν οί έν Πελοποννήσω λησταό καί πολλοί τών λησταποδόχων άνηλεώς έθανατοθησαν παρ' άτου Κεχαγιάμπεη τινες δέ καθ' όλοκληρίαν άθφοι! Κατά τήν σύλληωιν του Πρωτοσυγγέλου έφονεύθησαν έτι μέλη της συνοδίας τούτου καί δύο Χριστιανοί καί Οθωμανοί, ό Μπελούμπασης (Μοίραρχος), εκ δέ τών Κλεφτών ό Γιωργακλης Κολοκοτρώνης, άδελφός του Γιαννάκη Τασκούλια καί της συζύγου του Δημητρίου Πλαπούτα καί δύο άλλοι.

Μετά τόν θάνατον του Ίωάννου, ό υίός αύτού Θεόδωρος κατέστησε τόν Γεώργιον Κολιόπουλον άντί του Κόλια Πλαπούτα, μή δυνάμενος πλέον ν^ ύπηρετήση ένεκα της γεροντικής αύτού ήλικίας. Ό Ιωάννης Δεληγιάννης ύπηρξε καί έπίτροπος της Βεϊγιάν Σουλτάνας, άδελφης του Σουλτάνου Σερίφη, ώς τάς έπομένας έξ έπαρχίας της Πελοποννήσου, είς άς είχεν άποκλειστικήν ιδιοκτησίαν, τήν Τριφυλίαν, τήν Μεσσσηνίαν, τάς Καλάμας καί τήν Πυλίαν.

Καθ'ο έπίτροπος της Βεϊγιάν Σουλτάνας, ού μόνον τήν διεύθυνσιν τών Οικονομικών τών επαρχιών αύτός είχεν, άλλά καί όλας τάς πολιτικάς, διοικητικάς καί στρατιωτικάς άρχάς διέθετεν. Είς τάς έξ έπαρχίας αύτός ούδείς έδιόριζετο ή έπαύετο άνευ της προτάσεως καί συγκατανεύσεως του Ιωάννης Δεληγιάννη. Τοιαύτας έπαρχίας άνηκούσας είς τά μέλη της Οθωμανικης Αύτοκρατορικης οίκογενείας διηύθυνον άλλαχού οί Σατράπαι. Κατά τό έτος 1812 ό Σουλτάνος άπέσυρε τήν διεύθυνσιν τών έπαρχιών αύτών άφ'όλων τών έπιτρόπων καί κατέταξεν αύτούς μετάτών άλλων της Τουρκάις έπαρχιών.

Έκ τών άναριθμήτων ένεργειών καί έκδουλεύσεων του Ιωάννη Δεληγιάννη δίκαιον είναι ν άναφέρω καί τάς έπομένας, άς ή μνήμη τών γεροντοτέρων διετήρησεν. Πληροφορηθείς κατά τήν έναρξιν της ένεστωσεις έκαντοταετηριδος, ότι οί Λαλαίοι διενοούντο ν^ έπιτεθώσι κατά τών κατοικών του τμήματοςτης Άκοβας (Δημού Τροπαίων ) πρός κατάκτησιν καί ίδιοποίησιν τών χωριών τών Χριστιανών, διέταξε τούς Καπομπασιδες, έν οίς καί τόν Θεόδωρον Κολοκοτρώνηνκαί έδραμον μετά τών ύπ' αύτών Κάπον ίνα άντιτάξωσι τήν βίαν κατά της βίας πρός ύπεράσπισιν είς τόν Σατράπην περί της μελετομένης τών Λαλαίων έπιδρομης, πρός ούς πέμωας ούτος Μπουγιουρδή, λίαν άπηλητικόν, διέταξεν αύτούς ν^ παραιτηθώσιν.

Καθ' ον δέ χρόνον διετέλει έν Κωνσταντινουπόλει Βεκέλης, κατόρθωσε καί έξεδόθησαν δύο Χατσερίφια, δία του ένός άπηλλάγη ή έπαρχί^ Καρυταίνης του ν^ μετακομίζη τούς ύπαλλήλους πάσης τάξης είς τήν Γαστούνην, ώστε έν ώ ήτο ήναγκασμένοι ν^ διατηρή έβδομήκοντα ίππους πρός χρησιν της ύπηρεσίας ταύτης, μετέπειτα είχαν είκοσι

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

μόνον προς χρησιν του ταχυδρομείου, διά δέ του δευτέρου Σουλτανικού Διατάγματος, άπηγορεύθη είς τούς ύπαλλήλους οιοιδήποτε καί άν είσαν ν^ περιφέρονται είς τά χωρία Καρυταίνης καί έξοδεύποι τούς κατοίκους.

Ό Ιωάννης προέβλεπεν ότι ή Καρύταινα, ώς έκ της Γεωγραφικής της θέσεως καί διότι περιεκυκλούτο έκ τών ’Οθωμανών της Τριπόλεως του Λάλα καί του Φαναρίου, έμελλε ν^ διεξαγάγη το δυσκολώτερον μέρος του ιερού άγώνος καί άκράδαντον έχων πεποίθησιν τούτων, ήγωνίζετο παντί σθένει, όπως αί δυνάμεις της Καρύταινας διατηρώνται διηνεκώς άκμαίαι. Μετά την έν Πελοποννήσω έπάνοδον αύτού έδοκεν ένα δέκατον είς τον Προεστώτα του χωρίου Συέβρου Ίωάννην Δάραν καλούμενον καί οικοδόμησαν οί κάτοικοι έκκλησίαν έκεί καθ' ότι ούδεμι^ άλλη ύπηρχε νομίζον, ότι άποκρύφου οντος του χωρίου Συέβρου θα μείνη κεκαλυμμένη ή πράξις αύτή έν ώ ητο αύστηρώς απηγορευμένον, ού μόνον οίκοδομή έκκλησίας, άλλά καί ή έλαχίστη έξωτερική ή έσωτερική έπισκευή τών ύπαρχουσών.

Τήν άνέργεσιν της έκκλησίας ταύτης πληροφορηθέντες οί Οθωμανοί άνεφερθησαν μετ' άγανακτήσεως μανιώδους προς τον Σατράπην, όστις άμέσως έπεμωε Μπουμπασίρην, έχον τά διαταγήν αύστηράν ν^ μεταβή είς Καρύταιναν καί έκείθεν ν^ μεταβη μετά του Βοηβόντα καί Καδη είς το χωρίον Σιέβρου, ένθα άφού παρατηρήση καί έξετάση, ν^ σύρη τούς κατοίκους του χωρίου τούτου Σιδηροδεσμίους είς Τρίπολιν.

Ταύτά ειδοποιηθείς ό Δεληγιάννης είς Λαγκάδια μετέβη άυθορείως του Σιέβρου καί διέταξεν τούς κατοίκους ν άφαιρέσουν εύθύς τάς ίεράς είκόνας, το τέμπλον καί τά λοιπά καί άφού καταστήσωσι τήν έκκλησίαν ν^ μή φαίνεται ώς τοιαύτη, ν^ έναποθέσουν είς αύτήν γεννήματα τυρόν καί βούτυρον, όταν δέ άφιχθώσιν έκεί οί άπεσταλμένοι του Βεζύρη ν^ ομολογήσουν όλοι έκ συμφόνου ότι θέτωσιν έκεί τάς έαυτών ζωοτροφάς καί το δέκατον τών Σπααίδων.

Μετά τήν παραγγελίαν ταύτήν ό Ιωάννης έμεινεν είς Καρύταιναν ένθα έπισκευθείς τον Καδην, προδιέθεσεν αύτους ότι το προδοθέν κτήριον ώς έκκλησή είναι άποθήκη τών κατοίκων. Επομένως άφού ύπάγωσιν έκεί καί παρατηρήσωσιν το οίκοδόμημα ναμη καταδεωθωσι ν^ διατρανώσι τήν ύπόθεσιν αύτήν. Αμέσως δέ έκ Καρυταίνης μετέβη είς Τρίπολιν έν ή διά παντίων μέσω καί ούκ ολίγων χρημάτων κατώρθωσε ν^ κατευνάση τήν μανίαν του Βεζύρη καί τήν λύσσαν τών τε μεγιστάνων καί φανατικών Τούρκων, έκτος τών χρηματικών δώρων, άτινα προσέφερεν έν Καρυταίνη είς τούς άνω είρημένους ύπαλλήλους.

Ό Ιωάννης έδαπάνησεν καί προς έπισκευήν έθνικών δημοσίων έν Καρυταίνη όδών. Περιοδεύον έπί Όθωνος έν τή έπαρχί^ ταύτη μ'είπον οί άγογιάται «ό Πάππος σου έκαμεν τούς δρόμους αύτούς, άλλ' άπο τότε κανείς πλέον δέν έφρόντισεν!». Κατά τήν έποχήν όμως έκείνην έξαίρεσιν ό τότε Δήμαρχος Τριπολαίων Βασίλειος Ροϊλός, σπουδάσας είργάσθη προς έπισκευήν τών έν τώ Δήμω τούτο λίαν άνωμάλων όδών, άς έκ δισδιαβάτων είς διαβάτους κατέντησεν.

Απηνώς καταδιώκων ποτέ ό Σατράπης Τριπολίτην τινά Γρηγοράκην καλούμενον, ό Δεληγιάννης διέσωσεν αύτόν έκ τών ονύχων του Τυράνου καί διά νυκτός έπεμωεν είς τήν έν Λαγκάδοις οικίαν του, έν ή έφ' ού τόν διεφύλαγεν ύπέρ τούς πέντε μήνας, διηύθυνεν αύτόν μετέπειτα είς Κωνσταντινούπολιν.

Τό πρός καταδίωξιν καί έξολόθρευσιν τών έν Πελοποννήσω ληστών Φερμάνι καί τό Συνοδικόν του Πατριάρχου, άφίχθησαν είς Τρίπολιν οί Χριστιανοί μεγιστάνες, προέτρεωαν τόν Βεζύρην καί διέταξε τόν Κεχαγιάμπεην ν^ μεταβή μετά δύο χιλιάδων είς Καρύταιναν, καθ' ό φωλιάν ώς, έλεγον, τών Κλεφτών καί άπαιτήση παρά τών κατοίκων ν^ του παραδώσωσι τούς ληστάς ζώντας, ή τάς κεφαλάς αύτών, άλλες ν^ πασσαλώση, τούς ύπόπτους έκ τών προκρίτων καί τούς λησταποδόχους, τούς δέ λόπους κατοίκους ν^ τιμωρήση αύστηρώς. Ένόμισαν οτι έπετυχαν άρμοδιωτατην έυκαριαν ν^ λεγλατησωσι καί καταστρέωωσι τήν έπαρχίαν Καρυταίνης ήν ώς κάρφος τών οφθαλμών τών έθεώρουν. Ταύτα μαθών ό Ιωάννης έδραμεν άπνωστί είς Τρίπολιν, ένθα δία παντιων προσπαθειών καί μεγάλων ύποχρεώσεων κατώρθωσε ν^ προληφθή ή κατά τής Καρυταίνης έκστρατεί^.

Ό δέ Κεχαγιάμπεης διετάχθη ν^ ύπάγη είς τήν Μαουνίαν καί είς τά πέριξ χωρία αύτής ένθα περιεφέροντο κλέφτες καί ένεργήση οσα είχε διαταχθή έν τή επαρχία Καρυταίνης. Στρατοπεδεύσας ουτος έν τινί χορίω τής Μαουνίας, Σκάλαν καλούμενον εΐχεν μεθ' έαυτόν φορτία τινά πασσάλων έρυθρών, άπηνώς έφόνευσε καί έπασσάλωσε πολλούς λησταποδόχους τινας δέ πάντη άθφους καί άνηλαίως έλεηλάτησε τά πέριξ χωρία αύτής.

Έν ώ συμπλακέντον οί λησταί μετά έπτακοσίων περίπου άνδρών Λεονταριτού είς τήν γειτονίαν του Στρατοπέδου, υπερίσχυσαν οί κλέφτες. Τήν έξάληωιν τής ληστείας έν τή έπαρχί^ Καρυταίνης υποσχεθής ό Δεληγιάννης, παρήγγειλεν έντόνως του Βοηβόντα, του Μπελούμπαση καί τών Καπομπάοιδων, έξήλθον άμέσως έν τάχει πρός καταδίωξιν τών Κλεφτών, συγχρόνως δέ έκοινοποιήσαν είς τούς κατοίκους ν'άποδιώξωσι πάντοθεν τούς ληστάς έκ τής έπαρχίας Καρυταίνης, έάν καταφύγωσιν έκεί ν^ φροντίσωσιν ίνα μή άκουσθή ούδείς τών κλεφτών είς ούδέν μέρος αύτής, έάν θελήσωσι ν άποφύγωσι τήν διαρπαγήν τής περιουσίας τών, τήν καταστροφήν τών οίκιών καί τόν θάνατον.

Όμοθυμαδόν τότε οπλισθέντες οί Καρυτινοί συνέδραμον ολας δυνάμεσι τόν Βοηβόντα τόν Μπελούμπασην καί τούς Καπομπάσιδες. Οί οδυρμοί τών έν Σκάλα θυμάτων ήκούσθησαν άπανταχού. Αί φρικταί τών βασανιζομένων κραυγαί ηντήχουν άστραπηδόν καθ' ολήν τήν Πελοπόννησον. Οί δέ Κλέφτες, μή δυνάμενοι ν^ εύρώσι πλέον καταφύγιον είς τήν Μάνην, ή είς άλλην έπαρχίαν διηρέθησαν είς δύο, έξ ών τό έν άπόσπασμα κατεστράφη ολοσχερώς μετ' ολίγας ήμέρας, τό δέ έτερον συγκείμενον έκ δέκα έννεά (19) Κολοκοτροναίων, διαιρεθέν είς τέσσαρα άποσπάσματα, κατέφυγον είς διάφορα μέρη τής έπαρχίας Καρυταίνης, ίνα κρυφθώσιν άλλ' άνακαλυφθέντες κατεστράφησαν άπαντες σχεδόν, έκτός του Θεοδώρου καί του Αντωνίου.

Τόν τελευταίον συλλαβών ό Βοηβόντας μετά τής οίκογενείας αύτού καί άλλων συγγενών του Αντωνίου καί λησταποδόχων τινων, έστειλεν είς Τρίπολιν μετά τών

οικογενειών τών, ΐνα άπαγχονισθώσιν έν τή πρωτεύουσα μετ' άλλων, οΐτινες έστάλησαν έξ άλλων έπαρχιών. Αμ^ άπήγαγον τον Αντώνιον Κολοκοτρώνην είς Τρίπολιν, διέταξεν ό Σατράπης άμέσως ν'άπαγχονίσωσιν αύτόν, Αλλ' ό Ιωάννης Δεληγιάννης παρεκάλεσε θερμώς τον Βεζύρην ν^ τω χαρίση τήν ζωήν του Αντωνίου.

Συγκατατεθείς τότε έπεμωεν εύθύς Καβάζην τινα καί άφήρεσε τον Βρόχον άπο τον τράχηλον τούτου. Παρακαλέσας έπειτα ύπέρ τών άλλων τω έδόθη ή άδεί^ ν^ παραλάβη όλους άνδρας καί γυναίκας ώς καί τον Αντώνιον αύτον είς τής έαυτού κατοικίαν, έν ή έμειναν μέχρις ότου παρήλθεν ή όργή τών Τούρκων. Εκτος αύτών ό Ιωάννης διέσωσε καί όλους έκείνους ούς ό Κεχαγιάμπεης έπεμωε έκ τών κατοίκων τής Μάουνας καί τών πέριξ τής Τριπόλεως χωριών ώς ύπόπτους καί λησταποδόχους. Τάς δέ οίκογενείας τών άλλων Κοκοκοτρωναίων παρήγγειλεν ό Δεληγιάννης είς τούς Προεστώτας τής Δημητσάνης καί Στεμνίτσας ν^ έγκρύφωσιν έν ταίς μοναίς του Προδρόμου καί του Φιλοσόφου καί ν^ κυρήξωσιν ότι αύτοί έφυγον προ πολλού έκ τής έπαρχίας Καρυταίνης. Κάρα τήν έντολολην τουτην πράξαντες ουτοι διέσωσαν τας είρημένας οίκογενείας, ό δέ Θεόδωρος καταφυγών είς τον Γεώργιον Κολιόπουλον διεσώθη δία τών προσπαθειών τούτου άποβιβασθείς είς τήν Ζάκυνθον κατοικούντος έκεί μέχρι τής ένάρξεως του ιερού άγώνος.

Όρα διήγησιν συμβάντων τής Ελληνικής σελ 28 -28 έν αις ό Θεόδωρος Κολοκοτρώνης άφηγείται έκτενώς, άποσιοπών τάς άγαθοεργίας τών προυχόντων. Μνημονής...

Όταν δέ παμπληθείς του Βελή Πασσά Αλβανοί κατεπίεζον καί παντοιοτρόπως κατεξόδευον τήν Πελοπόννησον, μή δυνάμενος ν^ άναχαιτίση αύτούς έν ταίς άλλαις έπαρχίας έφρόντιζεν καί έμεναν καθ' όλοκληρίαν οί κάτοικι τής έπαρχίας Καρυταίνης άνενόχλητοι καί άπαλαγμένοι πάσης δαπάνης. Καί ού μόνον τής Καρυταίνης έπροστάτευεν όλους δυνάμει άλλά καί τούς κατοίκους τών άλλων έπαρχιών τής Πελοποννήσου μετά διακαεστάτου ζήλου υπερασπίζετο όσάκις ειδύνατο καί τάς μετξύ τούτων έριδας ώς φιλόστοργος πατήρ έξωμάλυνεν.

Μεταξύ άναριθμητων. Άλλων ούς ουτος καί οί υιοί τούτου συνεβίβασαν μνημονεύεν τούς έξής ύπέρ τούς είκόσι έκ τών Προκριτοτέρων τής τότε έπαρχίας άρκαδίας, νύν Τριφυλίας, προσελθέντες ποτέ παρ' αύτφ είς Λαγκάδια συνεβίβασεν καί ήνωσε δία του ίερού δεσμού ειλικρινούς άγάπης. Αί ίδιωτικαί,πολιτικαί άρχαί καί δοξασίαι του Ίωάννου έστηρίζοντο είς τά ρητά του εύαγγελίου. «Ταύτα έντέλλομαι ύμίν ΐνα άγαπάτε άλλήλους, εΐπεν ό Ίησούς, έν τούτω γνωσατε πάντες ότι έμοί μαθηταί έστε έάν άγάπην έχητε έν άλλήλοις».

Κάτοικοι δέ τινα χωρίου Λειβάρτοι τών Καλαβρύτων Χρυσανθάκην καλούμενον, αδυσωπήτως καταδιωκόμενον παρά τών ’Οθωμανών, ό Δεληγιάννης διέσωσε καί ύπέρ τά δύο έτη έν τοίς έν Λαγκαδίοις μεγάροις αυτού διεφύλαξεν. Τήν έαυτού προστασίαν έξέτεινεν ό Ίωάννης καί ύπέρ τών Τούρκων. Συλλαβών πότε ό Βελή-Πασσάς Οθωμανον τινα έκ Άργους, Κετεονόξογλου όνομαζόμενον, άπήγαγεν είς τήν φυλακήν καί άπήτει παρ'αυτόύ τριάντα

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

χιλάδας γρόσια Τσερεμέ καί πέντε χιλιάδας Μπουμπασεριέ και σκοπόν είχε ν^ πνίξη αύτον μετέπειτα.

Τόν Κιτεονόξογλου τούτον ήλευθέρωσεν ό Δεληγιάννης έκ της ειρκτής διά πολλών παρακλήσεων καί διατηρήσας αύτόν έν τή έν Τριπόλη κατοικίαν του ύπέρ τάς τεσσαράκοντα ήμέρας κατόρθωσεν έν τω μεταξύ τούτω ν'άπαλλάξη αύτόν ού μόνον τών τριάκοντα χιλιάδων γροσίων. Όταν ό Βελή -Πασσάς έκίνησε πόλεμον κατά του Αλή Φαρμάκη, τά δέκατα τούτου σταλέντα στρατεύματα κατέστρεωαν άγρούς, ποίμνια καί τά πάντα, όθεν διέβησαν καί τά εν τω Δήμω Έλευσίνος πέριξ του Μοναστηρακίου χωρία έκεινδύνευσαν ν^ έρημωθώσιν. Ό Ιωάννης κατέβαλε πάσαν προσπάθειαν καί δεν διέβη ούτε εις τών στραριωτών έξ όλης τής έπαρχίας Καρυταίνης τής νύν έξ ένδεκα Δήμων συνισταμένης, τότε δέ καί έκ του Δήμου Φαλλάνθον καί έκ των χωρίων Νεμούτα, Δάρδιζα, Δούκα, Ασπρασπίτια κλπ συγκιμένης.

Μετά την έν Ναυπλίω άφιξιν του Όθωνος ό Μητροπολίτης Κορίνθου Κύριλλος, Πρόεδρος τής ιεράς Συνόδου, μ'εΐπε πολλάκις μετά πικρίας ότι «Μεταβάς πότε πρίν χειροτονηθή Αρχιμανδρίτης είς τήνΚοντοβάζαιναν όπως άρχίση έκείθεν ν^ ποιή άγιασμούς, ό έμός πάππος τω παρήγγειλε «ν^ φύγη εύθύς άπό τή έπαρχίαν Καρυταίνης, έπειδή οι κάτοικοι αύτής ειναι πτωχοί». Προφύλαττεν αύτούς ώς εϊρηται ΐνα έχωσιν άκμαίας τάς εαυτών δυνάμεις κατά τόν ιερόν άγώνα, καθότι Πενί^ άνδρα ταπεινά».

Έν ώ δέ καθ' όλην τήν Πελοπόννησον ύπήρχον Αγιάννιδες ’Οθωμανοί είς τήν Καρύταιναν ό Δεληγιάννης δεν έδεχθη άνέκαθεν τοιούτους. Μετά δέ τόν θάνατον τούτου ούτε ό υιός αύτού Θεόδωρος εί καί πολλάκις οι Βεζύραι, καί οι Μεδιστάνες προσεπάθησαν ν^ καταπεινόσωσιν αύτούς, ν^ συγκαταταχθώσιν ΐνα διορισθώσι Τούρκοι Αγιάννιδες. Τό γεγονός τούτο μετέφερον έκ τής συντόμου έκθέσεως του θείου μου Κωνσταντίνου, άγνοώ δέ τινα θεσιν κατήχον οι Αγιάνιδες ουτοι.

Θα διαφέρη ϊσως αύτών Μωρογιαννών, όσον ή του Κεχαγιάμπεη άπό του Κεχαγιά, έπιστάτου χωρίου τινος. Κατά τήν έποχήν καθ' ήν έγεννήθη ό έμός πατήρ έλυμαίνοντο τάς έπαρχίας τής Πελοποννήσου διαβόητος Αρχιληστής Αναστάσιος Κάβουρας καλούμενος, ούτος έγνωστοποίησε πρός τόν Ίωάννην Δεληγιάννην, ότι εΐναι διατεθειμένος ν^ προσέλθη, έάν συγκατετεθή τό ν^ βαπτίση ( ό Κάβουρας ) τό νεογεννηθέντα όπως άπαλλάξη τούς κατοίκους τών δεινών τής ληστείας, ό Ιωάννης παρεδέχθη τήν άλλόκοτον πρότασιν ταύτήν ό δέ Λήσταρχος ς ώνόμασε τό βρέφος Αναστάσιον.

Κατοικήσας δέ έκτοτε είς θέσιν τινα μεταξύ Κοντοβάζαινης καί Μοναστηρακίου, Μποκοβίναν καλουμένην ό Αναστάσιος Κάβουρας διήλθεν ειρινικώς τόν υπόλοιπον βίον αύτού. Οι κάτοικοι δέ τής Μποκοβίνας ταύτης ονομάζοντο καί μέχρι του νύν Καβουραίοι. Ώσπερ συγκατετέθη ό Ιωάννης Δεληγιάννης καί έβάπτισεν ό Αντώνιος Κάβουρας τό δεύτερον υιόν αυτού, ούτωπί έσυγκατένευσε καί έγινεν ό νεώτερος υιός του Νικόλαος έπισήμως δι'Αρχιερέως άδελφοποιτός μετά του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη.

Όταν περί το τέλος του έτους 1806 έπαπειλείτο νφ έκραγή πόλεμος μεταξύ Τωσσίας καί Τουρκίας, οί έν Πελοποννήσω ’Οθωμανοί έχοντες προ οφθαλμών τήν κατά το 1769 έπανάστασιν τών Χριστιανών καί τήν προ δύο έτών καταστροφήν τών ληστών άνεφέρθησαν είς τον Σουλτάνον παρακαλούντες νφ πέμωη στρατόν έκ δέκα χιλιάδων προς ασφάλισιν αύτών πρίν προφθάση ή Τωσσία νφ ύποκινήση τούς Χριστιανούς είς έπανάστασιν, καθώς κατά το 1769 καί χυθή αύθις αίμα Οθωμανικόν.

Τούτου ένεκα διετάχθη ό Αλή -Πασσάς καί έπεμωεν τον υίον του Βελή - Πασσάν μετά οκτώ είς έγγιστα χιλιάδων Αλβανών καί άφιχθείς έν Πελοποννήσω έισήλθεν τήν 7 Μαρτίου 1807 είς Τρίπολιν. Φρίκη καί άπελπισία κατέλαβε τότε άπαντας, ίδίως δέ τούς Τούρκους, καθότι, ένώ ήλπιζον ούτοι νφ είναι ύπέρ αύτών ό Βέλη - Πασσάς, προύλαβον οί προύχοντες δία παντίων μέσων καί μεγάλων υποσχέσεων καί έφειλείωσαν προς το μέρος του τον θείον τούτου Μουρταζάμπασην, τον Παππόμπεην καί τον Καλόμπεην, οικίους, συμβούλους καί φίλους του Βέλη Πασσά, μετ' ολίγον δέ καί αύτον τον ίδιον, υποσχεθέντες ότι εάν ταπεινώση τήν όφρυν τών έντοπίων Οθωμανών καί δεν άναμιχθή είς τά κατά τών Χριστιανών πάθη τών, θα ένεργήσωσιν έν Κωνσταντινουπόλει δία τών Βεκίληδων νφ προαχθή Ούτζτσουκλής-Βεζύρης καί νφ τω δοθή ή ήγεμονία (Μανοούπι) τής Πελοποννήσου».

Περί ών ένεργήσαντες δραστηρίως κατόρθωσαν νφ πραγματοποιηθώσιν όλα έντος δύο μηνών. Έκ τής είλικρινείας αύτών πεισθής ό Βελή - Πασσάς έθεσεν είς ένεργείν τών κατά τών Πελοποννησίων Οθωμανών δυσμένειαν αύτού καί άναφανδον καταφέρετο κατ'ά τούτων. Καί οί μέν Χριστιανοί έχαιρον διά τών Προυχόντων πάσαν έλευθερίαν καί εύρίσκον πληρεστάτην Δικαιοσύνην, οί δέ Τουρκοι άπεβλέποντο περιφρονουντο καί κατεδιώκοντο παντοιοτρόπως παρ'αυτού. Καί ώς τηλικαύτην κατήντησαν άπελπισίαν, ώστε αύθόρμητα προσήλθον έπί τέλους είς τούς Προύχοντας παρακαλούντες αύτούς νφ φιλιωθώσι καί συνδεασθώσιν μετ' αύτών, όπως άπαλλαχθώσιν έκ τού έπαπηλούντας Τούρκους καί Χριστιανικού δεσποτισμού του Τυράννου τής Ηπείρου.

Έν τφ μεταξύ τούτω ύποπτευθέντες οί δύοι γηραιτώτεροι τών Προυχόντων, Δεληγιάννης καί Λόντος, μήπως οί Μεγιστάνες Οθωμανοί καταφύγωσι διάτινος μέσου είς τήν προστασίαν του Αλή Πασσά, καί ούτος συστήσας αύτούς είς τον υίον του καί άναλάβωσι τήν προτέραν ισχύν, ήν είχον έπί τών προκατόχων του Βελή Πασσά Βεζυράδων, έπεμωεν ό μέν πρώτος τον υίον αύτού Θεόδωρον, ό δέ δεύτερος τον έπ' άδελφή γαμβρον του Κωνσταντίνον, προς τον Αλή Πασσά μετά σπουδαίων δώρων, ίνα έυαχαριστήσωσιν αύτον δία τήν άποστολήν του τοιούτου είς τήν Πελοπόννησον καί νφ τω διαβεβαιώσωσιν έκ μέρους όλων τών Πελοποννησίων Χριστιανών, ότι είναι πιστοί είς τον ήγεμόνα τών καί ύπέρ ευχαριστημένοι διά τήν δικαιοσύνην καί πατρικήν Κυβέρνησιν αύτού, ότι έάν τυχον παραπονεθώσιν οί έντόπιοι Τούρκοι νφ μή δώση προσοχή είς τάς άδίκους κατηγορίας τών, έπειδή προσέρχονται διότι δεν τούς είναι πλέον συγκεχωρημένοι νφ καταπιέζωσι τούς Χριστιανούς ύπηκόους καί άδικώσιν αύτούς καθώς ήσαν συνειθισμένοι.

Όθεν άμφότεροι είς τά Ιωάννινα καί παρουσιαθέντες άμφότεροι άνεφεραν προσηκόντως τά άνωτέρω. Ό Αλή Πασσάς ύπεδέχθη αύτούς εύμενώς, τούς έξέφρασε τήν εύαρέσκεια του οτι οί προύχοντες σενέδραμον τον υιόν αύτού καί τον ύπηρετούν με πίστιν καί άφοσίωσιν, αί οτι ν^ μή έχωσι έλαχίτην ύποωίαν, οτι ό Βελ[-Πασσάς θα υερασπισθή τούς Τούρκους καθ"δτι γνωρίζει, οτι κατάίέζουσι τούς Χριστιανούς.

Τούς άπεσταλένους έκράτησεν είς τά Ιωάννινα τέσσαρας ήμέρας, καθ"άς μεγάλας τοίς προσήνεγκεν φιλοξενίας καί παντοίοις οί μεγιστάνες διασκεδάσεως. Ταύτα πάντα πληροφορηθέντες οί έν Πελοποννήσω Μπέηδες καί Αγάδες έπολλαπλασίασαν τάς πρός τούς Χριστιανούς Πρό'τχοντας παρακλήσεις τών. Ούτοι δέ συσκεφθέντες χρόνου πολήν καί τόν έπεκείμενον κίνδυνον ν^ περιπέση ή Πελοπόννησος είς τήν έξουσίαν του Τυράννου τής Ηπείρου διορώντες, ήρώτησαν έπί τέλους κατά τιαν έν έν παραβύστω συνέντευξιν τών σπουδαιοτέρων καί είλικρινεστέρων Μπέηδων καί Αγάδων ν^ τοίς έξηγηθώσιν ούτοι, τινι τρόπω καί δία τίνων μέσων έθεώρουν, δτι καθίσταντο δυνατόν ν^ διασσωθώσιν έκ τών ονύχων του άλήΠασσά; Έκαστος έλεγε τότε τήν έυατού γκώμην, άλλ'οί άλλοι έποίουν άντιρρήσεις έξ ών προέκυπτον μεγάλα προσκόμματα. Αρκετός παρήλθεν χρόνος χωρίς ν^ τολμήση ούδείς ν^ έξηγηθή είλικρινώς καί τούτου ένεκα κατήντησαν είς άμηχανίαν.

Τελευταίον έν μι^ τών μυστικών συναδιαλέξεων τούτου, Ό Ιωάννης Δεληγιάννης τούς εΐπεν άφ' ού προηγουμένως συνεννοήθη μετά τών Χριστιανών συναδέλφων αύτού. «Έπειδήέξηντλήσαμεν δλας τάς σκέωεις καί τά σχέδια ήμών καί ούδένα τρόπον εύρομεν κατάλληλον, ΐνα δυνηθώμεν ν'άπαλλάξωμεν αύτήν τήν πατρίδα μας έκ του έπαπειλουμένου κινδύνου, ό δέ Σουλτάνος έλαβε πολλήν ύπόληωιν είς τόν Βελή Πασσάν, καί δσα μέσα καί άν μεταχειρισθώμεν εΐνε άδύνατον ν^ διασώσωμεν αύτόν. Καί έπειδή προβλέπω δτι ή Πελοπόννησος θα ένωθή με τήν Σατραπείαν του Αλή Πασσά, προτείνω ν^ ζητήσωμεν τήν προστασίαν του Νοπολέοντος. Οί Γάλλοι προσείπε, δεν εΐνε όμογενείς ούτε όμόθρησκοι μετ' ούδενός έξ ήμών εΐνε Φράγγοι. Άλλης θρησκείας, δέ μέγας άρχηγός του έθνους τούτου ό Βοναπάρτης, δσους τόπους καί δσα κράτη ύπέταξε έδωκεν είς τούς κατοίκους πάσαν έλευθερίαν καί κυβερνούνται μόνοι τών, χωρίςν ν'αναμιχθή είς τάς ίδιοκτησίας αύτών, ή είς τά θρησκευτικά τών, οιασδήποτε θρησκείαςκαί άν έΐνε., ’Εάν ή γνώμη μου άυτύ παραδεχθή φρονώ, έπρόσθεσεν, δτι πρέπει ν^ σχηματίσωμεν εύθύς έταιρίαν ν^ θέσωμεν τούς όρους ν^ όρκισθώμεν μεταξύ μας καί ν^ έμβωμεν άμέσως είς ένέργειν, ΐνα άποπερατώσωμεν συντομώτερον τήν ύπόθεσιν τούτην».

Μετά σιωπήν τινά ό Μουσταφάμπεης εΐπεν :

«Αφ'ού κατηντήσαμεν είς τοιαύτην άπελπισίαν καί άπεφασίσαμεν ν^ άλλάξωμεν ζυγόν, δεν εΐνε άραγε συμορώτερον ν^ προσκαλέσωμεν τούς Ρώσσους ; οϊνες εΐνε καί όμόθρησκοί σας, πρός τούς όποίους θα έχετε βεβαίως ίσχύν διά ν^ υπερασπίζησθε καί τά ήμέτερα δικαιώματα».

«Δι'αύτό τούτο, άπήντησε ό Δεληγιάννης, τό όμόθρησκον, δέν θέλω ούτε έγώ τούς Έώσσους, ούτε οί συνάδελφοί μας, ώς φρονώ, ίνα μή υποθέσητε ή ένδόξους σάς καί οί λοιπόι 133

Τούρκοι, οτι θέλομεν τούς Μοσκόβους δία ν^ έκδικηθώσιν οί Χριστιανοί τούς Τούρκους, δ'οσα κατέπαθον δέκα έτη άπο τούς Αλβανούς ένεκα της επαναστάσεως του 1769, τήν οποίαν έκίνησεν ή 'Ρωσσία διά του ίδικού της σκοπούς καί κατέστρεωε τήν πατρίδα μας. Άν δέ τυχον παραδεχθητε ολοι, Τούρκοι καί Χριστιανοί ν^ προσκαλέσωμεν τούς Ρώσσους, έγώ είμαι σύμφωνος. Έάν.όμως άποφασίσητε ν^ προσκαλέσωμεν τούς Φρατζέσκους τότε είμαι καί έγώ συντροφός σας».

Τήν είΛικρινεστάτην του Ιωάννη γνώμην έπιφημίσαντες οί ’Οθωμανοί Μεγιστάνες παρεδέχθησαν αύτήν όμοφώνως, καί «Πατέρα της Πατρίδος Τούρκων τε καί Χριστιανών» ώνόμασαν αύτόν. Όρκισθέντες δέ αύθημερόν, οί μέν είς το Εύαγγέλιον,ο ι δέ είς το Κοράνιον, συνέταξαν δι'όρκων φρίκην έμποιούντων! Συμφωνικόν διελάμβανον :

«Ότι είς το μέλλον ώφειλον ν^ θεωρώνται, ώς άδελφοί, ν^ ύπάρχη ίσότης μεταξύ Χριστιανών καί Οθωμανών, α συμμετέχωσιν άμοιβαίως κατά δύο οί Χριστιανοί καί έν μέρος οί Τούρκοι είς τήν Διοίκησιν του τόπου καί είς ολους τούς κλάδους της υπηρεσίας. Καίτινας άλλας φρονίμους συνφωνίας έποίνοαν».

Το έγγαφον αύτο ένεχείρησαν ώς ίεράν παρακαταθήκην είς τον Ίωάννην Δεληγιάννη.

Αποφάσισαν λοιπον ν^ έπικαλεσθώσι τήν προστασίαν τού Ναπολέοντος δι'όποίου μέσου ήθελον θεωρήση καταλληλοτέρου καί ζητήδσι ν^ τούς πέμωη δέκα πέντε χιλιάδες Γάλλους, μεθ"μεθ' ολων τών άναγκαίων. Τόσους δηλον οτι. Όσοι άπεβιβάσαν είς τι Πεταλίδι κατά το έσπέρας του άγώνος ύπο τον Στρατάρχην Μαιζώνα έπί της βασιλείας του Αειμνήστου Καρόλου δεκάτου, οΐτινες ήνάγκασαν τον Ιμβρήμ ν^ εγκαταλείωη τήν Πελοπόννησον καί έξ ή έπτά πολεμικά.

Νή. κινηθώσιν άπαξάπαντες Οθωμανοί τε καί Χριστιανοί, ΐνα καταλάβωσιν ολα τά φρούρια, ν'άποδιώξωσι τον Βελη Πασσά, νή πολεμήσωσι καί όσους έκ τών Τούρκων άντισταθώσι. Καί αφ'ού έξουσιάσωσι τήν Πελοπόννησον καί τάς παρακειμένας νήσους Ύδραν, Σπέτσαν τες νή φροντίσωσι μετέπειτα νή προσβάλωσι καί οσα μέρη της Στερεάς δυνηθώσι.

Αρχηγοί της Συνομοσίας ταύτης είσαν έκ μέν τών Οθωμανών ο Μουσταφάμπεης, ο Απτάγας, Ό Δεφτέρ, ό Νακήθ - Έφέντης και ό Μαχμούτ - Εφέντης, έκ δέ τών Χριστιανών ό Ίωάννης Δεληγιάννης καί ο υίος του Θεόδωρος, ο Σωτηρις Λόντος, ο Ασημάκης Ζαήμης, ο Αναγνώστης Παπαντώνης, ό Διερμηνεύς Θεοδόσιος, ό Κοπανίτας, ό Σωτήριος Χαραλάμπους, ό Νικόλαος Μπερούκας καί ό Πρωτοσύγγελος έκ Γαργαλιάνων, οί προκριτότεροι, Παπαλέξης ό Αναγνώστης Δεληγιάννης καί ό Μελέτης έκ Σπάρτης ύπηρχον τότε Βεκίληδες έν Κωνσταντινουπόλει.

Έκαστος έκ τών άνω είρημένων έλαβεν έντολήν νή κατηχήση τούς συγγενείς, φίλους καί σχετικούς αύτού καί μετά τοσαύτης σπουδής ένήργησαν, ώστε έντος ολίγου κατηχήθησαν ό Αγιαχτούλαζ - Μπέης, ό Ιμβραήμ - άγάς, ό Συτολτσόλαγας καί ό Φρούραρχος του Ναυπλίου, ό Μουσάγας, ό Ρουμπης καί ό Καραμέρος έν Βαρδούνια.

Ό Ισα - Πασσάς έν Κορίνθω, ό Φρούραρχος της Μεθώνης, ό Φρούραρχος Νεοκάστρου (Πύλου), ό Μεχμέταγας έν Τριφυλία, ό Αλή -Φαρμάκης, ό Γιακούπαγας, ό Ταχήραγας καί ό Χασάν - Φηδάς είς του Λάλα, καί ό Σαήταγας είς τας Πάτρας. Ούτοι ήσαν έκ τών προκριτοτέρων έν Πελοποννήσω Τούρκων. Δεν περιέλαβον τήν οικογένειαν του έν Κορίνθω Νουρήμπεη, πατρος του Κιαμήλμπεη ούτε τήν οικογένειαν των Αρναουτογλέων καί τήν του Σεϊχνετοίπη, έπειδή δεν εΐχον είς αύτούς έμπιστοσύνην.

Έκ δέ τών Χριστιανών πολλοί ολίγοι κατηχήθησαν, κάθ'οτι όταν έβεβαιοίτο οτι έγινε δεκτή ή προς τον Ναπολέοντα αϊτησις δεν εΐχον δυσκολίαν οί προύχοντες νφ κινήσωσι ολους είς τά οπλα έν βραχεί διαστήματι. Συνενοήθηκαν δέ μετά του Αναγνώστου Παπατσώνη καί τού Αρχιερέως Μονεμβασίας καί έβαλον είς τήν έταιρίαν τον Πέτρον Μαυρομιχάλην, όνομαζόμενον τότε Καπετάν Πετρούνη, τον Πανγιώτην Μούρτσινον καί τον Γεώργιον Καπετανάκην είς τούς μάλλον ίσχύοντας είς τήν Μάνην.

Κατά τά έτη 1806 ωε 1807 εΐχεν οίκοδομήση ό Αλή Φαρκάκης, ίσχυρον τινα Πύργον έν τφ ίδιοκτήτω χωρίω αυτού Μοναστηράκι, εν τφ Δήμω Έλευσίνος τής Καρυταίνης δία τής συγκαταθέσεως καί προτροπής τού Ιωάννη Δεληγιάννη καί τού υίού του Θεοδώρου, ϊνα έχωσι το οχύρωμα αύτο φόβητρον τών Βεζυράδων καί καταφύγιον τών καταδιωκομένων. Ή οίκογένεια τών Δεληγιαναίων εΐχε προ πολλών έτών συνδεδεμένην φιλίαν στενήν μετά του Αλή Φαρμάκη καί τού Χασάν Φειδά Λαλαίων, υπερασπίζοντο άμοιβαίως καί προσέφερον έκαστος τήν δέουσαν συνδρομήν προς τούς άλλους.

Ό Αλή Φαρμάκης εΐχε νούν έξοχον, ήτο συνετός, σταθερός καί πιστος είς τήν φιλίαν αύτού, γενναίος, τολμηρος καί πλούσιος. Τήν δυσαρέσκειαν τών Πελοποννησίων ’Οθωμανών βλέπων ό Βελή Πασσάς καί αύτον πρό πάντων καί τον Μουσάγαν Βαρδινιώτην ύποπτευόμενος καθ' ο μεγαλοωύχους καί ίσχυρούς καί θέλων νά έχη τούτους είς διαρκή περιορισμόν, προσεκάλεσε άμφοτέρους κατά τάς άρχάς τού έτους 1808 είς Τρίπολιν. Τήν πρόσκλησιν ταύτην λαβών ό Αλή Φαρμάκης μετέβη αύθημερον έν καιρφ νυκτος είς τούς Δεληγιάννας, ΐνα συσκευθώσιν έάν συνέφερε νά προσέλθη, ουτοι δέ γνωρίζοντας τά διανοήματα του Βεζύρη, τφ εΐπον νά προσπαθήση διά παντοίων δικαιολογημένων προφάσεων, να άναβάλη τήν έκείσε μετάβασιν αύτού, διότι ό Βελή Πασσάς έχει σκοπον νφ στείλη αύτον καί τον Μουσάγαν είς τά Ιωάννινα είς τον πατέρα του Αλή Πασσά, διά νά μήν τους έχη πρόσκομμα, καί τότε άπηλλαγμένος έκ των δύο ίσχυρών τούτων, μένει κύριος τής Πελοποννήσου, έπί τέλους νά δείξη άντίστασιν καί νά οχυρωθή είς τον Πύργον αύτού διά τά μέλλοντα της έταιρίας σκοπόν.

Παρεδέχθη τί γνώμη τών Δεληγιαννών καί διά νυκτός πάλιν άπήλθεν καί έφοδίασε τον είρημένον Πύργον μέ τροφάς καί πολεμοφόδια κλπ. Οί δέ Δεληγιάνναι τφ έπεμωαν έτι διαλειμμάτων έν καιρώ νυκτός ύπέρ τα δέκα πέντε φορτία καπνού, ταμβάκου, καφφέ, ζακχάρεως, ρωμιού, καί παντοία άλλα ϊδη, άτινα ό Αλή - Φαρμάκης δέν εΐχεν ή δέν ήδύνατο νά προμηθευτή.

Ό Βελη - Πασσάς διέταξεν έκ δευτέρου αύτόν νά ύπάγει είς την Τρίπολιν. Μετέπειτα καί έκ τρίτου μετ'άπειΛών. Ουτος δέ τφ άπήντησεν έπί τέλους, ότι δέν ήδύνατο νά μεταβη έκεί, έπειδή έπληροφορήθη, ότι έπαπειΛείται ή ζωή αύτού. Έκηρύχθη Λοιπόν άποστάτης. Συναθροίσας τότε όλους τους οπαδούς του έγραωε καί πρός τον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην είς την Ζάκυνθον, νά λάβη μεθ"ϊαν καί όπου ημπορέσει, καί νά ύπάγη πρός βοήθειαν του.

Αλλ'ουτος, μή δυνάμενος νά συλλέξη περισσοτέρα διά τε το κατεπείγον καί διότι δέν έπετρέπετο παρά της Γαλλικής έξουσίας νά έξέρχωνται είς την Πελοπόννησον οπλοφόροι συσσωματομένοι, έλαβε μεθ'έαυτού δέκα έπτά μόνον έν οίς τον Νικήταν Σταματελόπουλον καί τον Νικόλαον Πετμεζάν, μικράκια τότε όντα άμφότεροι, καί άπηλθε κρυφίως.

Αφιχθείς δέ είς το Μανοστηράκι, καθ'ην στιγμήν έφθασαν έκεί τα στρατεύματα του Βελη Πασσά, εισηλθε νύκτα είς τον Πύργον του Αλη Φαρμάκη χωρίς νά τον παρατηρήση τίς. Ό Βελη Πασσάς διώρισε τον Πασιόμπεην ώς Στρατάρχην, έστειλε δέ καί τον θείον αύτού Μούρταναμπεσιν τον Καλιόμπεην, τόν Μπεκήρτζογαδώρον καί άλλους έκ τών υπ'αύτών έπισήμων οπλαρχηγών μεθ'έπτά χιλιάδων Αλβανών καί άλλους τινάς προσέτι έκ των Πελοποννησίων ’Οθωμανών καί κατά το έάρ του1808 ηρχισεν ή πολιορκία.

Ο Αλή-Φαρμάκης.

Ό δέ Αλη Φαρμάκης20 οχυρώθη μεθ' έκατόν ώς έγγιστα έπιλέκτων μαχητών καί των (17) δέκα έπτά ύπό τον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην. Πέντε ήμέρας πρό τού άποκλεισμού του

έπεμωε διά νυκτός πρός τον Δεληγιάννην τα πολιτιμότερα έκ της κινητής περιουσίας αύτοΰ, συνιστάμενα είς ένδύματα λαμπρά, μηλωτάς βαρυτίμους, παντοία χρυσά καί άργυρά σκεύη, παντοδαπά κοσμήματα, μαργαρίτας, λίθους πολύτιμους καί άλλα ΐδη μεγάλης άξίας, άνευ καταγραφής η σημειώσεως τινός. Τους έγργαφε δέ «Λάβετε φίλοι μου το πράγμα μου νά το φυλάξητε ώς ιδικόν σας, καί άν χαθώ έγώ νά ζήσητε σείς νά το χαρήτε καί νά μή το πάρουν οί έχθροί. ’Εάν έπιζήση ό υιός μου νά τφ δώσητε το ήμισυ η όσον θέλετε».

Ταυτοχρόνως τοίς έστειλε καί δύο ίππους άραβικής καταγωγής έκ των έκλεκτοτέρων. Τούτους παρέδωκαν οί Δεληγιάνναι είς τον Γεώργιον Κολιόπουλον, πρός ον ειχον πολλήν έμπιστοσύνην, ένεκα της έκ φύσεως άκραδάντου καί άκραιφνοΰς είλικρινείας αύτοΰ, ΐνα διαφυλάξη. Ουτος δέ κατασκευάσας καλύβιον έντός δάσους, διετήρει αύτούς δι' έξόδων των Δεληγιαννών. Άπαντα τ'ανωτέρω πράγματα, οί ίπποι τφ έπεστράφησαν όπόταν μετά δύο έτη έπανήλθεν έκ Ζακύνθου ήμιθανής είς του Λάλα.

Άμα ήρχισεν ή πολιορκία διέταξεν ό Βελή Πασσάς καί μετεκόμησαν έκ των φρουρίων διά τοΰ Άλφροΰ τηλεβόλα τινά, άτινα πολλοί των Χριστιανών ήναγκάσθησαν νά άναβιβάσωσιν είς το Μοναστηράκι. Διά των τηλεβόλων τούτων Ό Πασιόμπεης έπυροβόλει τον Πύργον του Άλή Φαρμάκη, άλλά μη δυνάμενος νά βλάωη αύτόν διέταξεν καί ύπέσκαωαν ύπόνομον, ΐνα διά αύτοΰ άνατρέωη τον Πύργον. Ό δέ Άλή Φαρμάκης άνορύξας χαράδραν πρό του όχυρώματος έματαίωσε την ένέργειαν της πυρίτιδος. Μετά δύο μηνών πόλεμον οί πολιορκηταί έθεσαν πΰρ είς την ύπόνομον, άλλά δέν έβλαωε τον Πύργον, έπειδή έξεθύμανεν ή έκρηξις ένεκα της χαράδρας η όρθότερον διότι ή έργασία της ύπονόμου δέν είχεν προχωρήσηδεόντως ένεκα τοΰ λίαν πετρώδους έδάφους.

Αλή Φαρμάκης να πάει στην Τρίπολη να προσκυνήσει τον Βελή αφού πρώτα εξασφάλισε την ασφαλή μετάβαση του Κολοκοτρώνη στη Ζάκυνθο.

Ο Αλή Φαρμάκης με την πρόφαση ότι θα έφερνε τον Κολοκοτρώνη κατέφυγε και αυτός στη Ζάκυνθο. Τότε ο Φαρμάκης και ο Κολοκοτρώνης συνεννοήθηκαν να ιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος υπό την υποστήριξη του Ναπολέοντα με ισοπολιτεία χριστιανών και μουσουλμάνων, με την αιτιολογία της συμπεριφοράς του Βελή πασά. Την υπόσχεση αυτή έδωσε ο στρατηγός Δονζελότ διοικητής της Επτανήσου. Τα σχέδια αυτά ματαιώθηκαν, όταν το 1809 η Ζάκυνθος καταλήφθηκε από τους Άγγλους. Ο Φαρμάκης και ο Κολοκοτρώνης συμμετείχαν στην κατάληωη της Λευκάδας από τους Άγγλους.

Ο Κολοκοτρώνης περιγράφει το τέλος του Αλή Φαρμάκη από ασθένεια ως εξής:

« Ό Αλή Φαρμάκης είχε 40 χρόνους, μαυρουδερος καί κίτρινος καί δι’ αύτο τον έλεγαν φαρμάκη, κοντότερος μου, λιανός, πολλά φρόνιμος, πιστός, σιωπηλός, θυμώδης. Άπέθανε είς τοΰ Λάλα, άρρώστησε στήν Ζάκυνθο άπο λυσεντερία. Οί συγγενείς του έκαμαν νά τοΰ δοθεί ή άδεια τοΰ Άλή Φαρμάκη διά νά έλθει είς τοΰ Λάλα. Οί Άγγλοι έστειλαν ένα ίατρον καί άφοΰ είδαν ότι άποθνήσκει, τότε τοΰ έδωσαν τήν άδεια νά έβγει έξω είς τον Μορέα, διότι οί Άγγλοι, οντες φίλοι μέ τον Άλή πασά, δέν ήθελαν νά δώσουν τήν άδεια νά ύπάγει είς τον Μορέα, διά νά μή δυσαρεστήσουν τον Άλή πασά. Άφοΰ έμαθα ότι άπέθανε, έβγήκα είς τον Μορέα καί έπήγα είς τοΰ Λάλα διά νά παρηγορήσω τήν φαμιλιάν του.

Έκ της αποτυχίας ταύτης καί διότι έφονεύθησαν έπίκεινα των τριακοσίων Αλβανών καί εκατόν ώς έγγιτε εντοπίων,οι δέ στρατιώται άπηύδησαν πολεμουντες, άπελθέντες ο τε στρατάρχης καί οί προρρηθέντες οπλαρχηγοί έσυμφώνησαν «Νά δώσωσι έκ των αξιωματικών του στρατοου, ίνα συνοδεύομενοι τον Κολοκοτρώνην καί τους συντρόφους του μέχρις της παραλίας καί οταν έπιστρέωωσιν καί φέρωσιν έπιστολήν του Κολοκοτρώνη, οτι άπεβιβάσθη διά την Ζάκυνθον, νά παραδωθη ο Αλη Φαρμάκης καί τώ δοθη άμνηστεία.

Ό Πασιόμπεης καί οί λοιποί έν τώ στρατοπέδω ’Οθωμανοί μεγιστάνες άνεφέρθησαν είς τον Βεζύρην, παρακαλουντες αύτόν νά έγκρίνη τα συμπεφονηθέντα καί δώση άμνηστείαν. Συγχρόνως δέ έγραωαν καί πρός τον Ίωάννην Δεληγιάννην καί Σωτήριον Λόντον, είς τους μόνους ους ο Βελη Πασσάς ηκουε καί υπολείπτετο, ίνα μεσολαβήσωσι διά την παραδοχήν της συνθήκης, οίτινες διά πολλών παρακλήσεων καί προσπαθειών κατόρθωσαν νά έπικυρωθη ή συνθήκη καί δοθη άμνειστία.

Παρά του Νικολάου Πετμεζά ηκουσα νά διηγείται, έπί Όθωνος, έν τή αιθούση του Κανέλλου, οτι άμα ίκανοποιήθη είς τον Αλη Φαρμάκη, οτι ο Βελη Πασσάς συγκατετέθη ώς συμφωνηθέντα, διέταξε καί κατεκερμάτησαν διά των Γιαταγανίων τους χρυσοϋφάντους τάπητας, καί κατέθραυσαν ολα τα έν τφ Πύργω έκλεκτά σκεύη, ίνα μή λαφυραγογήσωσιν αύτά οί Αλβανοί.

Αφου παρεδόθη ο Αλη Φαρμάκης ηγαγεν αύτόν είς την Τρίπολιν, ένθα παρουσιασθείς είς τον Βεζύρην έζήτησε συγγνώμην. Τουτον περατοθέντος ο Δεληγιάννης παρεκάλεσε τον Βέλη Πασσάν νά τφ δώση την άδειαν νά λάβη τον Αλη Φαρμάκην είς την κατοικίαν του, οπερ καί ένέκρινεν. Έν αύτή δέ διαμείνας δέκα ήμέρας έζήτησε διά της μεσιτίας του Δελιγιάννη την συγκατάθεσιν του Βεζύρη καί μετέβη είς το έν Λάλα μέγαρον αύτου.

Μεταμεληθείς ουτος μετ'όλίγας ήμέρας (κατά παραγγελίαν πιθανώς του πατρός του Αλη Πασσά) άπέστειλεν τον Μπεκήραγαν Τζογαδώρον μεθ'έκατόν ιππέων νά τον φονεύση. Ταυτα προειδοποιηθείς ο Δεληγιάννης παράτινος φίλου του έπεμωεν αύθωρεί πιστόν τινά ύπηρέτην είς Λαγκάδια καί είπεν πρός τους έκεί υίούς αύτου νά παραγγείλωσιν εύθύς είς τον Αλη Φαρμάκην ν'αναχωρήση παραυτίκα καί μεταβη είς την Ζάκυνθον.

Ουτοι δέ έστειλαν άμέσως άλλον πιστόν ύπηρέτην είς το Λάλα, οστις άφιχθείς περί το μεσονύκτιον έγνωστοποίησε τ'άνωτέρω καί παραχρημα έπέστρεωεν. Ό δέ Αλη Φαρμάκης, προσποιηθείς την πρωϊαν οτι έξέρχεται πρός άγγραν άπηλθε μετά είκοσι σωματοφυλάκων, καί άφιχθείς είς την Αγουλινίτσαν ένθα ύπηρχε πλοιάριον είς τον Αλφειόν άναμένον αυτόν, άπηλθεν έν τφ άμα καί άπεβιβάσθη είς Ζάκυνθον.

Την αύτήν ήμέραν έφθασεν καί ο Μπεκηρτζογαδώρος μετά της συνοδίας αύτου είς Λαγκάδια. Οί έκεί Δεληγιάνναι υπεδέσθησαν αύτόν φιλόφρονες καί έν τοίς έαυτών μεγάροις έφολοξένησαν, έπί σκοπώ νά χρονοτριβήση ουτος δέ ίνα εύχαριστήση αύτούς καθ'εύνοουμένους του Βεζύρη έμεινεν έκείνην την νύκτα καί άνεχώρησε την πρωϊαν, αλΛ'ό Αλη Φαρμάκης ήτο τότε είς την Ζάκυνθον. Έπειδή ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έδειξε ακραιφνή ειλικρίνειαν καί απεριόριστον αφοσίωσιν κατά την δίμηνον έν τή πολιορκεία διάρκειαν ό αλη Φαρμάκης ένεπιστεύθη κατά την έν Ζακύνθω διαμονήν καί κατήχησεν αύτόν είς τα μυστήρια της άνω ρηθείσης έταιρίας, καί τφ έκοινοποίησε τάς συμφωνίας, άς εΐχον οί Προύχοντες μετά τών Μεγιστάνων ’Οθωμανών.

Περί της κατηχήσεως ταύτης είδοποιήθησαν οί έν Πελοποννήσω συνέταιροι παρά του Αλη Φαρμάκη. Ούτος ανήγγειλεν είς αύτούς, ότι διά του άρμοστού της Πελοποννήσου, ήδύναντο νά ζητησωσι την προστασίαν του Ναπολέοντος. Αύτοί δέ συνεννοηθέντες μετά τού Πέτρου Μαυρομιχάλη απεφάσισαν νά μεταβη ούτος είς τους Κορφούς μετά του Αλη Φαρμάκη πέμωαντες συγρόνως άυτώ καί αναφοράν πρός τον Ναπολέοντα ύπογεγραμμένην παρ' όλων. Μεταβάς λοιπόν ό Πέτρος Μαυρομιχάλης είς την έπτάνησον έπαρουσιάσθησαν αμφότεροι είς τον τότε άρμοστήν Αύτοκράτορα Ναπολέοντος Δόν Τζιλότ καλούμενον, πρός ό ένεχείρησαν την αναφοράν καί έδήλωσαν την έπιθυμίαν τών έν Πελοποννήσω έγκριτοτέρων Χριστιανών καί Οθωμανών ίνα ζητήσωσιν ύπό το σκηπτρον του αύτοκράτορος των Γάλλων καί την έντολήν, ήν εΐχον νά ζητήσωσι νά πεμφθώσιν στρατεύματα, πολεμικά πλοία, πολεμοφόδια καί λοιπά αναγκαία.

Ό Δόν Τζελότ παρεδέχθη τάς αιτήσεις των προθύμως καί συνάμα τοίς εΐπε, ότι ό Αλη φαρμάκης ώφειλε νά μεταβη μετά τού Θ. Κολοκοτρώνη είς την Αλβανίαν καί προσπαθώσιν νά προετιμάσωσιν έως δέκα χιλιάδες Σουλιώτας, Λακώτας καί άλλους, καί είς προσδιορισμένον χρόνον θέλει τους είδοποιήση ν' αποβιβασθώσιν αύτούς είς Ζάκυνθον διά νά εΐνε έτοιμοι καί ότι αύτός θά πέμωη την αναφοράν πρός τον Αύτοκράτορα, καί θά συστήση την ύπόθεσιν ταύτην όπου ήδύνατο κάλλιον. Καί ότι άν ό Ναπολέων δεχθη τάς αίτήσεις των, θέλει είδοποιήση αύτούς αμέσως.

Πρός δέ τον Πέτρον Μαυρομιχάλην έδωκε πολεμοφόδια καί έπέστρεωεν είς Μάνην, ίνα προετοιμάση τους Μανιάτας. Ταύτα πάντα ένηγγέλθησαν έκ Κερκύρας πρός τους Δελιγιάνας καί ούτοι έκοινοποίησαν αύτά είς όλους τους εταίρους δια ανά ένεργήσουν τα δέοντα, καί προετοιμάσουν τα έν τφ ορίζοντι αύτού. Ό δέ Αλη Φαρμάκης μεταβάς μετά τού Θ. Κολοκοτρώνη είς την Ήπειρον ητοίμσαν διά πολλών κόπων καί κινδύνων, ένεκα της τρομεράς του Αλη Πασσά έξουσίας, χιλίους ώς έγγιστα ένόπλους, ύποσχεθέντες είς αύτούς έκτός τών μισθών καί λάφυρα έκ τών Αλβανών του Βελη Πασσά. Μετά δύο δέ περίπου μήνας έπιστρέωαντες είς Ζάκυνθον είδοποιήθησαν παρά τού Δόν Τζελότ, ότι ό Αύτοκράτωρ έδέχθη εύμενώς τάς αίτήσεις τών Πελοποννησίων, ότι αμφότεροι έμελλον νά διαμένωσιν έκεί καί ότι μετά τέσσαρας έβδομάδας αφικνούνται τά τε πλοία καί τα άρματα.

Αλλ'έν τφ μεταξύ αφίχθη δυστυχώς έκεί κατά τον Ιούνιον του 1809 ό Αγγλικός στρατός, κατέκτησε την Ζάκυνθον καί τινάς άλλας νήσους καί ούτωσίν έματαιώθησαν όλαι αί έλπίδες των Πελοποννησίων. Μετά την αποτυχίαν ταύτην ασθενήσας ό Αλη Φαρμάκης τφ έπηλθεν έκτοτε, έπί έπτά περίπου μήνας διαρκώς διάρροια καί ύπηρχον ύπόνοιαι ότι ό Αλη Πασσάς έστειλεν ίατρόν τινά (θερινόν καλούμενον ) καί έδηλητηρίασε αύτόν.

Τον θάνατον του Αλή Φαρμάκη διορών ό αδελφός αύτοΰ Γιακούπαγας μετέβη είς Τρίπολιν, καί διά της μεσιτίας του Δεληγιάννη καί του Λόντου τφ έδόθη ή άδεια νά μετακομίση είς Λάλα. Καθότι ν' άποθάνη ό αδελφός αύτοΰ είς Ζάκυνθον, καί ένταφιασθή είς φραγγικά χώματα! Μετεκόμισαν λοπόν αύτόν κλινήρην είς την πρωτεύουσαν της Ήλιδος καί έκείθεν διά κρεββάτου είς το Λάλα, ένθα έτελεύτησε κατά τον Μάϊον τουΰ έτους 1810.

Έμαθον οί Δεληγιάνναι την έκεί άφιξην αύτοΰ, τφ έπεμωον, ώς προελέχθη τα έαυτοΰ πράγματα καί τους ίππους. Έκπλαγείς ό Αλή Φαρμάκης διά την άπροσδόκητον άποστολήν αύτών, ήρώτησε ποίοςτοίς έγραωεν νά τα στείλωσιν ; Ούδείς τφ άπεκρίθησαν οί περί αύτόν. Αναγνώσας τότε την έπιστολήν τών Δεληγιανών έποίσθη οτι άυθορμήτως τα έπεμωεν. Έπιθεωρήσας μετέπειτα τα έν τοίς κιβωτίοις, είπεν πρός τον έαυτοΰ Γραμματέα «Σπήλιον Κετιέν), καλούμενον έκ Βερβίτσας : «Παρετήρησα πολλά πράγματά μου πολύτιμα τά όποία, έάν δέν έβλεπον τώρα, ητο άδύνατον νά τα ένθυμηθώ. Χώρισε, τφ έπρόσθεσε, τα δείνα καί τα δείνα πράγματα διά νά τα στείλω είς τους φίλους μου νά μέ ένθυμοΰνται». Ό Σπήλιος Κετιές τφ παρετήρησεν. Ότι δέν ητο εύπρεπές νά πέμωη δώρα είς τοιοΰτους φίλους, καί οτι είνε άδύνατον νά δεχθοΰν αύτά. Ούτο προσείπε την ύγείαν σου μόνον έπιθυμοΰν καί τίποτε άλλο.

Αναστενάξας ό Αλή Φαρμάκης έκ βάθους καρδίας, έδάκρυσεν. Έμβλέωας δέ πρόςτά άνω είπεν Ά θεέμου! Αφ'οΰ άπεφάσισες νά μέ άνακαλέσης άπό τον μάταιον κόσμον τοΰτον δέν μέ άφίνεις νά ζείσω ολίγον χρόνον άκόμη διά νά κάμω το χρέος μου είς τους φίλους μου αύτούς». Μετά παρέλευσιν ολίγων ήμερών ό Αλή Φαρμάκης δέν υπήρχεν έν τφ κόσμω τούτω. Μετέστη έκεί ένθα αί γεναίαι ωυχαί τώνεξόχων άνδρών κατοικοΰσιν.

Όταν ποτέ μετέβην ό Κανέλλος είς το Λάλα ό Αλή Φαρμάκης ύπεδέχθη αύτόν πανωφιλοφρόνως καί λίαν πολυτελώς. Ή Τράπεζα ητις περετίθετο συνίστατο έξ άργύρου στερεοΰ, τα δέ έπ' αύτής χρυσοκόλλητα, ολα τα λοιπά σκεύη ή δοχεία ήσαν άργυρά. Τα ύφάσματα καί οί τάπητες χρυσούφαντοι. Τά δέ άκρα των σινδονίων προσκεφάλων χειρομάκτρων καί λοιπών ήσαν χρυσοκέντητα καί άφθόνως διά μαργαριταρίων κεκοσμημένα. Έν τή αιθούση έν ή έκοιμάτο ό Κανέλλος έκαιον ένθεν καί ένθεν μέχρι της πρωϊας δύο έκ κηροΰ λευκοΰ λαμπάδες έπί άργυρών στηριζόμενα μαναλίων, καίάλληλοδιαδόχως ίστατο καθ''ολην την διάρκειαν της νυκτός,μία τωνΑιθιοπίδων ϊνασκεπάζη τον Κανέλλον, όσάκις έκ τών κινήμάτων αύτοΰ παρεσύροντο τα χρυσοϋφαντα έπί της κλίνης καλύμματα.

Αί έπιφανείς των Λαλαίων ούτων γενεαί ε+χον συγγένειαν μετά τής άυτολρατορικής του Όθωμανοΰ οίκογενείας. Έπειδή κατά την έποχήν έκείνην έξεράγη πόλεμος μεταξύ Ρωσσίας καί Τουρκίας, διετάχθη ό Βελή Πασσάς νά έκστρατεύση είς την Σόφιαν, έκεί άπολέσας είς δύο έν Ρουσκιούτσι καί Λοφιοσσία μάχας το πλείστον μέρος τοΰ στρατοΰ του έπέστρεωεν είς την Πελοπόννησον τον Μάρτιον του έτους 1812.

Κατά την έν Σόφια διαμονήν του έδηλητηρίασε καί άλλον έχθρόν του τον Μουσάγαν Βαρδουνιώτην. Ουτος καί ό Αλή Φαρμάκης ήσαν συνετοί, πλούσιοι καί έκφύσεως άμφότεροι 140

εύγενών αισθημάτων. Όπόταν ό έν Αγία Ελένη αιχμάλωτος έμαθε την έπανάστασιν των Ελλήνων άνέκραξε «Έγώ διηνοούμην νά καταλάβω την Πελοπόννησον καί την Σατραπείαν του Αλη Πασσά καί έξ αύτών νά συστήσω νέο κράτος είς τον θρόνον του όποιου νά θέσω τον προγονόν μου Ευγένιον. Είς δέ την Ιταλίαν νά ένθρονίσω τον βασιλιά της Ρώμης, η τον δευτερότοκον υιόν μου, ον εΐχον έλπίδας ν άποκτίση. Τούτου ένεκα άφιλοφρόνως προσωρινώς τον τύραννον Αλη Πασσάν.

Πρός τόν σκοπόν αύτόν προσειπεν ειχον έναποταμιεύση είς τουςΚορφούς απαντα τ άπαιτούμενα διά στρατόν έκ τριάκοντα καί πέντε χιλιάδων.

Έκ τών σελίδων 32 -39 της διηγήσεως τών συμβάντων της Έλληνινικής φυλης μεταφέρω ένταΰθα τα έπόμενα είς τα 1808.

Την ανοιξιν ό Βελη Πασσάς έφοβέριζεν τον Αλη Φαρμάκην η τον Πύργον νά του δώση η ό ίδιος νά ύπάγη το παιδί του ένέχυρον νά δόση έρεθύζετο ό Βελη Πασσάς άπό τον Δεληγιάννην. Ό Δεληγιάννης μή θέλων νά ύπάρχη ό Αλη Φαρμάκης έλεγεν είς τον Βελη Πασσάν οτι πρέπει νά κρεμασθη ό Πύργος διά νά του κρεμίση την δύναμιν. Καί του Αλη φαρμάκη μή πηγαίνης διότι ό Βελη Πασσάς. έχει σκοπόν νά σέ σκοτώση. Ό Αλη Φαρμάκης ήτοιμάζετο λοπόν ν άντιπαραταχθη μέ τον Βελη Πασσάν.

Ό Πάππος του Αλη Φαρμάκη καί ό Πάππος ό ίδικός μου ησαν καί άδελφοπητοί. Έσκοτώθηκεν ό Πάππος μου, άπέθανεν καί ό Παππούλης του Αλη Φαρμάκη καί έμεινε ή φιλία ή ίδια είς τον πατέρα μου καί είς τον πατέρα του Αλη Φαρμάκη. Ώς φίλοι πατρικοί έλάβομεν καί ήμείς άνταπόκρισιν, δέν τον εΐχον ίδη προσωπικώς. Έπιστηριζόμενος λοιπόν είς την.........

«£!->

ujM <5*

Ο .

Άλη Πασσας

Ή Φιλική Εταιρία ένεργήσασα έν Μολδοβλαχία καί Κωνσταντινούπολη καί λοιπών μέρεσιν έν οΐς έβίουν Έλληνες, εΐχον, έστραμμένον την έυατης προσοχήν καί προς τον φιλοδοξότατον Αλη Πασσάν, οστις, όνειρευόμενος την ανεξαρτησίαν της Ηπείρου καί κατακτήσεις ξένης χώρας ουδόλως έδυσκολεύετο εις υποσχέσεις πρός τους έχοντας ανάγκην της συνδρομής του. Οί τήν φιλικήν έταιρίαν άποτελούντες, γνωρίζοντας τόν χαρακτήρα καί τήν φιλοδοξίαν του Αλη Πασσά καί τάς περί της Ελλάδος σκέωεις του, άς έξεδήλωσε μετά τόν διορισμόν του υίού του Βελη Πασσά ώς ήγεμόνος ( Μόρε Βαλάση της Πελοποννήσου) , έσπευσεν νφ κρατύνωσι τάς ιδέας του μετά τό έπεισόδιον, τό γενόμενον μεταξύ αύτού καί του άνεωιού του Ισαμήλ Πασσόβεη.

Κατά τό 1808 , έπί Σουλτάνου Μαχμούτ του Β' διωρίσθη Πασσάς τών φρουρίων καί μετ' ου πολύ ήγεμών της Πελοποννήσου ό Βελη Πασσάς παρ' ώ έδρεύοντε έν Τριπόλη (ύπασπιστής ) Ό Πασσόβεης. Ό Βελη Πασσάς άφ' ένός μέν περιποιείτο τούς Έλληνες, άφ' έτέρου δέ έπίεζεν αύτούς διά τών όργάνων του ΐνα ουτω συνιστεί μέν έαυτόν πρός τόν Σουλτάνον ώς πιστόν, εύχαριστή δέ καί τά όργανα αύτού πλουτούντα δία τούτου του τρόπου.

Αλλ' οί πιεζόμενοι Έλληνες μή άνεχόμενοι τάς σκληράς πιέσεις, άνηνέχθησαν πρός τήν Πύλην, ήτις μή έπιθυμούσα νφ ένισχύση τόν Αλη Πασσά άπεδέξατο τά παράπονα τών Ελλήνων, ύπέρ ών καί έτεροι φίλοι του Σουλτάνου εΐχον άναφέρει, καί μετέθηκε τόν Βελη Πασσάν εις Τρίκαλα, άντί αύτού διώρυσσεν τόν Ιτζέτ Αχμέτ Πασσάν μένοντα τότε έν Ναυπλίω. Ό Αλη Πασσάς μαθών τήν εις Τρίκαλα μετάθεσιν τού υίού του, έστενοχωρήθη, διότι ή μετάθεσις αυτή συνετέλεσε εις ματαιώσιν τών σχεδιών του, περί ών εΐχεν έξηγηθή πρός τόν Ναπολέοντα ή τόν Αρμόδιον της Αγγλίας Μέϊτλαν καί πρός τινες τών Ελλήνων, καί έγραωε πρός τόν υίόν έυατού ΐνα μή άπέλθη εις Τρίκαλα άλλά παραμείνη περιποιούμενους τούς Έλληνας, καί οτι θά δυνηθή διά τών έν Κωνσταντινουπόλει φιλών του νφ άνακαλέση τήν μετάθεσιν αυτήν.

Αλλ' ό Βελη Πασσάς, άνακοινώσας τήν έπιστολήν έκείνην τω Ισμαήλ Πασσά Βέη, παρεπείσθη οπως μή λάβη ταύτήν ύπ' όωιν, διότι θά ύποστή καταδίωξιν άνευ ώφελείας. Διό καί άνεχώρησεν εις τήν νέαν θέσιν του μετά του Ισαμήλ Βέη ό ΑληΠασσάς έπνεε μένεα άποδούς αύτφ τήν παρακοήν του υίού του Ό Πασσό Βέης, μαθών τήν άγανάκτησιν του θείου του καί έπιθύμων νφ έπιτύχη της διχονοίας του Αλη Πασσά πρός τόν υίόν του, ένήργησε παρά τοίς έν Κωνσταντινουπόλει έχθρούς του Αλη Πασσά τήν έκ Τρικάλων εις Λάρισαν μετάθεσιν του Βελη Πασσά, άνήκουσαν τότε εις τήν ήγεμονίαν του Αλη Πασσά.

Τήν έπαύτην πρός αύτήν δυσμένειαν της Πύλης άποδίδων ό Αλη Πασσάς εις άντενεργίας τω Πασσόβεη καί μή άνεχόμενος έπί πλέον αύτήν, άπέστειλεν στρατιώτας τινας εις τήν έν Λάριση αυλήν του υίού του ΐνα φονεύση τόν Ισμαήλ, οϊτινες άποτυχόντες τω φόνω, έτράπησαν εις φυγήν. Μετά τούτο ό Ισμαήλ Βέης κατέφυγεν εις τήν έν Καρύστω οικίαν του Ομέρ Βέη. Αλφ καί έπί άισθανομνεος οτι άδυνατεί νφ άποφύγη τήν μηνιν του θείου του, κατέφυγεν εις Κωνσταντινούπολιν, έν ή μετά μεγάλας προσπαθείας έτυχε της γνωριμίας του παρά τω Σουλτάνω ισχυρού καί εχθρού του Αλή Πασσά Καλετ Έφέντη, ού τή ενεργείς διωρίσθη μεθ' ού πολύ Καπουτσίμπασης. Ό Αλή Πασσάς μαθών τήν παρά τω σουλτάνω εύνοιαν του Ισαμήλ Βέη, ετι μαλλόν εξεμάνη καί άπέστειλεν είς Κωνσταντινούπολιν τρεις Αλβανούς, όπως φονεύσωσι τόν Ισμαήλ. Οί Αλβανοί ουτοι, πορευθέντες είς Κωνσταντινούπολιν επυροβόλησαν κατ' αυτού, άποτυχόντες δέ τω φόνω, συνελήφθησαν ύπό τών οργάνων τής εξουσίας αύτόθι, ή κατά τινα εϊδησιν εν Ανδριανουπόλει τινες αύτών, πιεσθέντες καί όμολογησάντων τήν επί τή πράξη ταύτη ενοχήν του Αλή Πασσά, πιστευσάντων είς τήν βεβαιώσιν τών οργάνων του Σουλτάνου, οτι μετά τή ομολιγίαν του ηθικού αύτουργού τής πράξεως θά άφεθώσιν ελεύθεροι.

Αλλά μετά τήν εξομολόγησιν οί εγκληματίαι άπεκεφαλίσθησαν. Ό δέ Σουλτάνος βαρέως φερών τούτο καί θεωρών τήν ύπαρξην του Αλή Πασσά ώς μέγιστον κώλυμα τής προόδου τω σχεδιών του, εκάλεσεν είς Κωνσταντινούποίν τόν Αλή Πασσάν, ΐνα δήθεν ζητήσωσι παρ' αύτφ πληροφορίας τινας. Αλλ' ό Αλή Πασσάς διατελώ εν γνώσει του άποτελέσματος τής τοιαύτης προσκλήσεως, ήρνήθη ν^ μεταβή είς Κωνσταντινούπολιν.

Μετ' ολίγον δέ, επιθύμων ν^ εξιλεωθή, ύπέβαλεν πρός τόν Σουλτάνον πληροφορίας περί τεκταινομένης συνομοσίας τών Ελλήνων κατά τής Τουρκίας, οστις εκλαβών τάς τοιαύτας πληροφορίας ώς άποβλεπούσας είς τήν εξιλέωσιν αύτού, ού μόνον ήπίστησεν άλλά καί κατά τόν Μάϊον του 1820 μετά τήν εκδοσιν του Ηάττε Σερίφ, κυρήσουν τόν Αλή ενοχον εσχάτης προδοσίας καί άντάρτην, άν εντός τεσσαρράκοντα ήμερών άπό τής κοινοποιήσεως δεν προσέλθη ενώπιον Πύλης, διώρισε τόν Ισμαήλ Βέη ήγεμόνα τών Ίωαννίνων άντ' αύτού καί άνέθετο τω Ισαμήλ τήν κατά του Αλή Πασσά άρχηγίαν του σουλτανικού στρατού.

Ό Αλή Πασσάς μαθών τήν άποκήρυξιν του ώς άντάρτου καί τόν διορισμόν του Ισμαήλ ώς ήγεμόνος τών Ίωαννίνων, εξεμάνη καί επιθύμων ν^ εμβάλη είς περισπασμόν τόν Σουλτάνον καί ν^ εξειναγκάση αύτόν οπως ού μόνον χορηγηθή άμνηστία, άλλά καί επιζητηθή ή συνδρομή του, προέτρεπε τούς Έλληνες ΐνα επισπεύσωσι τήν κατά του Σουλτάνου επανάστασιν, άλλωστε καί γινώσκουν τήν ενέργειαν τών Ελλήνων κατ' αύτφ.

Συνηντήθη μετά τών προυχόντων Σουλιωτών εν Πρέβεζα πρός ους ύπισχνεΐτο οτι, εάν υωώσωσι σημαίαν επαναστάσεως, επιήσετε πολλάς άμοιβάς χρηματικάς καί πολιτικάς. Αλλ' οί Έλληνες Ηπειρώται, ύπείκοντες είς συμβουλάς τινων εκεί εύρισκομένων φιλικών, προέτεινον τω Αλή άναβλητικάς ενστάσεις. Ό Αλήούδόλως εκανε ν^ περιποιηταί καί τόν Αρμοστήν τής Έπτανήσου Θωμά Μεϊτλάν, επαγγελόμενος αύτφ οτι θά ύωώση τήν Αγγλικήν σημαίαν εν Ήπείρω, ώς εξέλθη νικητής, φροντίζων καί περί του διορισμού του Αλεξάνδρου Κουμουνδουράκη καί Καλκαντή, ώς Μπάς Καπεταναίων της Δυτικής καί Ανατολικής Μάνης διά τών εν Κωνσταντινουπόλει ίσχυρών φίλων του Έλμάζ Μέτσου καί Κασσάμ Πασσά.

Τότε δέ εΐχον μεταβή είς Κωνσταντινούπολιν ό Κουμουνδουράκης καί Καλκανδής τή ενεργείς του Μέϊτλαν, συστήσαντος αύτούς πρός τόν Πρεσβευτήν τής Αγγλίας επί τω σκοπφ τούτω. Καθ' α δέ προείρηται τότε εμενεν εν Κωνσταντινουπόλει καί ό Γρηγόριος Φλέσσας, καί ενεθάρρυνεν αύτούς περί πραγματοποιήσεως του σκοπού τών. Προκειμένου δέ ν^ διορισθώσιν ύπό του Καπετάν Πασσά τοιοϋτοι, ό μέν Αλέξανδρος Κουμουνδουράκης της δυτικής Μάνης, ό δέ Καλκανδής της Ανατολικής, αίφνης ό ύποστηρίζων τόν Μαυρομιχάλην Καπετάν Βέης παρέστησε τους υποωηφίους ώς όργανα τής Αγγλίας. Διό καί ό Καπετάν Πασσάς διατάξας τήν σύλληωιν του Κουμουνδουράκη, ώς άξαπατώντα τήν Τουρκικήν άξουσίαν (σελ 113 -8).

Ό Κουμουνδουράκης καί Καλκανδης, έπιθυμοΰντες ν^ γίνωσι πιστευτοί παρά τω Καπετάν Πασσά δι επιστολών τών άνετοίναν πρός τάς έν Σπάρτη Τουρκικάς άρχάς τήν ενοχήν του Π. Μαυρομιχάλη είς τήν εταιρίαν έργαζομένη περί τής έπαναστάσεως τών Ελλήνων κατά τής Τουρκίας. Ό Μέϊτλαν ενεργεί ουτω πεπεισθεις ότι άπιελουντος τόν Αλή Πασσά πρός τόν Σουλτάνον καί διοριμένων του Κουμουνδουράκη καί Καλκανδη Μπάς Καπεταναίους τής Μάνης, ήδύνατο έυεερώς ν^ ελκύση τήν Αγγλικήν Πολιτήν του Αλή Πασσά είς αύτούς.

Αλλ' ό Αλή Πασσάς πονηρότερος του Μέϊτλαν ύπέσχετο αύτφ και τοίς Έλλησι καί τω Ναπολέοντι πρότερον πρός μόνην τήν έπίτευξιν του σχεδίου του άποβλέπων. Καί ό μέν Μέϊτλαν καί Αλής απέτυχον του σκοπού τών, τών Ελλήνων μόνον έπωφεληθέντων ώς έκ τής διαγωγής ταύτής πρός τήν Πύλην του Αλή Πασσά. Καί όμως αί καταγγελίαι του Αλή Πασσά μετά τών του Ιμβραήμ Πασσά καί του Ζακυνθίου Διόγου, προδώσαντος τόν Απόστολον Αλεξάκην Βλαχόπουλον, έπήγαγεν ύποωί^ τή Τουρκική δυναστείω ήτις άνακαλέσασα δι αύτό τήν διαδοχήν του Βελή Πασσά Ιτζέλ Αχμέτ Πασσάν τω 1820, διώρισεν άντ' αύτού τόν Χουρσίτ Πασσάν.

Ό Ιτζέλ Πασσάς κατά τό 1812 άπεκεφάλισε τόν προεστώτα Σωτήριον Λόντον, υιό του Ιωάννου Δεληγιάννη, ότε εύρίσκετο είς σχέσεις πρός τόν Αλή Πασσάν. Τω δέ 1813 άπεκεφαλίσθη καί ό Ιωάννης Δεληγιάννης ύπό του αύτού Πασσά, πληροφορηθέντος ότι αί κατά Λόντου ήσαν συκοφαντίας. Ό Χουρσίτ Πασσάς πορευόμενος ύφ' άμάξης, συρομένη ύπό έξ λευκών ίππων μικρού δεϊν συνετρίβη μεταξύ Παρθενίου καί Στενού, τήν άνατροπήν τής άμάξης έκλαβών κακόν οίωνόν ό Χουρσίτ, τών ίππών μή προβαινόντων μετά τήν άνατροπήν, έπορεύθη πεζός είς Τρίπολιν.

Οί Έλληνες μαθώντες τόν διορισμόν αύτού, έγένοντο περίφοβοι, ύποπτευόμενοι τόν φιλότουρκον Σταμάτην Υωβίναν έκ Κωνσταντινουπόλεως όρμώμενον, διερμηνέα του Χουρσίτ Πασσά, ώς δυνάμενον καί έκ του άξιώματος του καί του θρησκεύματος καί τής Ελληνικής καταγωγής ν' άποκαλύωη τάς ένεργείας τής φιλικής εταιρίας. Αλλ' ό Χουρσίτ Πασσάς είς Τρίπολιν άφικόμενος καί έπιληφθείς έν ταχεί άνακρίσεων καί μή δυνηθείς ν' άνακαλύωη τι, άνέφερε πρός τήν Πύλην ότι αί κατά τών Ελλήνων υπόνοιαι ούδεμίαν ύπόστασιν εχουσιν, άλλ' ότι έπινόημα πονηρών άνθρώπων, έπιζητούντων παρά τή Πύλη οφέλη δια καταπτυσοτυ διαγωγης.

Έν τούτοις ό Ισμαήλ Βέης, ό διορισθείς Πασσάς τών Ίωαννίνων άρχιστράτηγος άπάντων τών κατά του Αλή Πασσά Σουλτανικών στρατευμάτων κατά συμβουλήν του Σουλτάνου μετά τών ισχυρών άντιστασιαστών στρατευμάτων του Αλή Πασσά, ένεζήτησε τήν συνδρομήν των εν Ήπείρω Ελλήνων υποσχόμενος αύτοΐς τήν παραχώρησιν τηςΚιάφας η λοιπώνχωρίων η φρουρίων, άνοικόντων αύτοΐς πρότερον. Καί εν ώ δι υποσεχέσεων τοιούτων έφήλευσε τήν συμμαχίαν των Ελλήνων, αίφνης διέταττε αύτήν ν^ καταλαμβάνωσιν τήν επικίνδυνον θέσιν πρό των Σουλτανικων στρατευμάτων, διεξαγόντες ουτω ολον τόν άγωνα κατά των στρατευμάτων του Αλη Πασσά.

Τόν δόλιον σκοπόν τούτον έννοήσαντες οί. Έλληνες καί ύπό των Φιλικών προτραπέντες άπεχώρησαν του Τουρκικού στρατού. Ή των Ελλήνων άποχώρησις καί ό φθόνος των άλλων Πασσάδων τη ταχείς προαγωγή του Πασσόβεη άνεκάλεσαν τήν άποτυχίαν αύτων. Έν τούτοις ό Πασσόβεης έπήρχετο καί μετά του Αλη Πασσά προηγουμένου Μπεχλιβάν Μπαμπά Πασσά, άρχηγού των κατά τήν Βουλγαρίαν στρατευμάτων.

Τά στρατεύματα ταύτά, χωρούντα εις Ήπειρον, διέπραττον παντός εΐδούς καταχρήσεις κατ' άθφων καί συντρεχόντων μάλιστα τά Σουλτανικά στρατεύματα Ελλήνων. Τήν τοιαύτην των Ελλήνων άναστροφήν πληροφορηθείς ό Μπαμπά Πασσά ς άνεκοίνωσεν επιστολιμαίως ταύτήν πρός τόν Σουλτάνον, οστις άμέσως διέταξε τήν κατάπαυσιν των κατά των Ελλήνων πιέσεων, εύχαριστήσας άμ^ τόν Πατριάρχην έπί τούτοις. Ό Μπαπμά Πασσάς, πορευθείς διά Θεσσαλίας, Φωκίδος καί Βοιωτίας τη 7η Αύγούστου 1820 κατεσκήνωσεν έξω των Ίωαννίνων καί έπολιόρκησε στενως τόν Αλη Πασσά, οτε δηλητηριάζετε ό Μπαμπά Πασσάς ύπό του Χασάν Πασσά καί Ιωσήφ Πασσά έπί φθόνω.

Ό τοιούτος θάνατος του Μπαμπά Πασσά καί ή άνικανώτης του Ισμαήλ Πασσά, ούδέ κατορθώσαντος άπό του Αύγούστου του 1820 μέχρι του Ίανουαρίου του 1821, δαίως έλύπησαν τόν Σουλτάνον Μαχμούτ, οστις άντέταξεν αύτόν διά του Χουρσίτ Πασσά, πρώην μεγάλου Βεζύρη, μόλις πρό τριων μηνων εις Τρίπολιν άφωσιωμένω, έπί τω λόγω οτι καί ουτος δεν ηδηνηθη έν Πελοποννήσω ν άνακαλύωη τήν παρασκευαζομένην έπαναστάσιν, άντικαταστάς δία του Μεχμέτ Πασσά.

Παρασκευαζόμενος δέ οπως άπέλθη της Τριπολέως, αίφνης διατάσσεται ΐνα συγκεντρώσει έν Πελοποννήσω στρατεύματα καθ' ην περιπτωσιν άνακαλύωη ένοχήν προβη εις σφαγήν των Χριστιανων της Πελοποννήσου. Διό καί έκάλεσεν έκ Θεσσαλίας δέκα χιλιάδας άνδρων, συσκεπτόμενος μετά των έξεχόντων Τούρκων περί του πρακτέου. Αλλά διατάσσεται πάλιν ΐνα μετά του Μεχμέτ Πασσά μεταβη εις Ιωάννινα πρός άνάληωιν της άρχιστρατηγίας των Σουλτανικων στρατευμάτων.

Ό Χουρσίτ, καταλιπών έν Τριπόλει Καϊμακούμην ( άντιπρόσωπον του ) τόν Μεχμέτ Σαλή Αγά τη 5η Ίανουαρίου 1821, πορεύεται εις Ιωάννινα μετά του Μεχμέτ Πασσά καί πολιορκεί έν συνεχείς τόν Αλη Πασσά, ποιουμένους και έφόδους κατ' αύτού, έυρώστως άντιτασσομένου έν αρχη. Αλλ' έπειτα στενοχωρηθείς λίαν ό Αλη προέτρεωε τούς φίλους του Αλβανούς οπως ένήσονται μετά των Ελλήνων συνδρ^ς πρός λύσιν της πολιορκίας. Καίτοι καί προηγουμένως κατά τόν ’Οκτώβριον του 1820 άνηωε συνθήκας μετά των Ελλήνων καί Αλβανων πρός άμοιβαίαν συνδρομήν, τουτέστι ΐνα ό μέν Αλη Πασσάς παράσχη τήν

συνδρομήν του πρός τούς Έλληνες ύπέρ της άπελευθερώσης τών, οί δέ Έλληνες συντελέσωσιν είς τήν νίκην του Αλή Πασσά. Αλλ' οί Αλβανοί ήγνόουν τά καθ' έκαστον της συμμαχίας, έπίστευον όμως ότι ή συμμαχώ αύτών μετά τών Ελλήνων άπέβλεπεν είς τήν άπελευθέρωσιν του Αλή Πασσά, είς τήν άνακήρυξιν αύτοΰ είς βασιλέα τών τε Ελλήνων καί Αλβανών, ή τουλάχιστον είς τήν άνεξαρτησίαν τής Ηπείρου ύπό τόν Αλή Πασσάν.

Κατ' άκολουθίαν τόν Νοέμβριον του 1821 συννοηθέντες μετά τών Ελλήνων καί έπιτεθέντες κατά τής Άρτας είλον αύτήν. Μετά δέ ταύτά συνεωάμενοι άπεφάσισαν ΐνα σταλή είς Πελοπόννησον ό άρχηγός τών Αλβανών Ζαχίρ Αμπάζης ή Αββάς, πρώην ύπουργός του Αλή Πασσά, όπως συννοούμενος μετά τής Ελληνικής Κυβερνήσεως κανονίση τά περαιτέρω καί έν άνάγκη μείνη έν τή Συνελεύσει άντιπρόσωπος τών Αλβανών.

Ό Ζαχίρ Αμπάζης λαβών τό έγγράφον τής άντιπροσωπίας του άνευ τής έν αύτφ έγγραφής του ονόματος του, έπορεύθη είς Μεσολόγγιον καί διαγνούς τόν σκοπόν τής έπαναστάσεως τών Ελλήνων έκ τών κινημάτων αυτών, ισχυρίσθη αυτόθι ότι άδυνατει ν^ μεταβή είς Πελοπόννησον ένεκα τής αιφνηδίας παθούσης ύγείας του καί παραδούς τό έγγράφον τής άντιπροσωπίας τω Μάρκω Δεσπότη, έχων ήδη έγεγγραμένον τό όνομα αύτοΰ, έπανήλθεν είς Άρταν, παραλαβών έκ τής έν Μεσολογγίω έφορίας τή ένεργεί^ του Μαυροκορδάτου πολεμοφόδια.

Ή μή άρχική έν τω έγγράφω τής άντιπροσωπίας έγγραφή του ονόματος του Ζαχίρ άπέδειξε τήν ύποπτον τών Αλβανών στάσιν, διανοουμένων άλλά ούχί όπως μεταβή είς Πελοπόννησον, άλλά κατασκοπεύση τά κινήματα τών Ελλήνων καί πεισθή περί τινος πρόκηται. Διό είς Άρταν έπανελθών συνεσκέφθη μετά τών λοιπών Αλβανών καί άνακοινώσας αύτοις τάς άποκαλύωεις έπεισεν αύτούς ΐνα λύσωσι τάς πρός τούς Έλληνας σεινδάς. Οί Αλβανοί άποδεξάμενοι τήν γνώμην του Ζαχίρ, ύπέβαλον τήν πρός τόν Χουρσίτ Πασσάν ύποταγήν, όστις άσμένως άπέστειλεν στράτευμα πρός άνάκτησιν τής Άρτας καί Αιτωλο -Ακαρνανίας.

Οί έν Άρτη Σουλιώται καί άλλοι Έλληνες ήσυχίαν ήγον, μή ύποπτευθέντες τούς συμμάχους Αλβανούς. Αλλ' άμα πυρωθέν ίδόντες Τουρκικόν στρατόν, έξήλθον τής πόλεως έν τάχει καί κατέλαβον τά πέριξ, έξ ών έπίστευον ότι ήδύναντο ν άποκρούσωσι τόν έχθρόν. Καίτοι δέ οι Έλληνες έξήλθον τής Άρτης, οί έν αυτή Αλβανοί παρέμειναν άμέριμνοι. Ή στάσις αυτή τών Αλβανών ένέπνευσε τοις Έλλησιν ύπονοίας άπάτης καί μάλιστα τώ Χρήστω Περραιβώ, άφικομένω είς Άρταν κατ' έκείνην τήν ήμέραν, πεποίθητε ότι οί Αλβανοί παρασπώνδησαν.

Φωραθέντες δ' ούτως οί Αλβανοί καί με δυνάμεις πλέον ν^ ύποκρύωωσι τόν δόλιον σκοπόν τών, άπέστειλαν αυθημερόν πεζόν πρός τούς Έλληνας, άναγγέλλοντα ότι άδυνατώσι ν^ διατηρήσωσι τήν συμμαχίαν, πεισθέντες ότι αύτή άπέβλεπεν είς τήν άπελευθερώσιν τών Ελλήνων πρός βλάβην τής θρησκείας καί τής πατρίδος καί ούχί πρός άπελευθέρωσιν του Αλή Πασσά, δ' όν καί άπεδέξαντο αύτήν. Κατ' άκολουθίαν οί συμμαχία Ελλήνων τε καί Αλβανών, κατά τόν ’Οκτώβριον του 1820 γενομένης, διελύθη περί τά τέλει του Ίανουαρίου τω 1821, μετά τήν διάβασιν του Χουρσίτ Πασσά είς Ιωάννινα. Οί δέ ενΆρτη Έλληνες ύπεχώρησαν είς τό εσωτερικόν της Στεραιάς Έλλάδος. Ή διάλυσις της Συμμαχίας ταύτής καί εγκατάλειωις του Αλη Πασσά ύπ' άπάντων τών φίλων του, οΐοι ό Ομέρ Πασσάς, κατέχων τά βουνά τή ς Πίνδου, ό Βελή Πασσάς, Μουχτάρ Πασσάς, Σαλήμ Πασσάς, καί ό υίός του Βαλή Πασσά Μαχμούτ Πασσάς, παραδουντες τήν Πρέβεζαν καί τό Αργυρόκαστρον τω Αρχιστρατήγω του Σουλτάνου, εδείνωσαν τήν θέσιν αύτου καί απείλησαν οστις αδυνατών ν άπόφασίση γενναίον τι ήπείλει τόν στενοχωρουντα αύτόν Χουρσίτ Πασσάν οτι θα θέση πυρ εν τή πυριτιδαποθήκη καί αύτοκαταστραφή.

Ό Χουρσίτ Πασσάς επιθυμών νφ διασώση τόν πλουτον του Αλή Πασσά καί βλέπων τήν άπέλπιδα αύτου θέσιν άνήγγειλεν αύτφ οτι επιθύμει νφ ελθη είς συνέντευξιν διά του Μεχμέτ Πασσά, υποβάλλων εντολήν τινά του Σουλτάνου. Τεταραγμένος ό Αλή Πασσάς καί μή διακρίνας τόν σκοπόν τής τοιαύτης συναντήσεως μετ' άσφαλήν μάλιστα τής καταστροφής του έαυτου πλούτου, εδέξατο τόν άπεσταλμένον του Χουρσίτ Πασσά, Μεχμέτ Πασσάν πρός συνέντευξιν. Ουτος, προσελθών ενώπιον του Αλή Πασσά, επιβεβαίωσεν οτι ό Σουλτάνος άνεστείλατο αύτοίς ΐνα ηπίως προσέλθωσι πρός αύτόν καί οτι εγραωεν ό Χουρσίτ πρός τήν Πύλην οπως άπονείμη αύτφ άμνηστείαν.

Εντεύθεν ό Μεχμέτ Πασσάς ελαβεν ελευθερίαν πρός επίσκεωιν του Αλή Πασσά καθ' έκάστην. Έπισκεπτόμενος δ' αύτόν αόκλως εξηκολούθει διαβεβαιών περί τών άγαθών διαθέσεων του Χουρσίτ, ώς δήθεν επαναλαβόντος τήν πρός τήν Πύλην ύπέρ τής άμνηστείας παράκλησιν του. Αλλ' εν τω μεταξύ διά προδοσίας του Χοιρή Γιάσκα κατέλαβεν άμαχητί τόν εν τή Ληθαρίτσι προμαχώνα, ού ή κατάληωις εκίνησε είς άγανάκτησιν τόν Αλή Πασσά οστις πάραυτα κατέφυγεν είς τήν άκρόπολιν Ιντς -Κοολέ, εν ώ ύπήρχεν τό Χαρέμιον καί οί Θησαυροί καί ή πυριτιδαποθήκη, καί εξ ού επανέλαβεν τήν προτέραν άπειλήν τής καταστροφής του πλούτου του διά τής άναφλέξεως τής πυρίτιδος.


Ό Χουρσίτ Πασσάς, μαθών τήν ταραχήν του Αλή Πασσά διά του ύπασπιστου του Μεχμέτ Πασσά, εδικαιολόγησω τήν κατάληωιν του προμαχώνος καί άπεθάρρυνεν αύτόν, οστις πειθόμενος ταίς ωευδέσιν ύποσχέσεις του Χουρσίτ, κατέφυγεν είς τό εν τή λίμνη ναύδριον, εν φ ύπήρχεν ίσχυρόν άνάκτορον. Τήν Ακρόπολιν επέτρεωε τω επιζώντι άναπήρω Αξιωματικφ Τσάμη, πρός ον κατά τήν άποχώρησιν ενετείλατο ΐνα εκείνω εμπιστευθή τήν κατάληωιν του φρουρίου, οστις αύτφ τήν όρμιάν τών κοραλλίων παρουσιάσει ήν συνήθως εφερεν εν χερσίν ό Αλή Πασσάς, καθ' ήν δέ περιστάσιν ήθελον στενοχωρηθή, νφ καταστρέωη τά πάντα, βάλλον πυρ είς τήν πυριτιδαποθήκην.

Μετά τήν εκ τής Ακροπόλεως άποχώρησιν του Αλή Πασσά ό Χουρσίτ εμερίμνησεν νφ μάθη τις κατείχεν αύτήν καί πώς δύναται νφ σαγηνεύση τουτον. Μαθών δέ παρά τινος οίκίου του Αλή Πασσά τά κατά τόν Τσάμην καί τήν όρμιάν τών κοραλλίων, κατώρθωσε διά δωροδοκίας νφ παραλάβη ταύτήν παρά Χαρεμίου. Νύκτωρ δέ καί λίαν πρωί ό Χουρσίτ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Πασσάς διά πιστού του έπέδειξεν τω Τσάμη τή ορμιάν των κοραλλίων καί κατέλαβεν τό φρούριον.

Ό Αλή Πασσάς24 εμεινεν εμβρόντητος καί έκτωτε έφέρετο ταπεινότατος ενώπιον του Μεχμέτ Πασσά, έπισκηπτόμενον αύτόν. Έπιθύμων δέ ΐνα τερματίση τήν καταστάσιν ταύτήν

24 Ο Αλή πασάς Τεπελενλής (1744 - 25 Ιανουαρίου 1822) ήταν μουσουλμάνος Τουρκαλβανός στην καταγωγή πασάς των Ιωαννίνων που διαδραμάτισε για περισσότερα από 40 χρόνια σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Ηπείρου και όχι μόνο, από το 1788 όταν και διορίστηκε πασάς των Ιωαννίνων μέχρι τις αρχές της Ελληνικής Επανάστασης. Στο απόγειο της δόξας του κατείχε μια μεγάλη περιοχή του ελλαδικού χώρου της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για τον τρόπο με τον οποίο διοίκησε το Πασαλίκι του αλλά και για τον χαρακτήρα του, έμεινε γνωστός σαν Ασλάνι (λιοντάρι) των Ιωαννίνων.

Οικογενειακό υπόβαθρο

Γενάρχης της οικογένειάς του, ήτο πρώτος που έγινε ονομαστός από την οικογένειά του ήταν κάποιος Τούρκος ονόματι Μουσταφά ή Μούτζο Χούσσος, προπάππους του Αλή, αρχηγός ληστρικών ομάδων που δρούσε στην Ανατολία, περί τα τέλη του 17ου αιώνα που εξ αυτού και η οικογένειά του λεγόταν Μουτζοχουσσάτες[ΐΐ] η οποία και εγκαταστάθηκε στην Αλβανία, προερχόμενη από τη Μικρά Ασία, περίπου 80 χρόνια πριν τη γέννηση του Αλή πασά. Γιος του Μουσταφά (Μουτζοχουσσάτη) ήταν ο Μουχτάρ (Μουτζοχουσσάτης) που λέγεται πως είχε λάβει μέρος στην πολιορκία της Κέρκυρας κατά τον πόλεμο με του Ενετούς το 1716. Από αυτή την ενέργεια η Υωηλή Πύλη τον αμνήστευσε για τις πρότερες ληστρικές δράσεις του, που όμως επανέλαβε αργότερα. Ο γιος του Μουχτάρ εκείνου, ο λεγόμενος Βελής, που ήταν ο πατέρας του Αλή Πασά.

Ο Βελής ακολουθώντας τα χνάρια του παππού του αλλά και του πατέρα του ήταν αρχηγός συμμοριών και είχε υπό την προστασία του τα χωριά Λεκλί και Χόρμοβο της Βορείας Ηπείρου, όπου αφού σκότωσε τους αδελφούς του και τον εξάδελφό του Ισλάμπεη, είχε αναγνωρισθεί από την Πύλη πασάς δύο μικρών περιοχών λαμβάνοντας και τη θέση του Μουτασερίφη του Δελβίνου, για μικρό όμως διάστημα μέχρι το θάνατό του.

Ο Αλής γεννήθηκε στο Τεπελένι ένα μικρό χωριό τότε της σημερινής Αλβανίας (β. Ήπειρος) το 1744 (κατά νεότερες έρευνες, αντί 1740 ή 1750, ή 1752 που είχαν υποστηρίξει παλιότεροι βιογράφοι). Η μητέρα του λεγόταν Χάμκω, ήταν ελληνίδα στην καταγωγή και ελληνόγλωση - δεύτερη γυναίκα του Βελή, κόρη του Μπέη της Κόνιτσας. Μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1753, που επηρέασε δραματικά την εφηβική του ηλικία, οι κάτοικοι των χωριών που δυνάστευε ο πατέρας του εξεγέρθηκαν, και οι Γαρδικιώτες συνέλαβαν την Χάμκω και κακοποιώντας την, την υπέβαλαν σε εξευτελιστικά βασανιστήρια, προτού την αφήσουν τελικά ελεύθερη.

Σύμφωνα με συχνές εκμυστηρεύσεις του Αλή, ο πατέρας του, ο Βελής, τα μόνα περιουσιακά στοιχεία που άφησε στη γυναίκα του, Χάμκω, και στα δύο παιδιά του, τον Αλή και την αδελφή του Χαϊνίτσα, ήταν "μιά άθλια τρύπα και λίγα χωράφια.

Τα πρώτα χρόνια

Για τα παιδικά χρόνια του Αλή είναι γνωστό ότι ήταν πολύ ανήσυχος και του άρεσαν οι πολεμικές τέχνες όπου χάρις αυτών εγκατέλειπε τους δασκάλους του και περιφέρονταν στα βουνά. Έτσι τα λίγα γράμματα που έμαθε τα όφειλε και μόνο στην επιμονή της μητέρας του. Είναι γεγονός πως ο Αλή ανατράφηκε από την μητέρα του με υπέρμετρη φιλοδοξία και με στόχο να γίνει σπουδαίος, περισσότερο από τον πατέρα του, και μάλιστα κατά τη συνήθη έκφραση του Αλή αναγνώριζε πως εκείνη τον έκανε "άντρα και Βεζύρη" .

Σε αυτό βοήθησε και η εξολόθρευση όλων των ετεροθαλών αδελφών του από την μητέρα του, ένα σύνηθες πλέον άγριο φαινόμενο που είχε ξεκινήσει από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, συνεχίστηκε πιο έντονα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και που υιοθετήθηκε ακόμη σε μεγαλύτερο βαθμό από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η παντελής όμως έλλειωη στοιχείων για την περίοδο των εφηβικών χρόνων του Αλή δεν επιτρέπει σε κανέναν ν' αναφερθεί στην περίοδο αυτή. Έτσι εικάζεται, πως μετά το θάνατο του πατέρα του, κατά την εφηβική του ηλικία, ο Αλή είχε καταφύγει στα γύρω βουνά και έτοιμος πλέον μαχητής είχε οργανώσει και αναλάβει αρχηγός συμμοριών που συγκροτούνταν από Τόσκηδες και Λιάπηδες ληστές με τις οποίες επιχειρούσε τις ληστρικές επιδρομές σε ολόκληρη την Ήπειρο και τη Θεσσαλία.

Πρώτες δραστηριότητες

Λόγω της ληστρικής του αυτής δράσης συνελήφθη από τον πασά του Μπερατίου, Κουρτ Αχμέτ πασά, αλλά αφέθηκε ελεύθερος αφού υποσχέθηκε να σταματήσει τις επιδρομές, υπόσχεση την οποία όμως δεν κράτησε, διότι όπως λέγεται ο πασάς αρνήθηκε να του δώσει για σύζυγο την κόρη του. Έπειτα λόγω της σκληρής καταδίωξης που αντιμετώπισε κατέφυγε στον Καπλάν πασά του Δελβίνου, του οποίου την κόρη (Εμινέ) παντρεύθηκε το 1768, μνηστεύοντας παράλληλα και την αδελφή του Χαϊνίτσα με τον μεγαλύτερο γιο του Καπλάν. Από αυτό τον γάμο ο Αλή απέκτησε και τους δυο του γιους, τον Μουχτάρ (1769) και τον Βελή (1773). Μέσω διαφόρων δολοπλοκιών κατάφερε να εξοντώσει τόσο τον πεθερό του όσο και τον διάδοχο αυτού Σελήμ χωρίς όμως να καταφέρει να διοριστεί αυτός πασάς ενώ παράλληλα εκδικήθηκε τους κατοίκους του Χορμόβου και του Λικλίου οι οποίοι είχαν πριν από χρόνια ατιμάσει την μητέρα του.

Το 1785 διορίστηκε επόπτης των οδικών αρτηριών της Ρούμελης και ήρθε σε συνεννόηση με τους ληστές που δρούσαν στη Θεσσαλία. Όμως,το 1787 όταν και διορίστηκε πασάς των Τρικάλων καταδίωξε και εξόντωσε τους πρώην συμμάχους του, λυτρώνοντας παράλληλα την περιοχή από τις ληστρικές επιδρομές και αποκτώντας τη φήμη ενός ικανού διοικητή.

Πασάς στα Ιωάννινα

Φιρμάνι του Αλή Πασά, 1810, γραμμένο σε δημοτική γλώσσα. Όλες οι διαταγές και συμφωνίες του Αλή διατυπώνονταν στην καθουμιλουμένη Ελληνική.

Το 1788 εκμεταλλευόμενος την απουσία του πασά των Ιωαννίνων, Αλή Ζότ λογω εκστρατείας στον Δούναβη άρπαξε το πασαλίκι των Ιωαννίνων, πράξη την οποία τελικά ενέκρινε και η Υωηλή Πύλη, δίνοντας του μάλιστα δικαιοδοσία και στη Στερεά Ελλάδα.

Ως πασάς των Ιωαννίνων συμμετείχε στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1787 - 1792, η συμμετοχή του όμως διεκόπη διότι αναγκάστηκε να εκστρατεύει το 1790 και το 1792 κατά των επαναστατημένων Σουλιωτών χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το 1796 κατέκτησε την Άρτα και το 1798 υπέταξε τη Χειμάρρα (Χιμάρα) και κατέλαβε την Πρέβεζα μετά από σύντομη πολιορκία. Μετά την Πρέβεζα κατέλαβε την Βόνιτσα και το 1803 υπέταξε το Σούλι και εξόρισε τους κατοίκους του. Μάλιστα, για αυτό του το επίτευγμα διορίστηκε από την Υωηλή Πύλη ως διοικητής της Ρούμελης και ο γιος του, Βελή, διοικητής της Θεσσαλίας και του Μοριά ενώ προσωρινά η δικαιοδοσία του επεκτάθηκε μέχρι την Θράκη. Μεταγενέστερες του επιτυχίες ήταν η κατάληωη του Αργυροκάστρου το 1812 και η αγορά της Πάργας από τους Άγγλους το 1819. Όντας ήδη σχετικά αυτόνομος από την κεντρική εξουσία, ο Αλή είδε το κράτος του να εκτείνεται στη μέγιστη του εξάπλωση από την Πελοπόννησο μέχρι την Μακεδονία.

Ρήξη με την Πύλη

Το 1820, ύστερα από την αποκάλυωη ότι δυο Αλβανοί σταλμένοι από τον Αλή αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Πασόμπεη, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β' ενοχλημένος από αυτό το γεγονός και θορυβημένος διότι ο Αλή ήταν εμπόδιο στο μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα και κίνδυνος για τη συνοχή της Αυτοκρατορίας του, διέταξε την απομάκρυνσή του από το Πασαλίκι των Ιωαννίνων με σκοπό να τον περιορίσει στο Τεπελένι.

Ο Αλή προσπάθησε να εξευμενίσει τον σουλτάνο, ζήτησε τη μεσολάβηση της Ρωσίας και της Αγγλίας ενώ κατέδωσε ακόμα και τη Φιλική Εταιρεία της οποίας την ύπαρξη γνώριζε από το 1819. Τελικά το 1820 η Πύλη τον κήρυξε ένοχο εσχάτης προδοσίας και τον κάλεσε να εμφανιστεί εντός 40 ημερών στην Κωνσταντινούπολη για να απολογηθεί. Εκείνος φυσικά αρνήθηκε, ερχόμενος σε σύγκρουση με τα στρατεύματα της Αυτοκρατορίας.

κατά τήν 5ην Φεβρουάριου 1822 έπεσκέωατο αύθις τόν Αλη Πασσάν εχων πλέον ύπό μάλης έγχειρίδιον, καί κατά τήν εξοδον του άπό της αιθούσης του άνακτόρου πλήττει δί αύτού έπιτηδείως τόν Αλη Πασσάν, καταρρίπτων αύτόν χαμαί καί κατερχόμενος άταράχως είς τό προαύλιον λέγων ότι ό Αλη Πασσάς άπεβίωσεν έκ άποπληξίας αίφνης. Αλλ' έπακολούθησαν ταραχαί καί έπικίνδυναι κατά του Μεχμέτ άπειλαί Αλβανών, ακολουθείσαι ύπό τινα έξ αύτών, κατηχηθέντων ύπό του Μεχμέτ πρόξενον παρασχόντος παντείας ύποσχέσεις πρός αύτούς καί άπόστειλον τήν κεφαλήν του Αλη Πασσά είς Κωνσταντινούπολιν.

Πολιορκία των Ιωαννίνων

Ο Μαχμούτ Β' κινητοποίησε το καλοκαίρι του 1820 κατά του Αλή στράτευμα 80.000 ανδρών με αρχηγό στην αρχή τον Ισμαήλ Πασόμπεη και στη συνέχεια τον Χουρσίτ Πασά. Ο Αλή βρέθηκε σε δεινή θέση καθώς αντιμετώπισε σημαντική διαρροή οπλαρχηγών (ακόμη και οι γιοι του παραδόθηκαν παρά το γεγονός ότι τους είχε δώσει εντολή να αμυνθούν μέχρις εσχάτων) και στρατευμάτων,ενώ φάνηκε πως ο στρατός του δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένος για σύγκρουση με τα σουλτανικά στρατεύματα. Η πολιορκία του κάστρου των Ιωαννίνων συνεχιζόταν λόγω της αντιγνωμίας που είχε ξεσπάσει μεταξύ των πολιορκητών (οφειλόταν στις δωροδοκίες των αξιωματικών από τον διαβόητο πασά ). Σημαντικό ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι ο Αλή πήρε με το μέρος του, τους άλλοτε ορκισμένους εχθρούς του, Σουλιώτες με την προϋπόθεση να τους άφηνε να επανεγκατασταθούν στο Σούλι. Αξιοσημείωτο είναι πως την 25η Αυγούστου, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας δεν δίστασε να κάωει μέρος της πόλης για να έχει καλύτερο οπτικό πεδίο το πυροβολικό του.

Η κατάσταση άλλαξε όταν ο Πασόμπεης αντικαταστάθηκε από τον Χουρσίτ, ο οποίος επανέφερε την τάξη στο στρατόπεδο των πολιορκητών, περιόρισε τις επιδρομές των Σουλιωτών και έσφιξε τον κλοιό γύρω από τον Αλή.

Η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης ανάγκασε τον Χουρσίτ να αρχίσει διαπραγματεύσεις κατά τις οποίες όμως κατέλαβε τα ισχυρά οχυρά του κάστρου περιορίζοντας τον Αλή στο παλάτι του, όπου είχε συγκεντρώσει τους θησαυρούς του αλλά και πολλά βαρέλια πυρίτιδας απειλώντας να δώσει εντολή για ανατίναξη αν γινόταν έφοδος, πράγμα που δεν ευχαριστούσε τον Χουρσίτ που εποφθαλμιούσε την περιουσία του εχθρού του. Κατά τα τέλη του Νοεμβρίου του 1821 ολόκληρη σχεδόν η φρουρά του κάστρου είχε αυτομολήσει στον Χουρσίτ, αφήνοντας στον Αλή μόνο 500 άνδρες, από τους οποίους σε λίγο οι 430 προσχώρησαν στους Τούρκους.

Ο θάνατος του Αλή

Τον Ιανουάριο του 1822 έπειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις ο Αλή δέχτηκε να παραδοθεί με τον όρο να του δινόταν αμνηστία και κατέφυγε στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα που βρίσκεται στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων. Εκεί, στις 17 ή 25 του ίδιου μήνα σκοτώθηκε μετά από σύντομη συμπλοκή, από τον απεσταλμένο του Χουρσίτ, Κιοσέ Μεχμέτ (κατά άλλους ήταν ο Αλή Χασάν), που είχε έρθει δήθεν με το χαρτί της αμνηστίας. Το πτώμα του αποκεφαλίστηκε και το κεφάλι του στάλθηκε ταριχευμένο από τον Χουρσίτ στην Κωνσταντινούπολη, όπου αργότερα θάφτηκε σε μια περιοχή έξω από τα τείχη της πόλης.

Το ακέφαλο σώμα του ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο του σεραγιού, στο Ιτς Καλέ, κοντά στο Φετιγιέ Τζαμί. Ο τάφος αυτός (που περιβαλλόταν ως το 1944 με ωραίο ωηλό κιγκλίδωμα το οποίο αφαιρέθηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής για να αντικατασταθεί τα τελευταία χρόνια από καινούργιο) φαίνεται πως ήταν τόπος προσκηνύματος για τους, Αλβανούς κυρίως, Μουσουλμάνους της Ηπείρου και της Αλβανίας ακόμα και κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.

Ό Αλή Πασσάς άποθανών οΰτω, άπέδειξεν ότέ ητο ανάξιος τής θέσεως ήν κατειχεν, ώς δολοφόνος καί άνθρωπος ώμος, στερούμενος του προσήκοντος θάρρους καί έπιζητών τήν παράτασιν του βίου του καί τήν έν τή κοινωνία ύπεροχήν διά τρόπον έμφαίνοντος τήν έλεεινότητα έαυτοΰ. Αυτός ώφειλε ν^ έπιδείξη τήν ύπεροχήν τω άξιώματι του καί έχθρούς καί φίλους διά πραξικοπήματος άξίου ιστορικής αναγραφής. Τήν τύχην του Αλή Πασσά έλαβον καί οι μνημονευθέντες άθλιοι υιοί καί έγγονοι αύτοΰ, άποκεφαλισθέντες καί ταφέντες έν Κωνσταντινουπόλει πρό τής πύλης τής Σαλκωρείας τής τοΰ Νεωρείου πρώην ώραίας. Μετά δέ ταύτά ό Σουλτάνος θέλων ν^ περιποιηθή τούς Αλβανούς διώρισε Διοικητήν τών Ίωαννίνων πρώην πιστόν φίλτατον τόν Ομέρ Πασσά, Αρχιστράτηγον δέ άπάντων τών κατά τήν Ελλάδα Τούρκικων στρατευμάτων τόν Χουρσίτ οστις κατέχων τά Ιωάννινα, μετεχειρίσθη διάφορα μέσα οπως προσελεύση ύπέρ έαυτοΰ τούς Σουλιώτας, άλλ' άποτυχών του σκοποΰ του έπετέθη καί διασκόρπησεν αύτούς.

Οι Σουλιώται άπελπισθέντες έχυρώθησαν έν Χωνίω, Ναβαρίω καί Κιάφα, ενθα εύρίσκοντο αι έαυτών οίκογένειαι καί περιουσίαι. Μετά ταύτά ό Χουρσίτ κατέχων τήν Άρταν καί Πρέβεζαν, άπεφάσισε ν^ καταλάβη τήν Αιτολο-Ακαρνανίαν μέχρι Κορίνθου. Αλλά πρό τής πρό τής έκτελέσεως του σχεδίου του διορίσθη Διοικητής τών Ίωαννίνων ό Ομέρ Πασσάς, πρώην στενός φίλος του Αλή Πασσά. Ό Σουλτάνος έπενέσατο τόν διορισμόν τοΰτον ΐνα περιποιηθή τούς Αλβανους. Όλοΰ δέ του στρατοΰ κατά τής Ελλάδος διώρισε τόν Χουρσίτ Πασσάν άρχηγόν.

Ουτος παραδούς τήν πολιορκίαν τών Σουλιωτών πρός τό Ομέρ Πασσάν καί σταθείς τά λοιπά κατά τά είρημένα έπορεύθη είς Λάρισαν έν ή διοργανωσας άξομαχον στρατόν τριαντα χιλιάδων άνδρων, εθηκεν έπικεφαλής αύτοΰ κατά διαταγήν τής Πύλης τόν Μαχμούτ Πασσάν, καταγόμενον έκ Δράμας τής Μακεδονίας καί καλής οίκογενείας διορισθέντα εκτοτε ήγεμόνα (Μόρε Βαλαοί ) τής Πελοποννήσου καί πωρωθέντα κατά τής Ελλάδος. Ό τοιοΰτος διορισμός του Μαχμούτ Πασσά έωύχρανεν τόν Χουρσίτ. Ό νεός Διοικητής τών Ίωαννίνων Ομέρ Βροιώνης έξηκολουθή πολιορκών τούς Σουλιώτας εύρώστως αντεπεξερχομένους.

Αλλά μετά τήν ήτταν έμειναν έν Πέτα άποκλεισθέντες έζήτησαν συνθήκην, ήν ό Ομερ άπεδέξατο, έπιθυμών ν^ έξαλήωη πάσαν άντίστασιν έν Ήπείρω καί μένη έλεύθερον πάσης έν αύτή άντενεργείας. Ή συνθήκη έγίνετο έν τή Πρεβέζη οίκί^ του προξένου τής Αγγλίας Μέγερ έπί τή εισιγήσει καί έγγυήσει αύτοΰ τή 28 Ίουλίου 1822. Οι Σουλιώται τήν 2αν Σεπτεμβρίου μετά γυναικών καί τέκνων εκ της παραλίας κατέπλευσαν είς Κεφαλληνίαν, στερηθέντες αΰθις τής πατρίδος καί φρουρίων άπερ τά τελευταία έτη τής ύπάρξεως τών παρεχώρησεν αύτοις ό Αλή Πασσάς.

Περί τά τέλη Φεβρουαρίου 1821 έγένοντο γνωστή ή έν Μολοδοβλαχία έκρηξις τής Έπαναστάσεως καί έν Πελοποννήσω τόν Μάρτιον, συνταράξασαι τούς έν Ίωαννίνοις Πασσάδες Χουρσίτ καί Μεχμέτ, ών αι οίκογένειαι μένουσαι έν Τριπόλει έτρεχον κίνδυνον. Πρός σωτηρίαν λοιπόν τών οίκογενειών καί ένίσχυσιν τών έν Πελοποννήσω στρατιωτικών

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

δυνάμεων άπέστειλεν ό Χουρσίτ, είς Τρίπολιν τόν Κεχαγιάν τόν Μουσταφάμπεην δία Μεσολογγίου έπί κεφαλής τριών χιλιάδων εκλεκτών.

Ή έκρηξις της έπαναστάσεως έν Μολδοβλαχια κατά τήν 22αν Φεβρουαρίου 1821, γενωμένη γνωστή τήν πρώτην Μαρτίου ύπό του έν Ίασίω 'Ρώσσου Προξένου δ' επίτηδες απεσταλμένου πρός τόν εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτήν της Ρωσσάις καί δι άυτοΰ πρός τήν Πύλην έξύπνησε τάς έν Κωνσταντινουπόλει Τουρκικάς άρχάς αΐτινες δώσαι πίστιν καί είς τήν πρό ολίγων ήμερών διάδοσιν ότι έν Κωνσταντινουπόλει ύπάρχει έταιρί^ έργαζομένη κατά του καθεστώτος καί ότι δι αύτής είσήχθησαν όπλα καί πολεμοφόδια είς τήν Κωνσταντινούπολιν καί ύπόνομοι εν αύτή ηνώχθησαν προέβησαν έσπευσμένως είς έρευνας έν ταίς Χριστιανικαίς οίκίαις καί άπειλάς κατά τών Χριστιανών.

Μετά ταύτάς ένεργείας έξεδόθη διαταγή ΐνα άπέλθωσι της Κωνσταντινουπόλεως άπαντες οί μη κατοικούντες έν αύτή Έλληνες. Ή φήμη ότι καί έν Κωνσταντινουπόλει έγένετο ένεργεί^ κατά του καθεστώτος δεν έστερείτο ύποστάσεως. Οί έταίροι ένήργησαν πρό πολλού έν Κωνσταντινουπόλει ΐνα συγκεντρωθη ανάλογος αριθμός Ελλήνων καί καταληφθη δέ αύτού αίφνης ό Στόλος του Σουλτάνου καί διαθυθη άμφ πύρ έν τίνι οίκί^ καί φονευθη κατά τόν έξοδον ό Σουλτάνος καί τά τοιαύτα.

Ή ένέργει^ αύτή έπετάθη άμφ έξ Ίσμαηλίου του Γρηγορίου Φλέσσα είς Κωνσταντινούπολιν άφικομένω ώς άμφαίνεται έν τη προαναγραφομμένην έπιστολή άυτώ πρός τούς έν Μόσχα έταίρους. Ή έλλειωις όμως τών αναγκαίων εματαίωσε τήν τοιαύτην ένέργειαν. Τήν τρίτην Μαρτίου έξεδόθη φιρμάνιον όπερ διά του Μεγάλου Διερμηνέως Κωστάκη Μουρούζη έκοινοποιήθη είς τόν οίκουμενικόν Πατριάρχην, λέγων ότι λυπείται ό Σουλτάνος έπί τη έν Μολδοβλαχία στάσει τών άπονενοημένων καί προτρέπων τήν Μεγάλην Εκκλησίαν ΐνα συμβουλεύση τούς ύπό τήν ποιμαντορίαν της πιστούς ύπηκόους της κραταιάς δυνάμεώς του, όπως μή αποπλανηθέντες υποπέσωσιν είς την αγανάκτησιν αύτοίς τε και τών πιστών ’Οθωμανών.

Ή μεγάλη έκκλησή γενομένη καί μή άναλογισαμένη τάς συνεπείας της πράξεως της, συνελθούσα έν τω Ναφ ύπέγραωεν έπί της Αγίας Τραπέζης άφοριστικόν, δι ούν άφωρήζετο ό Ύωηλάντης καί Σούτζος καί προετρέποντο ώς Χριστιανοί όπως μή υπακούσωσιν είς τήν φωνήν τών άφορισμένων καί κατηραμένων άνταρτών, μένοντες πιστοί είς τόν Σουλτάνον καί έπανερχόμενοι είς τήν προτέρανύποταγήν έαν επλανήθησαν.

Τά άφοριστικά έκείνα έγγραφα έτάραξαν τούς κύκλους τών έν Μολδοβλαχία έπαναστατών σταλέντα άνά τάς έπαρχίας έπί τό σπουδαιότερον δι έξάρχων. Συγχρόνως ή Μεγάλη έκκλησή καί τούς φιλικούς έπί του πρός τήν έταιρίαν όρκον τών, ώς έναγη. Προέβη είς σύνταξιν τοιούτων καταπτύστων έγγράφων κατά Χριστιανών Ορθοδόξων, άγωνιζομένων ύπέρ πίστεως καί πατρίδος, ύπέρ ίερών καί όσίων του Ελληνισμού σύμπαντος! Ή τω Οικουμενικού Πατριαρχείου διαγωγή κατεδεόχθην πλημμελής μετ' ολίγας ήμέρας ήτοι τήν έννάτην Μαρτίου καθ' ήν διεατάχθη ό Οικουμενικός Πατριάρχης διά φιραμνίου ΐνα άποστείλη πρός τήν Πύλην τόν Αρχιερέα Δέρκων Γρηγόριον, τόν Εφέσου Διονύσιον, τόν

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Νικομηδίας Αναστάσιον, τόν Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, τόν Τυρνάβου Ιωαννίκιον, τόν Ανδριανουπόλεως Δωροθέον καί τόν Αγχιάλεως Ευγένιον.

Οί Αρχιερείς ούτοι παρουσιαθέντες ενώπιον του Ρεϊζ Έφέντη άπεστάλησαν είς Οθωμανικήν οικίαν ύπό φύλαξιν, μή έπιτραπείσης αύτοΐς συναφείας μετ' ούδενός.Σημειωτέον ότι τήν 5ην, 6ην καί 7ην Μαρτίου άπηλθον της Κωνσταντινουπόλεως οί δυνάμενοι ν^ διαδώσι τάς συνεπείας της τοιαύτης ένεργείας της Πύλης Χριστιανοί, ό Αλέξανδρος Χαντζερης, ό Γεώργιος Καρατζάς καί Γεώργιος Χρηστόπουλος έμπορος καί τινες άλλοι. Έμειναν δε έν Κωνσταντινουπόλει οί μή δυνηθέντες ν^ κρινούσι τάς προπαρασκευαστικάς της Πύλης ένεργείας. Τήν δέ 8ην Μαρτίου έξεδόθη φιρμάνιον καί άνεγνώσθη μυστικώς καθ' όλα τά τζαμιά της Κωνσταντινουπόλεως προτρέπων τούς πιστούς Οθωμανούς ΐνα άγρυπνώσι καί ώσίν έτοιμοι πρός άπόκρουσιν εχθρικής έπιθέσεως, διότι έν τή Πρωτεύουσα του Κράτους έμφωλεύουν έπικείνδυνοι έχθροί της πίστεως καί της Δυναστείας.

Μετά παρέλευσιν δε ολίγων ήμερών είσηλθον είς τήν Κωνσταντινούπολιν πολλοί έξ Ασιάς στρατιώται καί τήν 14ην Μαρτίου διετάχθησαν ν^ εγκλισθώσι καί αύτοί καί άπαντες οί εν Κωνσταντινουπόλει Τούρκοι. Καί άμ^ πεισθεΐσα ή Πύλη ότι καθ' όλα ό στρατός καταρτισθη διέταξεν ΐνα έπιπέση λυσσωδώς κατά Χριστιανών καί της περιουσίας τών.

Καί δή μετά τήν σφαγήν πολλών Χριστιανών καί φυλάκησιν πλείστων τοιούτων παρεβίασαν τό άσυλον της έκκλησίας καί οίκιών, διάρπασαν τήν περιουσίαν τώνΧριστιανών πλείστων ένώπιον τών παιδιών τών έσφαξαν ή άπηγχόνησαν, τό δέ πάντων τολμηρότατον έπιβαίνοντες εϊα τά Ευρωπαϊκά πλοΐα καί έξευρίσκοντες έν αύτοΐς Έλληνες μετήγαγων είς τήν ξηράν καί έσφαζον αύτούς ύπό τάς όωεις τών Πρεσβευτών τών μεγάλων καί πολιτισμένων Εύρωπαϊκών καί Χριστιανικών φιλελευθέρων Δυνάμεων.

Οί κατά τήν 22αν, 26ην καί 27ην Μαρτίου έξ άπρονοησίας δοκιμάσαντες τήν γλυκύτητα του Οθωμανικού ξίφους εϊων οί έξης, Νικόλαος Σκανοβης, Νικόλαος Μάνος, Θεόδωρος Ρίζος, Λεβίδης καί άλλοι τινες. Κατά δέ τήν 4ην Απριλίου μετά τήν άγγελίαν ότι έπανέστη καί άπασα ή Πελοπόννησος άπεκεφαλίσθη καί ό μέγας Διερμηνεύς της Πύλης Κωνσταντΐνος Μουρούζης, άπηγχονίσθησαν έξωθι τών οίκιών τών ό Αντώνιος Τζυράς, Δημήτριος Παππαρηγόπουλος καί άλλοι Έλληνες.

Τήν δε έπιούσαν άπεκεφαλίσθησαν οί Δημήτριος Σκασαβης, Παναγιώτης Τζιγαης καί Μιχαλάκης Χαντερης, πρώτοι του στόλου Διερμηνεΐς. Απηγχονίσθη δέ άπό τών παραθύρων της οίκίας του ό Γεώργιος Μαυροκορδάτος. Συγχρόνως διέταξεν ό Σουλτάνος ότε περιπολώσιν άνα τήν πόλιν χωρίς τινα τών Χριστιανών ν^ βλάπτωσι, πέντε χιλιάδες Γιανιτσαραίων.

Ο Γρηγόριος ο Ε'.

Τήν δέ 10ην Απριλίου, Κυριακήν του Πάσχα μετά τήν θείαν λειτουργίαν έπορεύθη είς τό Πατριαρχείον ό Μέγας Διερμηνεύς της Πύλης Σταυράκης Αριστάρχης, διεταξάμενος τον Κωνσταντίνον Μουρούζην πρός συνάντησιν του Πατριάρχου.

Ό Πατριάρχης εύρισκόμενος έν τη έκκλησια μετά δώδεκα άρχιεραίων, μεθ' ών ως λέγεται διέλυσεν είρημένα άφοριστικά κατά της έπαναστάσεως καί της φιλικής έταιρίας, έπορεύθη είς Συνοδίαν πρός συνάντησιν του Αριστάρχου, άμφ τών ναφ έξελθών, έιδοποιηθείς ότι έζητείτο ύπ' αύτοΰ έξ ονόματος της Πύλης. Μετ' ολίγον είσηλθεν είς τό Συνόδιον καί ό Γραμματεύς Ρείζ Έφέντη. Μετά τήν προσέλευσιν του Τούρκου Γραμματέως ό Αρίσταρχος άπηύθηνε πρός τόν Πατριάρχην τάδε :

Ό Γραμματεύς φέρει φιρμάνιον ν άναγνώση τήν στιγμήν τούτην ένώπιον τών Αρχιερέων. Ό Πατριάρχης υπακούσας έκάλεσε πάραυτα τούς Αρχιερείς καί ένώπιον αύτών άνεγνώσθη ύπό τοΰ Γραμματέως τό φιρμάνιον, δ' ού έκηρύχθη έκπτωτος του θρόνου ώς άνάξιος, άχάριστος καί πρός τήν Πύλην ραδιοΰργος καί μετά ταύτά διετάχθη νφ μεταβη είς τό Καδί Κιόν άλλ' άντί νφ διευθυνθη έκεί ώδηγήθη μετά του Αρχιδιακόνου του Νικηφόρου είς τό δεσμωτήριον του Μπυσταντζήμπασι, Αρχικρεωρφ Αστυνομεύοντα άρχιδήμιον, .

Μετά τήν άπομάκρυνσιν του Πατριάρχου έκ τω Σινοδικώ άναγνώσθη έτερον φιρμάνιον ένώπιον τών Αρχιερέων, δι ου διετάσσοντο ουτοι νφ έκλέξωσιν αύθημερόν νεόν Πατριάρχην. Οί Αρχιερείς ύπακούοντες είς τήν άνωτέραν βίαν έξελέξαντο Πατριάρχην τόν Κύριλλον. Αλλ' άντεπόντος του Γραμματέως του Ρεϊζ Έφέντη ότι δέν έπιτρέπει ή Πύλη ν' έκλεχθη Πατριάρχης εύρισκόμενος έκτός της Κωνσταντινουπόλεως, οί Αρχιερείς έξελέξαντο τόν αύτόθι εύρισκόμενον Εύγένιον Πισιδίας, όστις μετά τήν έκλογήν κατά τά είθισμένα έπορεύθη είς τήν Υωηλήν Πύλην έπανελθών μετά μίαν ώραν είς τό Πατριαρχείον έν πομπη.

Καί ένώ έτελείτο άνω του Πατριαρχείου ή τελετή του νεοΰ Πατριάρχη, κάτωθεν αύτοΰ είς τήν Μεγάλην Πύλην άπηγχονίζετο κακούργου δίκαν ό Πατριάρχης Γρηγόριος Αγγελόπουλος. Έπί δέ τω σώματι έτέθη τό έφεξης κατηγορητήριον, καλούμενον Γιαφτάς.

Χρέος τών άρχηγών τών ύπό τήν έξουσίαν διαφόρων λαών είναι νφ έπαγρυπνώσι νύκτα καί ήμέραν τούς ύπό τήν όδηγίαν τών, νφ παρατηρώσι τήν διαγωγήν καί ν' άνακαλύπτωσι καί άναφέρωσιν είς τόν Κυβερνήτην μου τάς άθεμίτους πράξεις τών.

Οί δέ Πατριάρχαι, οντες έξ αίτίας της θέσεως τών Ραγιάδων ζώντων έν άσφαλεί^ ύπό τήν σκιάν της Αύτοκρατορικης μου έξουσίας, οφείλουν νφ είναι ύπέρ παντός άλλων άνεπίληπτοι, τίμιοι, πιστοί καί είλικρινείς. Έχοντες δ'αύτάς τάς άρετάς οφείλουν όσάκις παρατηρήσωσιν τάς κακάς κλίσεις του λαοΰ τών νφ τάς έμποδίζουν δι'άπειλών καί συμβουλών κατά τά έθιμα της θρησκείας τών, καί τοιουτοτρόπως νφ φαίνονται εύγνώμονες έν μέρει πρός τήν Υωηλήν Πύλη διά τάς χάριτας καί τάς έλευθερίας τάς οποίας άπολαμβάνουσιν ύπό τήν άγαθοποιόν κυτών της. Αλλ' ό άπιστος Πατριάρχης τών Ελλήνων,

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

ό όποιος έδωκεν άλλοτε δείγματα της πρός τήν Υωηλήν Πύλην άφοσιώσεως του, αδύνατον ν^ θεωρηθή άλλότριος τών στάσεων του έθνους του, τάς όποιας διάφοροι κακότροποι καί άναίσθητοι παρασυρόμενος υπό Χιμαιρικών καί Διαβολικών ελπίδων διήγειραν.

Καί Χρέος του ήτο ν^ διδάξη τούς άπλους ότι τό τόλμημα ήτο μάταιον καί άτελεσφόρητον, διότι τά κακά διαβούλια δέν είναι δυνατόν ν^ ευδοκιμήσουν εναντίον τής Οθωμανικής εξουσίας καί θρησκείας, αι όποιαι έλαβον τήν υπαρξιν τών θεόθεν πρό υπερχιλίων ετών, καί θά διατηρηθώσιν μέχρι τής συντελείας του αιώνος καθώς μάς βεβαιουν άνωθεν αι άποκαλύωεις καί τά θαύματα. Αλλ' εξ αιτίας τής διαφθοράς τής καρδίας όχι μόνον δεν ειδοποίησεν ουδ'έπαίδευσε τούς άπατηθέντας, άλλά καθ'όλα τά φαινόμενα ήτο καί ό ίδιος αυτός, ώς άρχηγός μυστικώς συμμέτοχος τής Έπαναστάσεως καί άδύνατον ν^ μήν άφανισθή καί ν^ μή πέση εις τήν οργήν του θεου όλον σχεδόν τό έθνος τών Ελλήνων, άν καί εν αύτφ ήτο καί πολλοί άθφοι.

Καθ' όν καιρόν εγνώσθη ή άποστασίω ή Υωηλή Πύλη συμπάθειαν λαβουσα πρός τούς άθλίους ραγιάδας τών ενησχολήθη δία τής γλυκύτητος εις τήν όδόν τής σωτηρίας τών, καί επ' αύτφ εξέδωσε τό πρόσταγμα, διατάττουσα καί συμβουλεύουσα τόν Πατριαρχην τά πρός τόν σκοπόν τουτον καί προυκαλουσε αυτόν ν άφορέση όλους τούς επαναστάτας ραγιάδας όπου καί άν ήσαν. Αλλ' άντί ν^ δαμάση τούς άποστάτας καί δώση πρώτος τό παράδειγμα τής επιστροφής εια τά καθήκοντα τών, ό άπιστος ουτος έγινεν ό πρωταίτιος όλών τών άναφυειςών ταραχών.


Εΐμεθα πληροφορούμενοι ότι εγεννήθη ό ’Ίδιος εν τή Πελοποννήσω καί ότι ήτο συνεχώς όλων τών άταξιών, όσας οι άποπλανηθέντες έπραξαν κατά τήν επαρχίαν τών Καλαβρύτων. Ουτος λοιπόν ήτο ό αίτιος του παντελους άφανισμου τόν όποιον μέλλοιν διά τής θείας βοηθείας πάθωσι οι άποπλανηθέντες ραγιάδες. Έπειδή δέ πανταχόθεν εβεβαιώθημεν περί τής προδοσίας του, όχι μόνον εις βλάβην τής Υωηλής Πύλης, άλλά καί εις όλεθρον του ιδιου έθνους του, άνάγκη ήτο ν^ λείωη ό άνθρωπος ουτος άπό του προσώπου τής Γής, καί δία τουτο εκρεμάσθη πρός σωφρονισμόν τών άλλων.

Έξεδόθη τήν 19ην του μηνός Ριδτοιβ (Απριλίου) 10, 1821, Κυριακήν του Πάσχα.

Ιστορικοί τινες ισχυρίσθησαν, ώς ει διετέλουν εν άγνοί^ τής δικαιολογικής άξίας τών Γιαφτάδων του Σουλτάνου, ότι ό Γιαφτάς όν επί του νεκρου του άοιδήμου Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε'έπέθηκεν ή Σουλτανική Δικαιοσύνη, δέν εμπεριείχε λόγους δικαιολογουντας τήν θανατικήν ποινήν κατά του άθφου Πατριάρχου. Ό Γιαφτάς εξεδίδοτο πρός σπουδαίαν δικαιολόγησιν τών πράξεων τής Σουλτανικής διακαιοσύνης ενώπιον τών άντιπροσώπων τών Χριστιανικών ήγεμόνων, οΐτινεςεντολάς έμενον άδιάφοροι, άν ή Τουρκική εξουσί^ άπεκαφάλιζον, άπηγχόνιζεω καί κατέσφαζεν άθφους Χριστιανούς, άλλά πρός διαβουκόλευσιν τώνχύδων άλλων καί μάλιστα τών άπλουστέρων Χριστιανών, ούς εν πάση περιπτώση επεθύμει ή Σουλτανική εξουσί^ ν^ κρατή εν άμφιβολί^ περί τής ενοχής ή άθωότητος του καταδικασθέντος.

Ό Πατριάρχης Γρηγόριος Αγγελόπουλος21 κατήγετο έκ Δημητσάνης της Γόρτυνος καί ήτο ώραιος τήν μορφήν καί μειλίχιος τοις τρόποις. Ήγάπα μέν τήν Πατρίδα καί τήν θρησκείαν άλλά δέν έτόλμα ύπέρ αύτών ν^ ριωοκινδυνεύη ύπέρ αύτών έν άνάγκη. Ήρέσκετο εις τό άκίνδυνον δι'έαυτόν καθεστώς, καίπερ πεποιθώς ότι τούτο ήτο βλαβερόν πρός τήν πατρίδα καί πρός τήν θρησκείαν. Απαγχονισθείς εμενεν έπί της άγχόνης τρεις ήμέρας, μεθ' άς παραδοθείς τοις Έβραίοις έσύρατο άνά τήν πόλιν ύπ' αύτών, καί μετά τοιούτον προπηλακισμόν ερριωαν τό σώμα του εις τήν θάλασσαν, άναδυθέν μετά τινας ήμέρας πρός τό μέρος του Γαλατά πρό δύο πλοίων, ών τό μέν ήτο Κεφαλλήνιον, τό δέ έτερον Σλαβονικόν. Οι πλοίαρχοι συνενοηθέντες μετέφερον τόν νεκρόν αύτού ή δυνατόν διά του Κεφαλληνίου τεθέντα έν τω λοιμοκαθαρτηρίω.

Γνωστού δέ γενομένου έν Πετρουπόλει ότι ό νεκρός του Πατριάρχου άνεκαλύφθη καί εύρίσκεται έν Οδησσώ, ό Αύτοκράτωρ διέταξεν έσπευσμένως ώσπερ καί ή σύνοδος τής Τωσσικής έκκλησίας, όπως άπονεμηθώσιν εις τό λείωανον αι νενομισμέναι τιμαί. Ή κηδεί^

έγένετο τήν 17ην Ιουνίου 1821, καθ' ήν παρήσαν οί επίσημοι έν Όδησσφ καί συνοδέυσαν τόν νεκρόν είς τήν Μητρόπολιν της Όδησσού, έν η έμενε τρεις ημέρας, ητο μέχρι της 19ης Ιουνίου, καθ' ην έωάλη ή νεκρώσιμος άκολουθί^ καί έξεφωνήθη λόγος επικήδειος καί καταλληλότατος ύπό του Κωνσταντίνου Οικονόμου του έξ Οίκονόμου, έκεί εύρεθέντος καί ύμνήσαντες ρητορικώτατα τόν μακάριον Πατριάρχην, ού τό σώμα μετεκομίσθη είς τήν έκκλησίαν τών Ελλήνων καί έτάφη έν τω Άγίω Βήματι παρά τήν Αγίαν Τράπεζαν.

Τοιαύτη καί τοσαύτη ύπηρξεν ή άμοιβή της Τουρκικής Τυραννίας πρός τόν Πατριάρχην δία τήν έκδοσιν καί τήν έπί της Άγίας Τραπέζης ύπογραφήν του έπιτιμίου κατά της φιλικής έταιρίας καί τών μαχομένων ύπέρ πίστεως καί πατρίδος καί της έλευθερίας όλού του Γένους άπό τω τυραννικατάτω καί άφορήτω τών ζυγών. Μετά τήν έκτελέσιν της άπαγχονίσεως του Πατριάρχου άπεχώρησεν έκ του Πατριαρχείου ό μέγας Διερμηνεύς καί ό Γραμματικός του Ρεϊζ Έφέντη. Ότε έκρέματο άπηγχονισμένος ό Πατριάρχης, έπορεύθη κρυφίως πρός τήν κρεμάθραν πρός θέσιν αύτφ ό Αλή Μπερτελη Πασσάς μεταμφιεσμενος δέ καί αύτός ό Σουλτάνος. Κατά τήν τρίτην Μαϊου έπαύθη ό Μέγας Βεζύρης Μπερτελη Πασσάς, ώς εύνοών τούς Χριστιανούς καί νωθρός, καί διωρίσθη άντ' άυτού ό Σαλήχ Αλη Πασσάς.

Κατά τήν ήμέραν ταύτήν, τρίτην Μαίου 1821 καί δώδεκα ήμέρας άπό της βεβηλώσεως τών έν Κωνσταντινουπόλει Χριστιανικών ναών καί της κλήσεως του Πατριαρχείου καί πλείστων άλλων ώμοτάτων, άπεκεφαλίσθη καί ό Επίσκοπος Μαριοπόλεως. Τή έπιούση άπηγχονίσθησαν οί Αρχιερείς, ό Δέρκων Γρηγόριος, ό Ανδριανουπόλεως, Τυρνάβου, Θεσσαλονίκης, καί ό Αρχιδιάκονος του Πατριαρχείου Γρηγόριος Νικηφόρος.

Περί δέ τω δευτέρω διάκονον Δανιήλ ύπάρχει έν Κωνσταντινουπόλει παράδοσις ότι πότε έπιπληχθείς ύπό τού ειρημένου πατριάρχου έπί διαγωγή, άσυμβίβαστον πρός τόν ίερόν αύτού άξίωμα, προέδωσε καί διέβαλε παρά τή Πύλη αύτόν, γενόμενος άμ^ καί άποθανών Ιμάμης άπεχθείς καί παρ'αύτοις τοις Όθωμανοις. Πάντα δέ ταύτά καί τοιαύτα διεπράττοντο ύπό τάς όωεις τών Πρεσβευτων τών Μεγάλων Δυνάμεων, περιστειμένων έν τω σφαγίω τών Χριστιανών καί θεωμένων άπαθώς τάς άγκληδόν αίκλήσεις καταπαγομένους καί σφαζομένους άθώους Έλληνας, καί ούδέ λέξιν έξενεγκίντων κατά τών ομοτήτων τούτων. Ο Σουλλτανος κατά τήν 8ην Μαϊου έξέδωκε νέον φιρμάνιον, όπερ άνεγνώσθη έν τω Πατριαρχείω. Διά του φιρμανίου αύτού διετάσσετο ό νεός Πατριάρχης ΐνα προσκαλέση παρ' έαυτφ πάντας τούς πιστούς ραγιάδας καί λάβη παρ' αύτών έγγύησιν ότι θα άναχωρήσωσιν έκ Κωνσταντιννουπόλεως.

Ή έγγύησις έκείνη έκφονίσθη ουτω πως :

ν^ δίδηται ύπό Ελλήνων αί οιον ής τούτων κρύφα άπήρχετο της Κωνσταντινουπόλεως ν^ τιμωρούνται τέσσαρις διά θανάτου. Καί έν ώ ό Σουλτάνος έξηκολούθει άποκεφαλίζων τούς άθφους μόνος ό Πρεσβευτής τή Έωσσικης αύτοκρατορίας Στωγονώφ μή άναιχόμενος τήν άδικον φυλάκησιν υποκειμένου Έώσσου, Έλληνας δέ τήν καταγωγήν, προέβη είς διαμαρτυρίας κατά της έν γένη όδυνηράς καταστάσεως τών έν Κωνσταντινουπόλει Χριστιανών. Αλλ' άμ^ μαθών ταύτά ό Πρεσβευτής της Αγγλίας λόρδος Στραγκφόρδ έπενέβη 158

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

ένθαρρύνων τήν Πύλην πεπιθως οτι δήθεν ό Στρωγανώφ άντείχετο είς τά της έταιρίας, έν ω ού μόνον ήτο πρός αύτήν δυσμενής, άλλά καί πρώτος της ένεργείας αύτής παρά τή Πύλη προέδωκεν.

Ό Πατριάρχης Γρηγόριος τω 1794 έξελέγη τό πρώτον Μητροπολίτης Σμύρνης, τω 1798 διωρίσθη οικουμενικός Πατριάρχης, τω 1805 έξεδωσε τό έπίτιμον κατά τών έν Πελοποννήσω Κλεπτών, δίς έξωρίσθη είς τον Αθωνα, τό 1808 καί αύθις τόν Ιανουάριον του 1819 είς τόν Πατριαρχικόν θρόνον, έπειδή τό νέο έπιτίμιον κατά τών Ελλήνων Επαναστατών καί τής Φιλικής Έταιρίας, ήτις άπεπειράθη μέν ώς έν Άθωνι καί έν Κωνστντινουπόλει άλλ' άπέτυχε διατειναμένου οτι ή ήλικί^ του καλώς τήν τοιαύτην οπύθεαν καί έάν ό Σουλτάνος λάβη ύπόνοιαν τής ένοχής του καταστρέφετο ό Χριστιανισμόςτούθ' οπερ καταδεικνύει οτι ούχ ύπήρχεν άνήρ σοβαρός δυνάμενος ν^ πράξη μέγα τι νεανικόν. Τό κατά τήν έπαναστάσιν έπιτίμιον του κατ'άγώνος ίερφ πλήξαντος αύτόν είς τά καίρι^ σπουδαίως ημαύρισε παρά τής Έλλάδος τόν ωφειλόμενον σεβασμόν, καίτοι οί φιλοί του πολυτρόπως είργάσαντο περί τής έξιλεώσεως του Γρηγορίου Ε'παρά τω Χριστιανική καί Έλληνικφ κόσμω παρ' ώ άληθώς καί φυσικώς σπουδαίως συνετέλεσεν ό τρόπος του θανάτού του είς τήν μεταβολήν τών κακών συναισθημάτων.

Ώς προείρηται τήν φυγήν τών υιών του Μαυρομιχάλη έκ του Πατριαρχείου άπέδωκαν είς ένεργείας του Γρηγορίου Φλέσσα, καθ' ώ έξεμάνη καί αύτός ό Πατριάρχης. Αληθώς ό Φλέσσας μετά του Σέκερη είργάσαντο παρά τοίς ύοις του Μαυρομιχάλη οπως ώς τάχιστα άπέλθωσιν άφ' ώ Βέης διωρίσθη ό Αλέξανδρος Κουμουνδουράκης καί έκ τούτω τω λόγω Μανιάτης τις προέδωσεν τόν Π. Σέκερην ώς συνεργαζόμενον ύπέρ τής έταιρίας, έφ' ώ καί προεκλήθη είς άνάκρισιν.

Αλλ ιστορικοί τινες ταύτα άλλως άφηγώνται, άγνοούντες τήν άλήθειαν. Ό Σπυρίδων Τρικούπης δέ ισχυρίζεται έν τή Ιστορία του οτι οί έν Πελοποννήσω Έλληνες ήσαν άτολμοι ώς έκ τής άγνοίας του άναγκαίου χειρισμού τών όπλων, οπερ ούκ έχέται άληθείας, διότι ό χειρισμός τών όπλών έμαθαίνετο εύχερώς. Άλλωστε τά πλείστα τής Πελοποννήσου μέρη κατωκούντο ύπό άνδρείων καί πεπειραμένων άνδρών, ώσπερ τά πράγματα κατέδειξαν κατόπιν. Διότι έν τή εύαλώτω Πελοπόννησον ή Έπανάστασις άνεπτύχθη καί ή έλευθερί^ άνδρώθη.

Ό Ιουσούφ Πασσάς, Διοικητής τής Εύβοίας, ό Μουσταφάς Βέη καί ό Μαχμουτ Πασσάς Δράμαλης, διελθόντες άμαχητί άπ^σαν τήν Στερεάν Έλλάδα, συνετρίβησαν έν Πελοποννήσω. Οί έμπειροι άδελφοί Στερεοελλαδίτες Καραϊσκάκης, Βότσαρης καί λοιποί έν Κρομμυδίω άπέδειξαν άπειρίαν πολέμου. Ή ήττα έκείνη ήνάγκασεν αύτούς άμέσως ν^ τραπώσιν είς τήν Στερεάν Έλλάδα καταλείποντες τήν εύάλωτον Πελοπόννησον είς τή τύχην τής.

Ό αύτός Ιστορικός Τρικούπης άνέγραωεν οτι οί Στερεοελλαδίται φοβούμενοι τόν Αλή Πασσάν, δέν έτόλμησαν ν^ κινηθώσι κατά τής Τουρκικής Δυναστείας καί ότέ οί Πελοποννήσιοι έκινήθησαν ένθαρρυθέντες άπό τής Γεωγραφικής θέσεως, τουτέστιν άπό

του άβάτου εδάφους καί των δυσβάτων όρέων. Ημείς γνωρίζοντες τήν γεωγραφικήν θέσιν ώς τό έδαφος των τμημάτων αύτών της Έλλάδος, δέν άποδεχόμεθα ώς έλατήριον της βραδείας κινήσεως άπό φόβον ουδέ της ταχείας κινήσεως τών Πελοποννησίων τήν γεωγραφικήν της Πελοποννήσου θέσιν.

Έσμέν βέβαιοι ότι ό τοιοϋτος ισχυρισμός τών σοφών ιστορικών ύπηρχεν λίαν άτυχής, διότι καθ' ήμάς τό έδαφος της Στερεάς Έλλάδος καί τά όρη αύτης ήδύναντο ν^ παράσχωσιν τοίς ευαρίθμοις μαχηταίς άπρομαχήτους προμαχώνας κατά κολοσσιαίων έχθρικών δυνάμεων. Οι Πελοποννήσιοι καί οι περιοικοί Νησιώται δέν άνελογίσθησαν άπέναντι της ελευθερίας της πατρίδος τάς γεωγραφικάς θέσεις, ότε ηχησεν ή Σάλπιγξ της ελευθερίας. Οι πάντες άναγνωρίζωσιν ότι τό έδαφος της Πελοποννήσου είναι όμαλώτερον του της Στερεάς Έλλάδος. Ισχυρίσθησαν ότι τό όνομα του Βέη της Μανής ένέπνεε θάρρος εις τούς Πελοποννησίους, πιστεύοντες ότι είχε καί χρήματα καί όπλα. Αλλ' ότέ έπηλθεν ή ώρ^ της ένεργείας καί χρημάτων καί όπλων έστεροϋντο οι ελεύθεροι Λάκωνες καί δέν άνταστηρήθησαν εις τήν φήμην άνέτυγχανον πρό της έπαναστάσεως.

Οι Μεσσήνιοι όμως καί Λεονταρίται άπέδειξαν αυταπάρνησιν καί διακεκριμένην άνδρείαν έν άπάσαις ταις μάχαις. Αι έν Βαλτετζίω, Αγιονορίω, Δερβενίω καί λοιπαις μέρεσι μάχαι έπεσφραγίζουσι τήν γνώμην ήμών ταύτήν. Μόνον εκατόν εικόσι Λάκωνες εύρέθησαν έν Βαλτετζίω, πλείονες δέ τών χιλίων τριακοσίων Μεσσηνίων τε καί Λεονταριται. Έν ταις μάχαις Αγιονορίου καί Δερβενακίου ύπέρ τάς χιλίους πεντακοσίους Μεσσηνίους και Λεονταριται άνδραγαθήσαντες. Πρός τούτοις όφείλομεν ν^ όμολογήσωμεν ότι οι άρχηγοί τών Μανιατών Κυριακούλης, Κωνσταντίνος καί Ήλίας Μαυρομιχάλαι, διεκρίθησαν κατά τον άγώνα έπ' άνδρείω μεθ' ών άνεφάνη άξιός του όνόματος του ό Δ. Μούρτζινος.

Ή Λακεδαίμων πλείονας της Μάνης έκλεκτούς άνδρας παρέταξεν έν τάς διαφόροις μάχαις ύπέρ πατρίδος ών άρχηγοί ήσαν ό Κρεββατάς καί Γιατράκος. Έπίσης διεκρίθησαν έπ' άνδρεί^ καί τών Γορτύνων οι έκ Λιοδώρας της Ήραίας, ών ήγειτο ό Δημήτριος Πλαπούτας. Πρός τούτοις διεκρίθησαν οι ορινοί του Δήμου Κυπαρισσίας καί οι Κοντοβουνήσιοι. Ό Γαρβινος έν σελίσιν 189-190 άνέγραωεν έν τή ιστορί^ του ότι :

«Ότε κατηλθεν εις τήν Πελοπόννησον ό άρχαιος όπαδός του περιφήμου Κλέπτου Ζαχαριά, Αναγνωσταράς όστις πρότερον περιήρχετο τήν Μακεδονίαν έν ώ ό Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε μεταβή εις τήν Καρδαμύλην, ήλθεν εις τήν Πελοπόννησον καί ό Γρηγόριος Φλέσσας». Αι ειδήσεις αύται πυρρφ άνέχουσι της άληθείας διότι ό Αναγνωσταράς ούτε Κλέπτης ποτέ υπηρξεν ούτε όπαδός τω Ζαχαριά ούτε έπεσκεύθη πότε τήν Μακεδονίαν. Ό Αναγνωσταράς ούτος τω 1803, Καπόμπασης ών, έπορεύθη εις Ζάκυνθον, φονεύσας τόν Κωνσταντινον Φλέσσαν προεστώτα Λεονταρίου, ώς έμφαίνεται έν τή έφεξης έπισήμω έγγράφω :

Έκ μέρους του ένδοξομεγαλοπρεπεστάτου καί πολυχρονίου Κεχαγιά Μπέη του Υωηλοτάτου έυσπλαγχνιωτάτου καί δικαιοτάτου Βελίγγιουμ Νιάμ Βαλησή Μουσταφά Πασά αύθέντου μου. Εις έσενα Αναγνώστη Παπαδόπουλε ( Αναγνωσταράς) Καπόμπασι του

Λεονταρίου, οτι σήμερον Πέμπτη έξημερώσοντας ό κλέπτης καί χαίδευτης Γεώργιος ηλθεν είς τό χωρίον Μπαρντάτε καί έκείθεν έπηρε του Γιαννάκη Περπατσιώτη τό έγγόνι, παιδί δύο χρόνων διά τουτο δέν άπορύσαμεν τόσον διά τό τόλμημά του κανονικού κλέπτου Γεωργίου, έπειδή καί αυτός έκαμε τό κίνημα της κλεπτικής τέχνης του. Όσον διά τήν άμέλειαν τήν ίδικήν σου καί διά κακήν φύλαξιν όπου κάμνεις τόσον όπου απερνώντες οί κλέπται άπό τό σπήτι του καπιλικίου σουν^ έργανται πλησίον είς τήν Τριπολιτζάν ν^ πέρνουν έκλάβους καί σύ χαμπάρι ν^ μήν έχης.

Μόνον ζητείς λωφέδες καί άστρα διά καπιλίκια, καί τά κακά όπου άκολουθουν άδιαφόρων δεν θέλεις ν^ τά έιξευρης. Δία τουτο λαμβάνοντες τόν παρόντα μου Διβάν τεσκερεμέ έμστου Βελιγ Νιάμ άφέντου μου σε προστάττομεν σφοδρώς, ότέ τήν ίδίαν ώραν, ευθύς ν^ εύγης χωρίς άλλο είς ζήτησιν του κακούργου κλέπτου ν^ πέσης κονδά καί μεταχειριζόμενος ολους τούς τρόπους ν^ τό έλευθερώσης τό παιδί μουτουλάη κτυπόντας είς θάνατον τούς κλέπτας καί προσεχών τάς καλά, όπου είς τό εξής παρόμοιον πράγμα ν^ μήν άκουσθη μήτε ν^ γεινη, οτι αύτό άφου φέρει έντροπήν είς έσενα καί είς όργήν του Βελίγγιουμ Νιάμ άφέντου μου δικαίως κατέπαιον. Όθεν καί ν^ μήν ύποπέσης οίς αύτήν κούμε έπειδή σφοδρώς σε προστάττομεν καί μή άλλ' έξ άποφάσεις.

1801 ’Οκτωβρίου 24, Τριπολιτζά.

Έν Έπτανήσω ό Αναγνωσταράς κατετάχθη είς τόν στρατόν τής Κατοχής καί έμενε μέχρις τω 1816, ότέ έκείθεν έπορεύθη είς Ρωσσίαν πρός λήωιν τής μισθοδοσίας του, έπανελθών δέ έξ Οδυσσου είς Κωνσταντινούπολιν ώς προείρηται τη άποφάσει τής Φιλικής Έταιρίας έπλευσε τόν Ιούνιον του 1818 καί Ύδραν καί Σπέτσας. Ωσαύτως στερούνται ύποστάσεως καί τά παρά τω αύτφ ίστορικφ λεγόμενα περί Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ότέ διέμενε πάντοτε έν Καρδαμύλη τής Μάνης, έν ώ μετέβη έκεί κατά τάς παραμονάς τής Έπαναστάσεως.

Ωσαύτως {ά ..ύδεατά} είναι τά παρά Γερβίνω καί Μελδεχώνι άναγραφόμενα περί του αύτου οτι τω 1806 έπεχείρησε ν άναγείρη έρηριμμένην τινα Μονήν έν τω πατρίδι του, ότέ άπεστείλας τόν άδελφόν αύτου Ίωάννην είς τό στρατόπεδον του Αλεξάνδρου Ύωηλάντη. Τό στρατόπεδον του Ύωηλάντου έσχηματίσθη περί τά τέλη Φεβρουαρίου του 1821 καί ό Κολοκοτρώνης διετέλει τότε έν γνώσει παντελή καί οτι τη προτροπή αύτου του Ίωάννου έπλευσε έκ Ζακύνθου είς Πελοπόννησον ό Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Διότι τω μέν 1806 ό Θεόδωρος Κολοκοτρώνης εύρίσκετο έν Ζακύνθω ένεκα τής κατά τό 1806 καταδιώξεως αύτου τε καί τών συγγενών του Κλεπτών υπό Τούρκων καί Ελλήνων. Ό δέ άδελφός του Θεοδώρου Ιωάννης έφονεύθη έν τη Μονή τών Αιμυαλών κειμένη ύπό το Ζυγοβίστιον παρά τη Δημητσάναν, προδοθείς ύπό τινος Καλογήρου, ον μετά τών ύπ' αύτών Κλεπτών εΐχον συλήσει καί σκληρώς τιμωρήσει πρό τής είς Ζάκυνθον μεταβάσεως του Θ. Κολοκοτρώνη.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ


ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Έμενε δέ ό Θεόδωρος Κολοκοτρώνης εν Ζακύνθω καί δύο μηνάς πρό της έκρήξεως της Έπαναστάσεως έπορεύθη είς Καρδαμύλην έν η έμεινε μέχρι τήν και του Φλέσσ^ έν Καλάμαις συναντήσεως ήν πληροφορίαν έδιδον αυτός καί ό Κολοκοτρώνης, ότι έγραφεν είς τόν Φλέσσαν καί Αναγνωσταράν καί ηλθον ούτοι είς Καλάμας είναι άνειΛικρινείς καί αυτός ουτος έν άλλω μέρος τών άπομνημπονευμάτων του, τήν δοκιμασίαν δέ ότι ό Φλέσσας έναντίον της θελήσεως όλων προέβη είς την έπανάστασιν τήν 21 Μαρτίου 1821 καί είς Καλάμας ηλθεν ό Μαυρομιχάλης καί Κολοκοτρώνης τήν 3 μ.μ. της 23 Μαρτίου.

Αλλ' ό Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έν τοις άπομνημονεύμασι του {..........}

καί ό Κος Θ. Κολοκοτρώνης μή άνεχόμενος τά κελεύσματα του Φλέσσω έπιζήσας ένδόξους παρ' αύτφ, λόγοις {. ..........} Καλαμάτα άλλά άρχήν της έπαναστάσεως{. .. } διά δοκιμασίαν αύτούς πολλών έγγράφων.

Ό Ιστορικός Μελδεγιάν άνέγραωεν έν σελίδι 245 τω άτόμου της Ίστορίαςτου ότι :

«Περί τά τέλη του 1820 έπεφάνη είς άπόστολος του Αλεξάνδρου Ύωηλάντου ό δραστηριώτατος έκείνος της έταιρίας άπόστολος, ό τολμηρότατος καί άτρομητότατος τών συνωμότων Αρχιμανδρίτης Δικαίος, συνήθως

Παπαφλέσσας έπικαλούμενος, όστις πρό μικρού έτι ηχε συνεργήσει τοιούτον άποτελεσματικώς έν τη κατά τό Ίσμαήλιον συνετεύξι. Έλθών δία Κωνσταντινουπόλεως καί Κυδωνιών είς Ύδραν καί Σπέτσας, έφερε μεθ' εαυτού πυρίτιδα, πολεμοφόδια καί άγριον πολέμου έύθεν», καί έν σελίδι 254 ότι:

«Ό Φλέσσας συνηγέρθη περί τόν Θ. Κολοκοτρώνην καί Π. Μαυρομιχάλην καί λοιπούς». Αλλ' ό Παπαφλέσσας δεν ητο άπόστολος, άλλ' άρχηγός της Φιλικής Έταιρίας καί άντιπρόσωπος του Αλεξάνδρου Ύωηλάντου, διαπρέωας έν Μολδοβλαχία καί Πελοποννήσω έν η κατεδείχθη ύπέρτερος, τών προσδοκιών τών συνεταίρων του.

Ουδέποτε δέ εϊπετο ταις σκέωεσι τω Θεοδόρω Κολοκοτρώνη καί Π. Μαυρομιχάλη καί οδηγών μάλλον αύτούς. Διό τήν 21ην Μαρτίου 1821 μετά τών οπαδών του φοβούμενος τάς άναβολάς τών έν ταίς Μοναίς Ταξιαρχών καί Λαύρας Αιγιαλίαις προυχόντων, υωωσεν είς Καλάμας τήν σημαίαν της Έπαναστάσεως, κατελθόντων αυτόσε μετά δύο ήμέρας του Π. Μαυρομιχάλη καί Θ, Κολοκοτρώνη μετά τριακοσίων ανδρών, ώ θέλομεν είπεί παρακαττύοντες. Έν σελίδι 255 ο Γερβίνος άνέγραωεν καί τά έξης άνακριβη, οτι:

Οί Πελοποννήσιοι στρατιώται διηρέθησαν τότε είς δύο μερίδας, οί μέν άνελογίζοντο τι ήδύνατο ν άπωλεσθη έκ της έπαναστάσεως, καί άποδοκιμάζοντες άπερίσκεπτον τόλμημα, οπερ ήθελε χειροτερεύσει τήν θέσιν τών ραγιάδων, καί καλλίστην πολιτικήν έθεώρουν τήν προσδοκίαν καί τήν άναβολήν.

Οί δέ σκεπτόμενοι μόνον τί ηδύνατο ν^ κερδηθή διά τής τών παθημάτων άνανδρείας, άπεκάλουν δειλίαν καί προδοσίαν τήν βραδύτητα, καί έν τή φοβερά έκείνη συγχύσει τών Τουρκικών πραγμάτων έθεώρουν τήν έγγυτάτην στιγμήν καί έπικαιροτάτην είς άνεπέτασιν της Επαναστατικης σημαίας. Καί πρός έκείνους μέν άπέκλινον έν γένει οί πλοίστοι έπιφανείς καί πεπαιδευμένοι. Είς τούτοις δέ πτωχότεροι καί άμαθέστεροι μάλλον τών Πατριωτικών Αρχηγών.

Έκεί έτάσσετο ο Πετρόμπεης καί ή τω Βορρά Τριανδρία, ο Λόντος, ο Ζαήμης και ο Γερμανός. Έδώ δέ ο Κολοκοτρώνης καί Παπαφλέσσας καί ότι : ο Παπαφλέσσας έβεβαίωσεν τούς λοιπούς (έν Αγί^ Λαύρ^ προεστώτας) οτι ώς έντολοδόχος της Αρχής ήθελε μισθώσει αύτός χιλίους Μανιάτας καί κηρύξει τήν έπανάστασιν καί άπλώς είπών τοιούτον έδείνου τό πράγμα, ώστε ή έναντίοι αύτού έσκέφθησαν ν^ έγκλήσωσι αυτόν έν τή Μόνη του Μεγάλου Σπηλαίου ΐνα τόν καταστήσωσι άβλαβη.

Ουδείς ομως έτόλμησε ν^ έπιβάλη χείρα κατά τω τολμητφ Ιερέα, οστις μετεχειρίζετο έπίσης κάλως τό ξίφος, οπως καί τόν σταυρόν, καί πάντες έχάρησαν οτέ μόνον αυτός ώργισμένος κατά τών καλιλογούντων καί δισταζόντων άνεχώρησε καί έπλεύσθη έν τω Μοναστηρίω Ρεκίτσης. Απερρίφθη τότε ή προθεσμία της 6ης Απριλίου ήν έκείνος εΐχε προτείνει».

Αληθώς διηρέθησαν οί Πελοποννήσιοι Λόντος, Ζαήμης καί Γερμανός, καί Φλέσσας είς δύο μερίδας, του Π. Μαυρομιχάλη καί του Θ. Κολοκοτρώνη ουδόλως άναμειχθέντων είς τά συμβούλια κατά την άρχήν της Έπαναστάσεως, καί δή του Π. Μαυρομιχάλη μετεώρω μαίνοντι μέχρι της έκρήξεως της Έπανάστασεως. Κατά την μέν μίαν μερίδα τήν έπιζητούσαν τήν άναβολήν, άπετέλουν ο Λόντος, Ζαήμης, Γερμανός καί Νοταράς, τήν δ' έτέραν τήν άντιπροσωπεύουσαν άπαντας τούς κρίνοντας άναγκαίον τήν ταχείαν έκρηξιν της Έπαναστάσεως, ο Γρηγόριος Φλέσσας.

Οί έπιζητούντες τήν άναβολήν έφρόνουν οτι τό έθνος δέν ήτο δεόντως παρεσκευασμένον είς έπανάστασιν, δεν ήτο έν γνώση αύτης ο Ιωάννης Καποδίστριας, καί αυτός ο Αύτοκράτωρ της Έωσσίας καί δέν έπεθύμουν ν^ θυσιάσωσιν έαυτούς έν περιπτώσει τοιαύτη. Ή δέ έτέρ^ μερίς, άν έξεπροσώπει ό Γρηγόριος Φλέσσας, έπρέσβευεν ότι τό έθνος ητο καλώς παρεσκευασμένον, καί έπρεπε ν^ έπισπευθη ή έκρηξις της έπαναστάσεως, της Πύλης εύρισκομένης έν έσωτερικοίς περισπασμοίς καί της Μολδοβλαχίας συμπάσης ούσης έτοιμη ν'άσπασθη τό κατά της Πύλης κίνημα.

Ή πρώτη μερίς, άποκρούσασα τάς σκέωεις του φιλοπολέμου Φλέσσα άπεφάσισε ν^ συλλάβη αύτόν καί περιορίση έν τη Μόνη Σπηλαίου, δέν έτόλμησε δέ ν^ προβη είς διάβημα τοιοϋτον φοβηθείσα τόν Φλέσσα καί τούς περί αύτόν έπιλέκτους έπτά. Ό Φλέσσας έννοήσας τήν κακοβουλίαν της τριανδρίας αύτης, ήπείλησεν ότι θά μεταβη είς Λεοντάριον καί Μεσσηνίαν καί θά συναθρήση έκεί χιλίους πεντακοσίους άνδρας, καί θά κηρύξη άμέσως τήν έπανάστασιν.

Ή Τριανδρία φοβηθείσα, περιεποιήθη τόν Φλέσσα καί προέτρεωεν αύτόν ν^ ήσυχάση μέχρι της έπανόδου τών μελλόντων ν'άποσταλώσιν είς 'Ρωσσίαν καί Ιταλίαν. Ό Φλέσσας προσεποιήθη ότι άποδέχεται τήν γνώμην ταύτην καί άνεχώρησεν εκείθεν, μεταβάς είς Καλάμας καί ούχί είς Ρεκίτσαν, ώς ισχυρίζονται κακώς οί περί ώς ό λόγος Ιστορικοί.

Μετά τήν έκ Τριπόλεως άναχώρησιν ώς είρηται του Χουρσίτ Πασσά Μορέ Βαλαση της Πελοπονήσου καί του διαδόχου του Μεχμέτ Πασσά έμεινεν έν Τριπόλει ώς άντιπρόσωπος του ήγεμόνος ό Σελάχ Αγάς νεός ύπερήφανος καί ούχί μωρός, ώς οί Ιστορικοί τούτον άποκαλούνται. Ουτος κατά τάς άρχάς Φεβρουαρίου έκάλεσεν είς Τρίπολιν τούς Αρχιερείς καί προεστώτας ύποπτευθείς έπανάστασιν τών Ελλήνων κατά του καθεστώτος άπό φήμας τινας, όστις κρατών αύτούς έν Τριπόλει παρακωλύση τήν κατά της δυναστείας έξέργεσιν τών Ελλήνων.

Καί εί κατώρθου τήν έν Τριπόλει συγκέντρωσιν πάντων τών προεστώτων καί Αρχιερέων, έφρόνει ότι διέφυγεν τόν κίνδυνον της έξέργεσης. Όθεν κατά τήν πρόσκλησιν ταύτήν προσηλθον είς Τρίπολιν, πεποιθότες ότε μετά τήν έν Αγί^ Λαύρ^ άποφασισθέντα έματαιώθη ή έπανάστασις, προσηλθον δέ είς Τρίπολιν οί έφεξης προεστώτες καί Αρχιερείς :

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Πρό της προσκλήσεως τούτων εύρέθησαν κατά τύχην εις Τρίπολιν ό έκ Λαγκαδίων Θ. Δεληγιάννης καί ό έξ Ανδριτσαίνης Α. Παππαλέξης, προτρέποντας τόν Καιμακάμην ΐνα μή δίδη πίστιν πρός τάς περί έπαναστάσεως αδεσπότους φήμας. Τούτους ένίσχυε καί ό Αρχιεπίσκοπος Αμπελών (Τριπολέως) Δανιήλ.

Αλλ' ό Σαλήχ πληροφορούμενος περί του έναντίου έκράτησεν αμφοτέρους έν Τριπόλει μέχρι της έλεύσεως τών άλλων. Ήρνήθησαν δ'έπί διαφόροις προφάσεσι ν^ προσέλθουν κληθέντες, ό Παλαιών Πατρών Γερμανός, Ανδρέας Ζαήμης, Σωτήριος Θεοχαρόπουλος, Ανδρέας Λόντος, Π. Κρεββατάς. Αφ'ώ έν Άγί^ Λαύρα συνελθόντες άπεφάσισαν τώ κατά την φαινόριον υποστήρηξιν του Φλέσσα, τήν αναβολήν της έπαναστάσεως, οί προεστώτες καί οί Αρχιερείς έπίστευσαν οτι έματαιώθη ή ένέργεια αύτή καί ύπό τοιαύτας διατελουντες σκέωεις κληθέντες προσηλθον εις Τρίπολιν.

Οί δέ μή προσελθόντες, φοβούμενοι τήν έναντίον τών αποφασισμένων ένέργειαν του Γρηγορίου Φλέσσα, δέν ύπηκουσαν, ό Κρεββατάς μάλιστα μετά τήν έξ Αιγίου αναχώρησιν του Γρηγορίου Φλέσσ^ ήλθεν είς συνενόησιν μετ'αύτου. Ό έκ Θουριας προεστώς Γεώργιος Χρηστάκης, πενθερός καί κατόπιν του Ίωάννου Φλέσσω καί τελευταίως έκ τών φυλακών Τριπόλεως έξελθών, ώμολόγησεν οτι μή πιστεύοντας οτι θά έκραγή έπανάστασις προσηλθεν εις τά φυλακάς καί οτι δέν θά προσήρχετο έάν έγνώριζεν οτι θά έκραγή έπανάστασις. Κατ'άκολουθίαν ό ισχυρισμός του Ιστορικού Σ. Τρικούπη οτι οί έν Βοστίτση άπεφαίνωντο οτι καθ' ήν πρίστασιν κληθώσιν είς Τρίπολιν ν^ μήν μεταβώσιν δέν έχει της άληθείας. (Τόμος Α', σελίς 57).

Ότι δέ ταυτα έστιν άληθη άποδεικνύεται καί έκ της μή προσελεύσεως είς Τρίπολιν προεστώτων τινων καί Αρχιερέων. Ουδόλως δέ δύναται ν^ ληφθή υπ'οωιν ισχυρισμός του Σπύρου Τρικούπη οτι οί προεστώτες καί Αρχιερείς φοβηθέντες μή ρίωωσι τό προσωπειον καί άναγκάσωσι τούς Τούρκους ν^ κινηθώσι κατά τών Ελλήνων, οντων άκτίμων καί διεσπαρμένων άνά τάς έπαρχίας, προσηλθον άμ^ κλειθέντες διότι άπαντες οί Έλληνες διετέλουν τότε έν γνώση της ένεργείας ταυτης καί εύρίσκοντο έν ταις έστίαις τών έκτός του Θ. Κολοκοτρώνη εύρισκομένου έν Μάνη. Άλλωστε μετ'ου πολύ ύωώθη ή σημαί^ της Έπαναστάσεως.

Οί έκ Τριπόλεως προεστώτες καί Αρχιερείς ύπέστησαν βαρέας βασάνους στερούμενοι τροφάς, δεσμευθέντες έν άλύσεσι καί ύποστάντες μυρία όσα κακά. Τινές μάλιστα άπεκαφαλίσθησαν ένώπιον τών λοιπών φυλακισθέντων, Κωνσταντίνος Παντελέξης καί έκρήτες. Απέθανον δέ έν τή ειρκτή ό Μονεμβασίας Χρύσανθος, ό Ναυπλίας Γρηγόριος, ό Χριστιανουπόλεως Γερμανός, ό Δημητσάνης Φιλόθεος, ό προεστώς Αναγνώστης Κωστόπουλος, ό Πρωτοσύγγελος της Ανδριτσαίνας Χρύσανθος, ό τών Αμπελών Δανιήλ, ό Θεόδωρος Δεληγιάννης, ό Π. Κυριακός, ό Ιωάννης Περρούκας, τών λοιπών δύο ήμέρας πρό τής άλώσεως τής Τριπόλεως άφεθέντων έλευθέρων.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Ο ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ ΚΑΙ Η ΕΚΡΗΞΙΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Ό Γρηγόριος Παπαφλέσσας διακαώς έπιθυμών τήν άπελευθέρωσιν της πατρίδος του από του τυραννικού ζυγου κατά το έτος καθ' ο έπεραίωσε τάς έν Δημητσάνη σπουδάς του έδημοσίευσεν έν Δημητσάνη σάτιρα φρικτήν κατά τών Τούρκων ήν ύπεγράφη θέσας ταύτην τήν ύπογραφήν «Φφς Καλάμιος τό όνομα Γρηγόριος άνήρ Καλάμιος τό όνομα Γρηγόριος». Ή τυχοκόληση νύκτωρ τής σατίρας αύτής έτάραξε τούς έν Δημητσάνη Χριστιανούς καί ιδίως τήν οικογένεια Οικονόμου έν τή οικία τής οποίας έμενε μαθητευόμενος ο Γρηγόριος Παπαφλέσσας καί προέτρεωεν αύτόν νφ άπέλθη έκείθεν, διότι γενόμενος γνωστός πρός τούς Τούρκους θά έφονεύετο καί θά κατεστρέφετο καί ή οικογένεια του Οικονόμου.

Ό Φλέσσας άποδεχθείς τήν γνώμην του Οικονόμου ώς ορθήν νύκτωρ άναχωρήσας έπορεύθη τήν εσπέραν είς τήν έν Λεονταρίω οικίαν του ίερέως Οικονόμου Ηλιοπούλου έν ή έμεινεν καί έκείθεν νύκτωρ έπορεύθη είς τήν μονή Ρεκίτσης τής κειμένης έν τοίς μεθορίεις Μεγαλουπόλεως, Σπάρτης καί Αρκαδίας έν ή έμενεν άπό του έτους 1815 - Είς καθ' έτους 1816 έκεί μένων έμαθε παρά τών μοναχών ότι τά πέριξ τής Μονής καλά κτήματα κατέλαβεν ο έκ Λεονταρίου Χουρσείν Αγάς Σερτάρης. Ό Γρηγόριος Φλέσσας έμβρόντητος γενόμενος έπέπληξε τούς μοναχούς διά τήν άνοχήν τών. Ό Χουρσείν έσπειρε τά κτήματα ταυτα γρασήδια πρός χρήση τών ίππων τού. Ό Γρηγόριος Φλέσσας εΐπεν είς τούς Μοναχούς εί βεβαιώση ότι τοίς εϊπη, πρός άνάκτησιν τής περιουσίας τής Μονής καί δεχθέντων τών Μοναχών εΐπεν αύτοίς:

Έν τοίς άκροις τών κτημάτων κυκλικώς ένα μέτρον ύπό τήν γήν νφ θέσωσιν άνθρακας ή άλλας τινάς ύλας καί καλύωωσι ταύτας διά χώματος. Ήτο δέ Σβριος του 1815 ότε ο Γρηγόριος Φλέσσας Φλέσσας συνεβούλευσεν τοίς Μοναχοίς ταυτα. Μετά τήν συμβουλήν ταύτην τουτέστιν τόν ’Οκτώβριον του 1815 μεταβάς είς Πολιανήν, τήν ιδιαιτέραν αύτου πατρίδα, έμενεν έκεί έπισκεωάμενος έκείθεν ένίοτε καί τάς Καλάμας. Καί κατά τάς άχάς Απριλίου 1816 έπανήλθεν είς Ρεκίτσαν συνοδευόμενος ύπό τών άδελφών αύτου Ήλία, Νικήτα φοβερούς πρός τούς Τούρκους καί του Παύλου Γεωργαλά , Θεοδώρου Πουλόπουλου, Π. Φερέτου, Κατσίμπουρην διακριθέντας κατά τήν έπανάστασιν του 1821 καί έμενε μετ' αύτών έν τή Μονή.

Ό Πλουσιώτατος Αγάς Λεονταρίου άντήλλαξεν τούς ύπηρέτας του μετ' άλλων έργατών πρός θερισμόν τών Γρασιδίων. Αλλά τούτοις οί Μοναχοί άπεδίωξαν ισχυρισθέντες ότι τά κτήματα αύτά άνήκον είς τήν Μονήν καί ούχί είς τόν Χουρσεϊν Σερτάρην. Οί έργάτας πρό τής τοιαύτης στάσεως τών Μοναχών άπελθόντες είς Λεοντάριον άνεκοίνωσαν τφ Χουρσεϊν Σερτάρη τά συμβάντα. Ό Σερτάρης πλήρης θυμου παραλαβών 100 άνδρας ένόπλους έπορεύθη είς Ρεκίτσαν, ότε οί Μοναχοί άνήγγειλαν είς αύτόν ότι νφ μήν προβή είς θερισμόν του γρασιδίου διότι θά προσβληθή ύπό τών Μοναχών καί τών έν Μονή πολλών άλλων , παρέστη ένώπιον του Χουρσεϊν Σερτάρη ο ήγούμενος τής Μονής Ρεκίτσας καί άνήγγειλεν είς αύτόν ότι έν τή Μονή εύρίσκονται ο Γρηγόριος Φλέσσας Φλέσσας μετά τών περιβοήτων τότε άδελφών αύτου Ήλία, Νικήτα, Π. Κεφάλα, Κωλοβού Τούρτα μετά 100 έτέρων άνδρών καί θά χυθή πολύ αίμα.

Ό Χουρσεϊν Σερτάρης έννοήσας οτι ήττω αδύνατον νς έπιβληθή άνεχώρησε μετά άπειλάς καί μετέβη είς Λεοντάριον. Ό Γρηγόριος Φλέσσας Φλέσσας ύποπτευθείς οτι ό Χουρσεϊν Σερτάρης θα μεταβή είς Τρίπολιν καί θα έργασθή κατά της Μονής καλά ένδυθείς μοναχικήν στολήν μετά του ήγουμένου νύκτωρ είς Τρίπολιν έπορεύθη καί σπεύσας άντώμοσε τον σημαίνοντα παρά τούς Τούρκους Κουγιάν καί άλλους τινάς παραστήσας είς αύτούς οτι τά κτήματα τής Μονής Ρεκίτσας κατέλαβεν αύθαιρέτως ο Χουσεϊν Σερτάρης καί παρεκάλεσεν αύτούς νς σπεύσωσιν νς σώσωσι τήν περιουσίαν τής Μονής.

Οί σημαίνοντες ούτοι παρά τοις Τούρκους, κατορθώσαν νς κρύπτωσι τήν ύπόθεσιν ταύτην , δικαστής Αρκαδίας Μεγαλουπόλεως καί Σπάρτης, οϊτινες μεταβάντες έπιτοπίως καίένεργήσαντες έρευναν κατά τήν ύπόδειξιν τών Μοναχών καί άνακαλύωαντες τά σημεϊα τής κυριότητος τής Μονής τού Χουρσεϊν Σερτάρη έχοντος νς ύποδείξει προς ύποστήριξιν τής έπί τών κτημάτων τούτων κυριότητάς του έδικαίωσαν τήν Μονήν. Ό Χουσσεϊν Αγάς Σερτάρης μετά τήν άποτυχίαν ταύτην έπνεεν μένος κατά τού Γρηγορίου Φλέσσα .

Ό Φλέσσας έπηνέθη ύφ' ολων τών Χριστιανών Σπάρτης, Αρκαδίας καί Μεγαλουπόλεως, διότι διά τής ευφυΐας τού έσωσε τήν περιουσίαν τής Μονής. Ό Φλέσσας μετά τήν ένέργειαν τού ταύτην έσκέπτετο πώς ήδύνατο νς συνεχίσει είς τήν άπελευθερώσιν τής Πατρίδος τού, καί διά κατά τον Σβριον τού 1816 ύπο πολλάς περιπετείας μεταβάς είς Κωνσταντινούπολιν κατφκησεν έν τίνι καταλλήλω οίκίαις φέρων κληρικήν στολήν, ϊνα άνυπόπτως ένεργεϊ ύπέρ τού σκοπού τού.

Αμέσως δέ έν Κωνσταντινουπόλει εύρεν διδάσκαλον τινά, Γεράσιμον καλούμενον, γνωρίζοντα άριστα την Ελληνικήν γλώσσαν καί έδιδάσκετο ύπ' αύτού τάς δημηγορίας τού Περικλέους. Μένων έν Κωνσταντινουπόλει μετ’ όλίγας ήμέρας έγνώρισε τον Μητροπολίτην Δέρκων έκ Ζουπάνης τών Πατρών καταγόμενον. Ο Μητροπολίτης Δέρκων πλησιάσας τον Γρηγόριον Δίκαιον Φλέσσαν, ήρώτησεν αύτον πόθεν κατάγεται.

Ο Φλέσσας άπήντησε, οτι κατάγεται έκ Κορίνθου, ότι το όνομά του είναι Γρηγόριος Δίκαιος, καί τον ήρώτησε πώς ζώσιν οί Έλληνες μετά τών Τούρκων, ο Φλέσσας άπήντησεν οτι άν τάχιστα δεν βελτιωθή ή Διοίκησι οί Χριστιανοί διότι πολύ πιέζονται νς μεταβάλλωσιν θρήσκευμα. Πρός τών Δέρκων δέ ο Δίκαιος Φλέσσας προυξένησε μεγίστην έντύπωσιν, καί ο Πρωτοδιάκονος αύτού μή ών Πελοποννήσιος,έλεγεν προς τον Φλέσσαν οτι πρώτην φοράν βλέπω ο Μητροπολίτης νς περιποιήται τόσον άπλούν καλόγηρον. (Σελ. 985)

Ο Δίκαιος Φλέσσας γελών εΐπεν προς αύτον, οτι έγώ είμί Πελοποννήσιος καί εϊμεθα πατριώται καί διά αύτήν την αίτίαν με περιποιήται. Μετ'ολίγας ημέρας καλέσας ο Μητροπολίτης τον Δίκαιον Φλέσσαν πρότεινε όπως συμφάγωσι εν τή Τραπέζη μόνοι των διότι σπανίως εδέχετο έτερον τινά εν τή Τραπέζη και επι τούτω ο Φλέσσας απεκάλει τον Μητροπολίτην πραγματικόν Δεσπότην, έξήτασεν αύτον ένέν λεπτομερείς περί τής καταστάσεως τής Πελοποννήσου καί ήπόρησεν πώς μοναχός ών έγνώριζεν άκριβώς την

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

κατάστασιν της Πελοποννήσου. Διότι καί άλλοι τινές έγραφον προς τον Μητροπολίτην τά αυτά ύποστηρίζοντες.

Ο Μητροπολίτης Δερκων μύησε τον Παπαφλεσσα στην Φιλική Εταιρία.

Έπί τέλους είπε ο Μητροπολίτης προς τον Φλέσσαν νά έχει ύπομονήν καί αΰριον κατά την αυτήν ώραν της εσπέρας μεταβώμεν προς άντάμωση τοΰ Μητροπολίτου διότι έν τφ οϊκω τοΰ περιμένει έναν πατριώτην έργαζόμενον ύπέρ της βελτιώσεως τών Χριστιανών, καί διά τήν εσπέραν της έπιούσης μεταβάς είς τον οίκον τοΰ Μητροπολίτου συνήντησε έκεί τον Σκουφάν, γέροντα πατριώτην άμαθη, καί άτυχήσαντα έν τη έμπορία τοΰ. Ό Μητροπολίτης Δέρκων , συνέστησε είς τον Σκουφάν τον Γρηγόριον Φλέσσαν, ώς μοναχόν ευπαίδευτον καί έξαίρετον πατριώτην, καί μετά συζήτησιν έκτεταμένην ένέγραωε έν τφ καταλόγω τών έταιρικών ύπο τά στοιχεία Α. Μ.

Εννοείται οτι ό Γρηγόριος δέν εκαμεν γνωστόν τό έπίθετον τοΰ είς αύτούς, φοβούμενος μή τά έν Πελοποννήσω τολμήματα τοΰ ήσαν γνωστά. Έκλήθη αΰθις τήν εσπέραν της έπιούσης νά μεταβη είς τόν οίκον τοΰ Μητροπολίτου καί συζητήσωσι περί της έταιρίας. Καί δή μεταβάς ό Φλέσσας εΰρεν έκεί τόν Σκουφάν, οστις παρέδωκεν είς αύτόν τό καταστατικόν της εταιρίας, ίνα μελετήσει αυτό καί έπιφέρει τάς έπ' αυτοΰ κρίσεις του, καί τήν έσπέραν της έπομένης νά έπανέλθη είς τήν οίκίαν τοΰ Μητροπολίτου καί άποφήσωσιν τί δέον γενέσθαι.

Σημειωτόν οτι έν τφ καταστατικφ είχον ύπογράωει μόνον τέσσαρες, ό Σκουφάς, ό Τσακάλωφ, ό Ξάνθος καί ό Γαζής καί πέμπτος ό Γρηγόριος Φλέσσας. Τήν έπί τοΰ καταστατικοΰ μελέτη ό Γρηγόριος Φλέσσας άνέγνωκεν ένώπιον τοΰ Μητροπολίτου καί Σκουφά ίσχυρισθείς οτι άν άκολουθήσωσι τήν τακτικήν ή όποία άναγράφεται έν τφ Καταστατικφ, ένώ άναφέρονται κατειλημένου κατηχούμενοι, ποιμένες, άρχιποιμένες καί λ.π. ούδέν θά δυνηθώσι νά κατορθώσιν, ύπέδειξε δέ αύτός οτι ό κατηχούμενος νά καταθέτη είς τό ταμείον της Έταιρίας οτι δύναται καί νά λαμβάνει τό καταχωρητήριον έγγραφον φέρων ήμερομηνίαν τήν 25 ’Οκτωβρίου 1817 άδιάφορου άν ό κατηχηθείς έκατηχήθη τό 1817, 1818,1819 ή 1820.- πρός άποφυγήν πλαστογραφίας τών κατηχητηρίων έγγράφων,καί οτι δέν έννοεί νά μεταβληθη τό Καταστατικόν άλλά οί Έταιρισταί οί όποιοι δέν πρέπει νά είναι πλέον τών δώδεκα, οΰτω δέον νά ένεργώσιν. (Σελ. 986)

Τήν γνώμην ταύτην τοΰ Γρηγορίου Φλέσσα άποδέχθη μετά έπαίνων ό Μητροπολίτης Δέρκων καί ό Σκουφάς καί πρός ενδειξιν της πρός τόν Γρηγόριον Δίκαιον έκτιμήσεώς τών έδωκεν καί τόν τίτλω Αρμόδιος. Ό Σκουφάς άσθενήσας άπέθανεν κατά τόν Ιούλιον τοΰ 1818, οτε είχον έγγραφή ώς έταιρισταί Δέκα. Μετά τόν θάνατον τοΰ Σκουφά συνελθόντες κρυφά οί έταιρισταί έν Κωνσταντινουπώλει άπεφάσισαν νά μεταβη είς Μολδοβλαχίαν ό Γρηγόριος Φλέσσας πρός ένέργειαν. Ό Παπαφλέσσας μεταβάς είς Μολδοβλαχίαν καί έκείθεν είς Πετρούπολιν δέν ήθέλησε νά πλησιάσοι τόν Καποδίστριαν πληροφορηθείς οτι οΰτος ητο έναντίον της έπαναστάσεως τών Ελλήνων κατά της Τουρκίας ένεκα της Ίεράς

Συμμαχίας. Ό δέ Ύωηλάντης δέν εύρίσκετο τότε έν Πετρουπόλει καί έπανήλθεν είς Ίάσιον της Μολδοβλαχίας ένθα σκεφθέντες άπέστειλαν είς Πετρούπολιν άργότερον τον Ξάνθον προς κατήχησιν του Αλεξάνδρου Ύωηλάντου προς άντάμωσιν του οποίου μεταβείς ό Ξάνθος κατώρθωσε ν^ πείση αύτον ν^ άναλάβη τήν άρχηγίαν της έταιρίας.

Καί μετά τήν κατήχησιν του Ύωηλάντου ήλθεν είς τήν Μολδοβλαχίαν ό Ξάνθος καί έβεβαίωσε τον Γρηγόριον Φλέσσαν ότι ό Ύωηλάντης έδέχθη τήν άρχηγίαν της έταιρείας καί ότι έτοιμάζεται νά κατέλθη είς Μολδοβλαχίαν.- Ό Γρηγόριος Φλέσσας άνέμενε τον Ύωηλάντην έν Ίασίω καί μετά τήν κάθοδον του είς Ίάσιον έκλήθησαν οί δέκα έταιρισταί είς σύσκεωιν καί έν τή διασκέωει ταύτη έξελέγη μέλος τών έταιριστών ό Αλέξανδρος Ύωηλάντης καί έλαβε το ωευδόνυμο Ρ. Καί διά της κατατάξεως του Ύωηλάντου άπετελέσθη ό άριθμος τών έταιριστών είς δώδεκα.

Ό Ύωηλάντης λαβών τήν άρχηγίαν τής έταιρίας έκάλεσε παρ' αύτφ τούς έταιριστάς πλήν του Γαζή καί μετά διασκέωεως διωρίσθη άντιπρόσωπος καί πληρεξούσιος του Αλεξάνδρου Ύωηλάντου κατά τήν Πελοπόννησον ό Γρηγόριος Φλέσσας. Έκείθεν λαβών το πληρεξούσιον καί τά λοιπά άναγκαία άνεχώρησεν είς Κωνσταντινούπολιν, καί έκείθεν μετά τολμηράς ένεργείας έπλευσεν είς Κυδωνίας της Ασίας καί κατηχήσας τούς διδασκάλους της έκεί Μεγάλης Σχολής άνεχώρησεν είς Μιτυλίνην, έν ή άνέμενεν τήν άποστολήν πολεμοφοδίων έκ μέρους του άδελφου αύτου Κωνσταντίνου Φλέσσα μένοντος έν Σμύρνη προς ήν έπί τούτω άπέστειλεν τον Ϊπατρον, καί μετά τινας ήμέρας έφόρτωσαν οί δύο ούτοι κύριοι το πλοίον του Χριστοδούλου Μέξη περίπου 400 βαρέλια πυρίτιδος 30.000 χιλ. Πυρολίθους καί άναλόγους σφαίρας.

Ένεχείρησαν δέ καί προς τον πλοίαρχον έπιστολήν άπευθυνομένην προς τον Φλέσσαν δι ής τού έγραφον, ότι έάν ό άδελφος σου Φλέσσας έπανέλθη άποστείλωμεν καί άλλας βοηθείας. Ό Φλέσσας άπο τήν Μυτιλήνην κατεύθυνε το πλοίον αύτο είς Αλμυρόν δούς είς τον πλοίαρχον έπιστολήν προς τον άδελφον αύτου Νικήταν Φλέσσαν. Τήν έπιουσαν της καταλεύσεως του πλοίου του Χροστοδούλου Μέξη Ποριότου άπέπλευσεν καί ό Φλέσσας δ Ϋδραν καί Σπέτσας καί συναντηθείς έκεί μετά τών έπισήμων τών νήσων τούτων έπλευσεν είς Αργός. (Σελ. 988)

Έξ Αργους έπορεύθη είς Τρίκαλα τής Κορινθίας καί συναντήσας έκεί τον Πανούτσον Νοταράν καί τον διδάσκαλον Δούκα, κατέπεισεν αύτούς οϊτινες δι' έπιστολής τών προς τούς Αρχιερείς καί προεστώτας τής Αχαϊαργολίδος ώνόμασαν τον Φλέσσαν στυλίδα σεβαστον καί έξοχον καί προέτρεπεν αύτούς ν^ τον άκροασθώσιν, έκείθεν μετέβη ό Φλέσσας είς Αϊγιον καί έν τή έκεί Μονή τού Αγίου Γεωργίου έκάλεσεν τούς προεστώτας καί Αρχιερείς είς διάσκεωιν, καί συνελθόντες έκεί οί Αρχιερείς καί προεστώτες συνεζήτησαν άν πρέπει ή Έλλάς ν^ κινηθή κατά τής Τουρκίας ή όχι, καί γενομένης συζητήσεως σφοδράς άνεβλήθη ή συνεδρίασις ίνα συνέλθωσιν αί έν τή Μονή τής Αγίας Λαύρας, έν ή συνελθόντες ήρξαντο τής συζητήσεως μετά τής αύτής σφοδρότητος μή πειθόμενοι είς τάς πληροφορίας τού Φλέσσα.

Ό Φλέσσας βλέπων οτι έπέμενον οί κύριοι ουτοι είς τήν αναβολήν τής ένάρξεως τής έπαναστάσεως κατά τον Ιούλιον του 1921 ΐνα άποσταλώσι έν 'Ρωσσία καί είς Πίσσαν ένθα έμενεν ό Μητροπολίτης Άρτης καί νφ πληροφορήσωσιν αύτον, οτι έν γνώσει του κινήματος είναι ό Καποδίστριας ή ο Άρτης νφ κατέλθωσιν είς τον άγώνα.

Ό Φλέσσας γνωρίζων οτι ούτε ό είς ούτε ό έτερος ήσαν ύπέρ τής έπαναστάσεως έδέχθη τήν άναβολήν σκοπίμως καί έκεΐθεν έπορεύθη είς Καλάβρυτα ένθα συνήντησε τον Νικόλαον Σουλιώτην ή Χριστόφορον καί τον Ασημάκην Σκαλτσάν καί εΐπεν είς αύτούς νφ φονεύσωσιν κατά το Βον 10ήμερον του Μαρτίου έπίσημον Τούρκον καί νφ άναγγείλωσιν τήν πράξιν τών ταύτην δι' έπιστολής αύτών συντασσομένην προς τον Οίκονόμου Ηλιόπουλον.

(Σελ.989)

Προς τούτους έχορήγησε δώρα τινά καί ύπόσχεσιν μελλούση, έκεΐθεν άνεχώρησεν ό Φλέσσας καί περιελθών τήν έπαρχίαν Μεγαλουπόλεως Μεσσηνίας έπορεύθη κρυφά είς το προάστιον τών Καλαμών Καλύβια, καί έκεΐ μένων είργάζετο ύπέρ τής έπανάστασεως χωρίς νφ λάβη ύπ' οωιν τάς σκέωεις προεστώτων καί Αρχιερέων. Έκ Καλυβίων λάθρα έπορεύθη είς τήν Μονήν Γαρδικίου τής Αμφείας έν ή άνέμενε τήν έπιστολήν του Σουλιώτου καί Σκαλτσά, καί τήν κατέλευσιν είς Αλμυρόν τού πλοίου του Μέξη Ποριώτου μετά τών πολεμοφοδίων. Έν Γαρδικίω μένων έμαθεν οτι το πλοΐον του Χριστοδούλου Μέξη κατέπλευσεν είς Αλμυρόν, καί τήν έπιούσαν έλαβε τήν έπιστολήν έκ Λεονταρίου τού Σουλιότου καί Σκαλτσά δι' είς τφ έγραφον ουτοι.

«Χθές το βράδη έκτελέσθη το στεφάνωμα καί έστίασαν προς γνώσιν σας ή Σουλιώτης, Σκαλτσάς».

Ό Γρηγόριος Φλέσσας λαβών τήν έπιστολήν αύτήν καί πληροφορίαν οτι το πλοΐον κατέπλευσεν είς Αλμυρον άπέστειλεν τον άδελφον αύτού Νικήταν νφ φροντίση περί τών πολεμοφοδίων άφού προηγουμένως άνταμώση τον Π. Μαυρομιχάλη καί νφ τον προτρέωει άφού εΐχεν όρκισθή νφ κινηθή καί αύτός, κατά τών τυράννων. Ό Νικήτας Φλέσσας μεταβάς είς Κιτριές καί μή εύρών έκεΐ τον Μαρομιχάλην μετέβη είς Ιαλούς ένθα συνήντησεν αύτον καί τφ άνεκοίνωσεν οτι ό άδελφος αύτού Γρηγόριος τφ εΐπεν.

Ό Π. Μαυρομιχάλης άκροασάμενος τον Νικήταν Φλέσσαν εΐπεν προς αύτον πώς εΐναι δυνατον μία χούφτα Έλληνες νφ τά βάλουν με τήν άμμον τής θαλάσσης. Ό Φλέσσας τφ άπήντησε. Μπέη μου ώρκίσθητε νφ κινηθώμεν μαζί. Ό Μπέης άπήντησεν. Έπλανήθη. Τήν στιγμήν έκείνην παρέστη ένώπιον του ό συνοδεύον είς Κωνσταντινούπολιν ώς Όμήρους τούς υίούς του, Βαλκαντής, οστις έπέσυρεν προς αύτον τήν προσοχήν τού Π. Μαυρομιχάλη έρωτήσαντος το Βαλκαντήν, πώς ήλθες; Μετά τών παιδιών;

Καί με έρωτήσατε; Τί νφ κάμω Μπέη μου, το Μπεηλίκι το έπήρε ό Κουμουνδουράκης καί ό Βαλκαντής. Το πήραν; Αμέσως έλαβεν άπο τάς χεΐρας τον Νικήτα Φλέσσα καί τον ώδήγησε είς ιδιαίτερον δωμάτιον. Καί του είπε πώς ν^ κινηθώ καταπεταν Νικήτα. Δεν έχω λεπτόν, χρεωστών εξ χιλιάδας γρόσια γιά τήν γούνα είς τήν Πύλη καί δεν έχω ν^ τά δώσω, Ό άδελφος μου είπεν άν δέχεσθαι το κίνημα καί όλα διορθώνται διότι αύτος είναι ήναγκασμένος ν^ κινηθή μετά τών άλλων καί δέν επιθυμεί ν^ μήν έκτελέση τον όρκον του. Ό Μπέης είπεν, έάν εύρεθώσιν τά μέσα κινούμαι.

Τότε ό Νικήτας Φλέσσας κατέθεσε προς τον Π. Μαυρομιχάλην 25.000 χιλ. Γρόσια καί ό Π. Μαυρομιχάλης είπεν τι ν^ μου κάνουν αύτά Καπετάν Νικήτα, αύτά ό άδελφος μου σάς τά άπέστειλεν για «τσέπη χαρτζιλίκι», καί δία τούς άνδρας πού θά λάβητε μαζύ σας, αύτος θά φροντίση καί ν^ μου δώσετε 15 παιδιά με 4 ή 5 ζφα ν^ σάς άποστείλω 20 βαρέλια πυρίτιδος πυρολίθους, καί άναλόγους σφαίρας.

Τότε ό Μαυρομιχάλης είπεν, είπε τού άδελφού σου, είμαι έτοιμος όταν μου γράωη θά κινηθώ. Ό Φλέσσας μετέβη είς Αλμυρόν παρέδωκε τήν πυρίτιδα κ.λ.π. καί άνέμενε ν^ έλθουν ζφα καί άνδρες ν^ παραλάβουν τά πολεμοφόδια τού πλοίου οί όποιοι έφθασαν είς Άλμυρον κατά τήν 2αν μ. μεσονυκτίου τή 20η Μαρτίου .

Έκείθεν παραλαβόντες τά πολεμοφόδια άνεχώρησαν είς Βελανιδιάν έν ή εύρίσκετο ό Παπαφλέσσας , Αναγωσταράς, Ό Παπατσώρης, Ό Κεφάλας, Πέτροβας καί Νικηταράς οΐτινες είχον προειδοποιηθή δι' άπεσταλμένων. Οί άνδρες οί όποιοι μετέφερον άπο τον Άλμυρον είς Βελανιδιάν το πολεμοφόδια διήλθον άπο το φρέαρ το κείμενον προς το άρκτικον μέρος τού φρουρίου τής πόλεως τών Καλαμών, καί ηθελήσταντες αύτών ν^ πίωσιν ύδωρ. ΑΛΛ' έκεί ή κατά λάθος ή έκ προθέσεως ήνοίχθη το κυτίον πυρίτιδος ή έχύθη περί τήν ήμίσειαν οκά πυρίτιδος.

Τήν πρωίαν τής έπιούσης ήτοι τήν 21 Μαρτίου 1821 μεταβάντες οί Ιπποκόμοι ν^ ύδρευσιν είς το φρέαρ αύτο τούς ΐππους τού Αρναούτογλου καί ίδόντες πέριξ το φρέαρ τά ίχνη τών πατημάτων τών ζφων έπανήλθον είς τήν πόλιν τροχάδην καί άνήγγηλαν είς τον Διοικητήν Αρναούτογλου τών όσων άντελήφθησαν. Ό Αρναούτογλου καλέσας παρ' αύτφ τούς έξέχοντας Τούρκους συνεκρότησαν συμβούλιον καί άπεφάσισαν τήν σύλληωιν τών έν Καλάμαις προεστώτων καί φυλάκισιν αύτών. Τήν μεσημβρίαν τής ήμέρας αύτής μαθών τήν σύλληωιν καί φυλάκισιν τών προεστώτων καί δημογερόντων έν Βελανιδιά καί φοβηθείς ό Γρηγόριος Φλέσσας μή πάθωσιν οί προεστώτες καί δημογέροντες , έγραωε ταύτην τήν έπιστολήν:

Προς τούς προεστώτας καί δημογέροντας τής πόλεως τών Καλαμών. Σήμερον ν^ μάς άποστείληται δέκα χιλιάδας δεσμίδας φυσιγγίων 4.000 χιλ. Τσαρούχια καί τροφάς διά τέσσαρας χιλιάδας άνδρας, άλλως θά σάς κάωωμεν τήν πόλιν.

Ό Αρχηγος τών έπαναστατών

Γρηγόριος Φλέσσας

Τήν επιστολήν ταύτην έγραωεν ό Φλέσσας οπως άποδείξει οτι οί έν Καλάμαις δέν ενέχονται είς το κίνημά του. Καί τήν επιστολήν ταύτην άπέστειλεν είς Καλάμας διά τινος όνόματι Παϊσίου, οστις ένεχείρησεν ταύτην είς τούς οικείους τού Ίωάννου Κυριακού προεστώτος καί οικογένεια τού Κυριακούλη, ένεχείρησεν αύτήν είς τον έν φυλακάς Γιάννην Κυριακόν. Ούτος δέ έζήτησεν άδειαν παρά τού Αρναούτογλου ΐνα παραστή ενώπιον τού. Ό Αρναούτογλου διέταξεν νφ παρουσιασθή, ό Ιωάννης Κυριακος ενώπιον τού.

Ό Κυριακος παραστάς ενώπιον τού Αρναούτογλου εΐπεν προς αύτον. «Μπέη μου ήλθον εξ όνόματος ολων τών φυλακισμένων νφ σάς παρακαλέσωμεν ΐνα μας ρήξετε ολους είς τήν θάλασσαν νφ πνιγώμεν.

Ό Μπέης εν κραυγή εΐπεν προς τον Ίωάννην Κυριακόν. «Γιατί κύριε Γιαννάκη ;» «Μπέη μου το ντουβλέτι μας εφυλάκησε, οί κλέπται μας άπειλούν νφ κάωουν τήν πόλιν καί άμέσως ενεχείρισε τήν επιστολήν τού Φλέσσα προς τον διερμηνέα τού Αρναούτογλου. Ό Μπέης άκούσας τά γραφόμενα άμέσως διέταξε τήν άπόλισιν τών προεστώτων καί δημογερόντων καί τήν προσέλευσιν αύτών ενώπιον τού ολων.

Καί κατά τάς δύο μ.μ. τής 21ης Μαρτίου άπεφασίση νφ κληθώσιν άπαντες οί έχοντες οπλα Χριστιανοί καί Τούρκοι καί έτοιμασθώσιν κατά τών εν Μονή Βελανιδιάς καί Αγίου Ήλία εύρισκομένων κλεπτών ώς τούς ώνόμαζεν ό Αρναούτογλου. Ό Γιάννης Κυριακος εΐπεν είς τον Αρναούτογλου «Μπέη μου δεν εΐναι καλον εν πρώτης νφ μάθωμεν πόσοι εΐναι οί κλέφτες καί άν μάθωμεν οτι εΐναι όλίγοι νφ επιτεθώμεν κατ' αύτών άν δέ πολλοί νφ σκεφθώμεν τί πρέπει νφ κάμωμεν, διότι δέν πρόκειται περί τής πόλεως τών Καλαμών, άλλά περί τού Ντουβλετίου, άν νικηθώμεν».

Παπατσώρης.

Δεχθείς τήν γνώμην τού Κυριακού Ό Αρναούτογλου άπέστειλεν τον Σπυρίδων Αντωνακάκην νφ φέρη είς Καλάμας τον ήγούμενον Βελανιδιάς Κύριλλον, ος ελθών είς Καλάμας εβεβαίωσε τον Αρναούτογλου οτι εν Βελανιδιά καί Άγιον Ήλία ήσαν εσταλμένοι πλέον τών 6000 χιλ. Κλεπτών ύπο τον Παπατσώρην, Κεφάλαν, Νικηταράν, Αναγνωσταρά καί Γρηγόριο Φλέσσαν. Ό Αρναούτογλου εΐπεν είς τον ήγούμενον καί αύτος ό Διάβολος Φλέσσας εκεί εΐναι; Τότε ό Αρναούτογλου εκάλεσεν ενώπιον τού τήν 4ην μ.μ. τούς προεστώτας καί δημογέροντας καί τούς εξέχοντας Τούρκους εν τφ Διοικητηρίω είς συνδιάσκεωιν, καί εΐπεν είς τον Γιαννάκην τον Κυριακόν. Έχεις δίκαιον κήρ Γιαννάκη οτι πολλοί εΐναι οί κλέφτες καί πρέπει νφ ζητήσωμεν δύναμιν εκ Τριπόλεως.

Ό Κυριακος εΐπεν , έως οτου έλθη ή δύναμις εκ Τριπόλεως οί κλέφτες θα είσέλθουσιν είς τήν πόλιν. Ό Μπέης εΐπεν νφ ζητήσωμεν εκ Πύλου. Τά αύτά εΐπε καί διά τήν Πύλον. Ότε ό Κυριακος ύπέβαλεν τήν εξής γνώμην. Ό Μπέης ό Μαυρομιχάλης εΐναι φίλος τού Ντουβλετίου. Ό Μπέης άπήντησεν οτι πιστότατος φίλος τότε διατί νφ ζητήσωμεν άπο τήν Τριπολιτσάν καί τήν Πύλον καί νφ μήν ζητήσωμεν βοήθεια άπο τον Μπέη. Ό Μπέης

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

αμέσως έκάλεσεν τον ταχύποδα Σπυρίδωνα Αντωνακάκην καί άπέστειλεν επιστολήν δι' αύτού εις τον Μπέην. Σημειωτον οτι ό Κυριακος ήτο μεμυημένος καί έγίγνωσκε τά πάντα.

Τήν εσπέραν τής 21ης Μαρτίου ό Γρηγόριος Φλέσσας διέταξε τον άδελφον αύτού Ήλίαν ν^ καταλάβη το προάστιον τών Καλαμών μέχρι τής δημοσίας όδού τής άγούσης εις Μεσσήνην, τον Νικήτα δέ άδελφον τού μετά ετέρων τριακοσίων ν^ καταλάβη τον προς το Ανατολικό μέρος του φρουρίου λόφον καί ν'άφίσει έλευθέραν τήν, προς τήν Μάνην έξοδον, όδόν. Τον δέ Π. Κεφάλαν καί Νικήταν Σταματελόπουλον Νικηταράν μετά 200 άνδρών ν^ καταλάβη τά άνω τήςΑγίας Άννης καί Θωμά ύωώματα. Καί ό Αναγνωσταράς μετά Παπατσώρη καί λοιπών ν^ οχυρωθούν έν ταις όχυραις θέσεις τής Μονής του Αγίου Ήλία.

Αύτος δέ μετά τής λοιπής στρατιάς ήτις δεν υπέρβαινε τάς 2.500 άνδρας έμενεν εις Βελανιδιά άναμένων ν^ παρέλθη ή νύξ καί το αποτέλεσμα τής ένέργειάς του. Τήν έπιούσαν ήτοι τήν 3ην ώραν μ.μ. έφθασεν εις Καλάμας ό Ήλίας Π. Μαυρομιχάλης άγων περί τούς 120 Λακαιδέμονας ούχί καλώς οπλισμένους, οστις τοποθετήσας τούτους έν τοις οικίες Ζάρκου καί Ήλία Τζάννε προσήλθεν ένώπιον του Διοικητού οστις έδέχθη αύτον φιΛοφρόνως. Ό Μπέης μετά τινά λέπτά εΐπεν εις τον Ήλίαν Μαυρομιχάλην. «Καπετάν Ήλία ν^ τεθήτε έπί Κεφαλής Τούρκων καί Χριστιανών καί ν^ έπιτεθείται κατά τών κλεφτών.»

Ό Μαυρομιχάλης εΐπεν θά έξέλθω ΐνα μάθω τίνες εΐναι καί τί ζητούν οι έν ταις Μοναις Αγίου Ηλία καί Βελανιδιάς συγκεντρωμένοι. Έξελθών δέ, έπανήλθεν μετά άπο μίαν ώραν παρασταθείς ένώπιον του Μπέη. «τί ν^ σου πώ Μπέη μου» οι συγκεντωμένοι εΐναι ό Αναγνωσταράς, ό Παπατσώρης, ό Νικηταράς καί ό Γρηγόριος Φλέσσας, ζητούν τήν έλευθερίαν τής Πατρίδος των, καί δέν δύναμαι ν^ προσβάλλω αύτήν. Ό Μπέης άπήντησε « κατεννόησα καπετάν Ήλία, καί σάς ....

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΆΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Ή ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΝΙΑΚΙΟΥ ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΥΤΗΣ

Δέν εΐναι αληθές, ώς ο ιστορικός Φραντζής (Ίδε ιστορικόν αύτου σύγγραμμα τόμ. Β'. σελίς. 344) ιστορεί ότι είς τό χωρίον Μανιάκι (τό χωρίον Μανιάκι κείται Β.Α. καί απέχει ώρας 3 άπό Νεοκάστρου) συνεκεντρώθή στρατός Πελοποννησιακός έκ 4.000 περίπου άνδρών καί πώς άπό τάς τάξεις του στρατού έκείνου προήλθε λιποταξία. Επίσης δέ δέν εΐναι άναληθή ότι κατά τήν μάχην ταύτην, οι Άρκάδιοι ώχυρώνοντο προσέχοντες τά νώτα τού Ελληνικού στρατού. Τό άληθές εΐναι καί παρά πάντων ιστορικώς όμολογειται, ότι οι Άρκάδιοι έκστράτευσαν καί ώχυρώθησαν είς τό Μανιάκι τήν 14 Μαΐου κατά διαταγήν τού Αθα-νασίου Γρηγοριάδου καί ησαν ώς 700 έκλεκτοί πολεμισταί, κατείχον δέ ούχί τά νώτα, ώς ο Ιστορικός Φραντζής ιστορεί, άλλά τό κέντρον τών Ελληνικών προμαχώνων, καί τούς οποίους διοικεί αύτός ο αείμνηστος άρχιμανδρίτης Γρηγόριος Παπαφλέσσας, άνήρ άτρόμητος καί γενναίος, μαχιμώτατος, τολμηρότατος καί όρμητικώτατος είς τάς μάχας. Οι Ελληνικοί προμαχώνες ησαν έξ καί μεγάλης έκτάσεως κείμενοι έπάνω μικρών τινών λοφιδίων πετρωδών.

Κατά τάς Ίστορικάς ομολογίας τού Αθανασίου Γρηγοριάδου καί τού Δ. Πλαπούτα, ο στρατάρχης Ίμβραήμ Πασάς ήγούμενος 16.000 Αιγυπτίων καί Αλβανών πεζών τέ καί Ίππέων, έστράτευσεν έκ Νεοκάστρου τήν 5ην πρωινήν ώραν της 20 Μαίου τού έτους 1825 καί εστρατοπέδευσεν παρά τήν Σκάρμιγκαν κώμην μικράν καί πεδινήν, άπέχουσαν 3)4 της ώρας άπό τού Μανιακίου. Ενταύθα ο στρατάρχης Ίμβραήμ Πασσάς έπιθεωρήσας τον στρατόν αύτού, έκινήθη άκριβώς περί τήν 10ην ώραν π.μ. έναντίον τών είς τό Μανιάκι όχυρωμένων Πελοποννησίων συμποσουμένων ώς 1500 έκλεκτών μαχητών οι οποίοι μόλις εΐδον έρχομένους τούς έχθρούς ήτοιμάσθησαν πρός μάχην.

Προτού νά φθάσει είς τό Μανιάκι ο Ίμβραήμ Πασάς, ο γενικός στρατιωτικός άρχηγός Παπαφλέσσας συγκροτήσας πολεμικόν συμβούλιον, συνεσκέπτετο μετά τών διαφόρων οπλαρχηγών καί καπιτάνων περί τού τρόπου της άποκρούσεως τού Ίμβραήμ Πασά.

Μετά πολλάς δέ συνδιασκέωεις καί γνώμας τών ρηθέντων οπλαρχηγών καί καπιτάνων, οι μέν Βοϊδής Μαυρομιχάλης, Άθανασούλης Κουμουνδουράκης, Π. Κεφάλας, Αναγνώστης Γκότζης καί Αναστάσιος Γυφτάκης έγνωμοδότησαν καί έπέμενον νά άφήσουν τήν θέσιν τού Μανιακίου, ώς άκατάλληλον πρός συγκρότησιν μάχης διά νά μή άπολεσθούν άδίκως, άλλά νά καταλάβουν τήν έν μικρή τινί άποστάσει ύπερκειμένην θέσιν τής Άγυιάς, ώς φύσει ορεινήν καί σχεδόν άπόρθητον, καί εκει όλοι ομού νά άποκρούσωσιν τον Ίμβραήμ Πασάν, έως ότου προφθάση εγκαίρως καί ή άναμενομένη επικουρία συγκειμένη έκ 1500 Άρκαδίων υπό τούς Γεώργιον Γρηγοριάδην, Παπατσωραίους καί άλλους υπό τήν οδηγίαν τού Αθανασίου Γρηγοριάδου έκ 1200 Καρυτινών, Λεονταριτών, Φαναριτών, Τριπολιτζιωτών, Άργείων Άνδρουσσάνων καί Ίμπλακιωτών υπό τήν διοίκησιν τού Δ. Πλαπούτα. Άλ'ο μέν Παπαφλέσσας έπέμενεν νά μείνωσιν είς τό Μανιάκι καί νά πολεμήσωσι τον εχθρόν.

Κατά τήν μάχην του Μανιακίου ο Παπαφλέσσας εφονεύθη κτυπηθείς εις τά νώτα διά κοντακίου όπλου ενός Αλβανού Χούσου λεγομένου ο δέ παρά τά δεξιά του Παπαφλέσσα

ίστάμενος Άρκάδιος οπλαρχηγός Αναγνώστης Γκότζης διά του ξίφους του παραχρήμα κατεκρεούργησε τον Αλβανόν Χούσον, άλλά και ο άτρόμητος Γκότζης κυ-κλωθείς και ήρωΐκώς μαχόμενος διά του πιστολιού καί του ξίφους, κατεκόπη μεληδόν παρά τών "Αλβανών.

Μετά πολύωρον μάχην πρώτος προμάχων όστις ήλώθη παρά τών εχθρών ήτο του στρατηγού Κεφάλα ενθα συνετελέσθη φρικαλέα σφαγή μεταξύ Πελοποννησίων καί έχθρών. Κατόπιν του Μαυρομιχάλη καί Κουμουνδουράκη άμυνθέντων άμφοτέρων ήρωΐκώς καί πεσόντων, μετά πολλών άνδρείων Λακώνων καί κατόπιν οί κατά τά νώτα προμαχώνες τούς οποίους κατείχον Τριπολιτζιώται καί Άργειοι οίτινες όλοι ήρωΐκώς άμυνόμενοι εφονεύθησαν.

Μετά δέ τήν κυρίευσιν τών προμαχώνων καί τήν σφαγήν τών Ελλήνων μόνος ο προμάχων του άτρομήτου ήρωος Παπαφλέσσα, διέμενεν άκόμη ακλόνητος, διότι οί Άρκάδιοι πολεμούντες μέ άπαράμιλλον ανδρείαν καί καρτερίαν εφόνευον καί επλήγωνον πολλούς άπό τούς εχθρούς. Οί Αρκάδιοι έπολέμησαν ακόμη επί μίαν ώραν άλλά τέλος καί αυτοί καταβληθέντες υπό του πλήθους του εχθρού, έπεσαν όλοι ήρωΐκώς ομοΰ μετά του άρχηγοΰ των Παπαφρλέσσα. Διεσώθησαν εξ όλων τών Αρκαδίων 10 καί κατέφυγον εις Μάλην, κώμην τής Τριφυλλίας όπου ευρρον τούς ερχομένους προς επικουρίαν του Παπαφλέσσα Αθανάσιον Γρηγοριάδην καί Δ. Πλαπούταν προς ούς διηγήθησαν λεπτομερώς τά τής μάχης εκείνης. "Όταν ο Ίμβραήμ Πασάς έφθασεν εις μικράν τι να άπόστάσιν άπό του χωρίου Μανιακίου πάραυτα διέταξεν στάθμευσιν του στρατού. Διήρεσεν αυτόν είς δυο Ισχυρά σώματα, τό μέν εκ 5.000 Αιγυπτίων στρατιωτών υπό τον στρατηγόν Σουλεϊμάν Μπέην, διέταξεν καϊ εβάδισεν εύτόλμως κρουομένων τών τυμπάνων καί ήχουσών τών σαλπίγγων είς πυκνήν φάλαγγα επί τών κατά μέτωπον κειμένων προμαχώνων τών Πελοποννησίων. Τό κέντρον τών Ελλήνων κατείχον οί 700 Άρκάδιοι υπό αρχηγούς τον Αναγνώστην Γκότζην, τον Αναστάσιον Γυφτάκην, τον I. Μπουχανάν, τον Δ. Μέλιον, τον Αντώνιον Συράκον, τον Νάσον Κόντον καί τά τρία τέκνα του Οικονόμου Ίερέως Καλογεροπούλου εκ Λιγουδίτσης τής Τριφυλλίας.

Τό δεξιόν κέρας κατείχον ο Βοϊδής Μαυρομιχάλης μέ τον Άθανασούλην Κουμουνδουράκην, μετά 200 Λακώνων τό δέ αριστερόν κέρας διεικει ο στρατηγός Π. Κεφάλας μετά 200 Ίμπλακιωτών (Μεσσηνίων) καί του Δημητρίου Φλέσσα (ανεωιού του Παπαφλέσσα) μετά 160 Λεονταριτών. Τά νώτα του Ελληνικού στρατού έφύλαττον 100 Τριπολιτζιώται μέ 140 Αργείους υπό τον Παπά Γιώργην, Π. Γαλήν καί άλλους.

Τό έτερον εχθρικόν σώμα συγκείμενον εκ 2.000 Αλβανών καί 4,000 ΑΙγυπτίων Αιγυπτίων υπό τήν διοίκησιν του Γάλλου Φρειδερίκου Μπουγέ, αντιστράτηγου εμπείρου δραστήριου καί τολμηρού, διαταχθέν προύχώρησε καί αυτό κατά φάλαγγα εναντίον τών κατά τά νώτα άχυρωμένων Πελοποννησίων. Ό δέ στρατάρχης Ίμβρήμ Πασάς μετά 2.000 ιππέων Μαμελούκων, 2.000 Αιγυπτίων πεζών καί 1.000 Αλβανών ετάχθη επί τής πεδιάδος διά νά επιβλέπη τά τής μάχης καί δίδει τάς άπαιτουμένας οδηγίας καί διαταγάς. Ήτο ή ώρα 11 π. μ. οπότε παρά του στρατάρχου Ίμβραήμ Πασά εδόθη τό σημεΐον τής ένάρξεως τής μάχης.

Τότε έφώρμησαν τά Αιγυπτιακά καί ’Αλβανικά τάγματα εν βοή καί άλαλαγμώ κατά τών Ελλήνων αλλά άπεσύρθησαν καί υπεχώρησαν εγκαταλιπόντας εν τω πεδίω τής μάχης ικανούς, φονευθέντας καί πληγωθέντας. Οί εχθροί έφορμώσι καί πάλιν μετ’ άκοθέκτου ορμής εναντίον τών Ελλήνων ίνα τούς εκτοπίσωσι από τούς προμαχώνας των αλλά αποκρούονται καί πάλιν καί ύποχωρούσιν άφού εφονεύθησαν και επληγώθησαν πολλοί εν οίς καί ίκανοί αξιωματικοί» Προς στιγμήν διακόπτεται ή μάχη διότι οί Αιγύπτιοι ως καί οί ατρόμητοι Αλβανοί βλέποντες τήν μεγάλην αυτών φθοράν δειλιάσαντες ήρνούντο νά ύπακούσωσιν εις τούς αξιωματικούς των» Γάλλους τούς πλείστους, καί νά προχωρήσωσιν εμπρός. Τέλος κατά διαταγήν άύστηράν του στρατάρχου Ίμβραήμ Πασά βιαζόμενοι οι στρατιώται διά ξιφισμών καί άπειλών παρά τών Ιδίων άξιωματικών προχωρούσιν καί πάλιν, καί έπαναλαμβάνεται η μάχη πολύ λυσσώδης, καθ' ήν οι Αίγύπτιοι καί Αλβανοί δι' άγρίων αλα-λαγμών όρμώσιν λυσσωδώς ίνα εισπηδήσωσιν έπί τών Ελληνικών προ-μαχώνων. Πλήν όμως άποκρούονται επτάκις καί φονεύονται έξ αύτών πολλοί έν οίς καί άξιωματικοί καί τέλος ύποχωρούσι.

Εΐναι η ώρα 3 μ. μ, καί η μάχη διαρκεϊ πεισματώδης καί αμφίρροπος. Ό στρατάρχης Ίμβραήμ Πασάς Ίστάμενος έπί ύωηλού καί πετρώδους λόφου βλέπων τά γενόμενα διά του τηλεσκοπίου λυπούμένος δέ διά τήν άπώλειαν πολλών στρατιωτών του καί θεωρών καται-σχύνην τού νά προσβάλλεται άπό τόσους ολίγους Έλληνας, χωρίς νά δύναται νά τούς βλάωη, ορμά τότε ο ίδιος μέ τούς Ίππεϊς Μαμελούκους καί πεζούς ώς 3.000 Αλβανούς καί Αίγυπτίους καί συγκροτεϊται τότε φοβερά μάχη. Οί Πελοποννήσιοι μάχονται πλέον έκ τού συστάδην πρός τούς έχθρούς, καί μεταχειρίζονται τά ξίφη, τά γιαταγάνια, τά πιστόλια τούς καί ρόπαλα. Ρίπτουσιν άκόμη καί μεγάλους λίθους έπί τών έχθρών. Πολλοί Έλληνες λαμβάνουν διά της άριστερας χειρός τά όπλα τών έχθρών διά δέ της δεξιάς κρατούντες τά ξίφη καί τά γιαταγάνια κατασφάζουσιν ικανούς άπό τούς εχθρούς, καί έπεκράτησε τότε βοή ταραχή καί Αλαλαγμός άγριος μεταξύ τών μαχομένων.

Ό ατρόμητος ήρως Παπαφλέσσας προφθάσας κενώνει τά δύο αύτού πιστόλια κατά δύο πλησιασάντων Αλβανών καί τούς ρίπτει νεκρούς. Κρατών εν τη δεξιά χειρί τό ξίφος κατασφάζει πολλούς εχθρούς καί όλοι οί μετ’ αυτού οπλαρχηγοί καπεταναίοι καί στρατιώται, μάχονται ώς λέοντες, πλήν όμως άποκαμόντες, επεσαν ήρωΐκώς όλοι όμού μετά τού αρχηγού των έκτος μόνον 10 Άρκαδίων στρατιωτών υπό τούς καπεταναίους Μέλιον, Συράκον καί Κόντον οίτινες διεσώθησαν ώς έλέχθη είς Μάλην.

Έφονεύθησαν ήρωΐκώς ό ατρόμητος ήρως Παπαφλέσσας, μετά τού ανεωιού του Δημήτρη, ό Μαυρομιχάλης, ο Κουμουνδουράκης, ο Κεφάλας, ο Γκότζης, ο Γυφτάκης, ο Μπουχανάς, μετά τών τριών τέκνων τού Οικονόμου Λιγουδίστης, ο Παπά Γιώργης άπό τό χωρίον Περθώρι τής Τριπολιτζάς, ο Κουκάκης, ο Γαλής καί πολλοί συγγενείς καί φίλοι του. Άπό δέ τούς εχθρούς έφονεύθησαν 3.200, εν οίς πολλοί αξιωματικοί Γάλλοι, Αιγύπτιοι καί Αλβανοί, έπληγώθησαν δέ 800. Ή μάχη έκείνη τού Μανιακίου ένεποίησεν βαθυτάτην αίσθησιν είς τον στρατάρχην Ίμβραήμ Πασαν καί εις τούς ύπ’ αυτόν άνωτέρους Γάλλους βιωματικούς διά τον ήρωΐσμόν των ολίγων οποία εκείνων Ελλή-νων. Οταν δέ οί Αλβανοί

στρατιώται έφερον τήν κεφαλήν του Παπαφλέσσα, παρατηρήσας στιγμάς τινας αυτήν, καί συγκινηθείς εδάκρυσεν, στραφείς δέ είς τούς περί έαυτόν Αξιωματικούς τους είπε τούς Αξιομνήμονας τούτους λόγους : «Τώ όντι ο Ανήρ έκείνος ήτο ήρως Ατρόμητος και λυπούμαι πολύ διότι δέν κατωρθώθη νά συλληφθή ζών».

Κατά τήν μάχην του Μανιακίου ήρίστευσαν οί Αλβανοί οίτινες ορμήσαντες πρώτοι είσεπήδησαν εντός τών Ελληνικών προμαχώνων διά τούτο δέ ο Ίμβραήμ Πασάς τούς Αντήμειωεν διά παρασήμων, στρατιωτικών βαθμών καί πολλών χρημάτων.

Είναι δέ Ιστορικώς Αληθές ότι ο Ίμβραήμ Πασάς ουδέποτε θά κατώρθωνε νά νικήση καί καταστρέωη τούς εν Μανιακίω "Ελληνας εάν δέν είχεν τήν Ανδρείαν, τό ορμητικόν καί τό εμπειροπόλεμον τών Αλβανικών ταγμάτων.

Μετά ταύτα ό Ιμβραήμ Πασάς θάωας τούς φονευθέντας στρατιώ-τας καί Αξιωματικούς του πέμωας δέ τούς πληγωμένους προς νοσηλείαν είς Μεθώνην, κατεσκήνωσε μετά του στρατού του είς τήν κωμόπολιν Λιγούδισταν. Τήν επιούσαν 21 Μαίου τού έτους 1825 περί ώραν 4ην τής πρωίας λαβών εκ Νεοκάστρου στρατιωτικήν επικουρίαν, καί αύξήσας τον στρατόν αύτοΰ είς 13.000 πεζούς καί Ιππείς Αιγυπτίους, καί 5.000 Αλβανούς πεζούς, εξεστράτευσεν διευθυνόμενος διά τήν Κυπαρισσίαν.

ΑΤΑΞΙΝΟΜΗΤΑ.

ΣΕΛΙΔΑ 617.

.... Αύτούς άπήντησεν καταλλήλως πρός τον Κάρολον ένεχείρησε τώ Ακίδα καί έτέραν έπιστολήν προς τον άρχιεπίσκοπον Κύπρου, όπως κακεΐσε ούτος συναντηθή. Ό Ακίδας καταπλεύσας μετά τού έπισκόπου Κροϊας είς Κύπρον καί συναντήσας έν Αμμοχώστω τον Αρχιεπίσκοπον Κύπρου καί έδωκεν αύτφ τήν έπιστολήν, ό δέ διελθών αύτήν εΐπεν τω κομιστή τοιαύτα. «Ό Μακαριώτατος Πατριάρχης εύκολωτάτην νομίζει τήν έπαναστάσιν έν Κύπρω τή έάν συνδράμη ο Δούξ, όστις όμως νομίζει ότι εΐναι δύσκολον καί ν^ άναλάβη τοιούτον άγώνα, άτε διεξάγων πόλεμον προς τήν Γαλλίαν, άλλά έάν ό Δούξ συνομολογήση προς ταύτην ειρήνην θελήσει ν^ έργασθή εύκολώτατα τω οντι κυριεύει τήν Κύπρον».

(Nq. άλλαχθή καί ν^ προσαρμωστει για οτι χειρόγραφο αυτο. Στο τέλος του δοκιμίου. Το χειρόγραφο)

Τό χειρόγραφο τών "Απομνημονευμάτων τού Κ. Δ. βρισκόταν έπί εκατό χρόνια στήν οικογένεια Δ. πού τό φύλαγε μέ ζηλότυπη ευλάβεια. «Ζηλότυπη» γιατί έδώ καί είκοσι δυο χρόνια ακόμα, ό μεγάλος ερευνητής τής ανέκδοτης Ιστορίας τού Είκοσιένα, ό Γιάννης Βλαχογιάννης, πού ήξαιρε καί νά όσφραίνεται τήν ύπαρξη ενός χειρόγραφου πού τόν εν-διέφερε, κι ήξαιρε επίσης νά τό αναζητά μ" επιμονή άλλά καί φορτικότητα, ό Γιάννης Βλαγογιάννης πού είχε ξεθάωει άπό τις πιό απίθανες κρυ-ωώνες χειρόγραφους θησαυρούς, αύτό τό σημαντικό χειρόγραφο δέν τό ήξαιρε—ή μάλλον δέν ήτανε βέβαιος γιά τήν υπαρξή του έδώ καί 22 χρόνια. «Λένε — γράφει ([1]) πώς κι ό Κανέλλος Δεληγιάννης άφησε χειρόγρ. έργο μά ώς τώρα κανείς δέν τό είδε».

Ή οίκογένειά Δεληγιάννη, στήν άρχή τουλάχιστον, δέν ήθελε νά ιδή τό φώς τής δημοσιότητος τό έργο τοΰ Κανέλλου, γιατί έθίγονταν σ'αυτό πολλά πρόσωπα, πού ζούσαν ακόμα εκείνη τήν εποχή. "Αργότερα, ή επιφύλαξη αυτή παρέμεινε, γιατί υπήρχαν απόγονοι τών προσώπων εκείνων. Μά τώρα πιά κι ή επιφύλαξη αυτή δέν στεκότανε, ύστερα άπό μιάν εκατονταετία. Κι έτσι είχαμε τήν τύχη νά μας εμπιστευθούν τήν έκδοση του.

183

1

111 Στο περιθώριο της Μεσσηνιακης Ιστορίας. Εφημερϊς «Μεσσηνιακος Λόγος»,

Πέμπτη 4 Αύγούστου 2005

Ο βουλευτής Κων/νος Φλέσσας είχε συγγράωει τήν Ιστορία του Ιερού Άγώνος

Του Μιμη Ηλ. Φερέτου, Δημοσιογράφου - ιστορικού έρευνητη

... Ό παλαιός πολιτικός - διετέλεσε πλειστάκις βουλευτής - Κων. Πφ. Φλέσσας έγγονός του Παπαφλέσσα, είχε συγγράωει «Ιστορίαν του Ίερού Αγώνος κατά τε της Τουρκίας και της Αύστριακης αύτοκρατορίας» πού ήρχισε νή εκδίδεται στά 1898 εις φυλλάδια με τήν επιμέλεια του τότε γυμνασιάρχου Καλαμάτας Π.Α. Κομνηνού, γνωστού συγγραφέως αξιόλογου μελέτης άρχαιολογικού περιεχομένου με τόν τίτλο: «Λακωνικά», κ.λ.π.

Ότι εις αγγελίαν πού εκυκλοφόρησε πριν άρχίση ή έκδοσις εσημειώνοντο: «Ή συγγραφή αύτη διαιρεθήσεται εις τρεις τόμους· εν τφ πρώτφ τόμφ περιγραφήσονται απασαι αί προκαταρτικοι εργασίαι του ίερού άγώνος και αί κατά τήν Πελοπόννησον και τάς νήσους τάς έχουσας σχέσιν τίνα με τήν Πελοπόννησον, μάχαι και ναυμαχίαι εν τφ δευτέρφ αί κατά τήν Στερεάν Ελλάδα και τάς νήσους, τάς πρός αυτήν έχουσας σχέσεις, μάχαι και ναυμαχίαι και εν τφ τρίτφ περιληφθήσονται απασαι αί κατά τήν Ελλάδα λαβούσαι χώραν πολιτικοί και στρατιωτικοι πράξεις άπό της ελεύσεως του Καποδιστρίου μέχρι της ελεύσεωςτου Βασιλέως Γεωργίου». Ότι τό έργον εκυκλοφόρησε μέχρις 80 σελίδων και οτι στην Εθνική Βιβλιοθήκη σώθηκαν 48 μόνον σελίδες; Ότι τό έργο αύτό, πού διεκόπη ή κυκλοφορία του κατόπιν διαβήματος τής έν Αθήναις Αυστριακής Πρεσβείας στην Ελληνική Κυβέρνησι, ήτο άπό τά πλέον διαφωτιστικά και αντικειμενικά πού εγράφησαν για τήν Ελληνική Έπανάστασι ώστε νή γράφη ό Γιαν. Βλαχογιάννης στο έργο του «Κλέφτες του Μοριά» (σελ. 76) καί τά εξης: «ό συγγραφέας μπορεί νή ήταν ιδιόρρυθμος άνθρωπος, Φλέσσας περήφανος καί τοπικιστής, μά φίλος της άληθείας. Τό βιβλίο του μας παράδωσε λίγα πολύτιμα στοματικά άκούσματα, λίγα ιστορικά έγγραφα, μά καθώς φαίνεται έλειπε ή άνέκδοτη ιστορική ύλη, κι αν τό βιβλίο δεν σταμάτησε άπό χρηματική ανάγκη, τότε σταμάτησε άπό τήν άδυναμία του συγγραφέα νή προχώρηση».Έφ'. Αθ "Μ.Ν." αρ'. φ. 104, 14 Ίάν. 1962, σελ. 3Α.

2

. Ό Κ. I. Φλέσσας, πολιτικός καί βουλευτής Καλαμών στά μέσα δεκάχρονα τής βασιλείας Γεωργίου, φιλοδόξησε νά διόρθωση τά ιστορικά λάθη όσα αποβλέπανε τήν ιστορία τοϋ Μόρια άπό τά χρόνια τής Τουρκίας καί κάτου. Άρχισε λοιπόν νά βγάνη σέ φυλλάδια τή μελέτη του μέ τήν επιγραφή «'Ιστορία τοϋ ίεροϋ Άγώνος κατά τε τής Τουρκίας καί τής Αυστριακής Αυτοκρατορίας», ’Αθήνα, 1898, δέν αξιώθηκε όμως νά τυπώση παρά τό πρώτο φυλλάδιο, σελ. 1—64.'Ο συγγραφέας μπορεί να ήταν ιδιόρρυθμος άνθρωπος, Φλέσσας περήφανος και τοπικιστής, μα φίλος τής αλήθειας. Τό βιβλίο του μάς παράδωσε λίγα πολύτιμα στοματικά ακούσματα, λίγα ιστορικά έγγραφα, μά, καθώς φαίνεται, έλειπε ή ανέκδοτη ιστορική ΰλη, κι’ αν τό βιβλίο δέ σταμάτησε άπό χρηματική ανάγκη, τότε σταμάτησε άπό τήν αδυναμία τοϋ συγγρ. νά προχωρήση.

3

Ήταν παντρεμένος με την Αγγελίνα-Μαρία Σοφιανού. Είχε τρία παιδιά, από τα οποία ο πρώτος δολοφονήθηκε στη Τζια από τους Τούρκους, ο δεύτερος, ο Λυκούργος (1790 - 1863), πραγματοποίησε λαμπρή σταδιοδρομία στο ρωσικό στρατό φτάνοντας έως τον βαθμό του χιλιάρχου, ενώ ανήκε και στην τάξη των ευγενών, και ο τρίτος ο Αλέξανδρος, ο οποίος γεννήθηκε στην Κριμαία, έφτασε έως τον βαθμό του υπολοχαγού και αργότερα εκλέχτηκε αρχηγός των Ευγενών όλου του Νομού της Ταυρίδας. Επίσης εγγονός του Λυκούργου ήταν ο Σπυρίδων Αλεξάνδρου Κατσώνης, ο οποίος διέπρεωε ως συγγραφέας στην Ρωσία. Σημερινός απόγονος του Λάμπρου Κατσώνη είναι ο Ανατόλι Νικολάεβιτς Κατσώνης, κάτοικος Μόσχας.

Απεβίωσε το 1804, ή κατά άλλους στις αρχές του 1806, στη Κριμαία. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Λάμπρος Κατσώνης ήταν πνευματικός πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

4

Ό Ρήγας Βελεστινλής η Ρήγας Φεραΐος θεωρείται έθνομάρτυρας καί πρόδρομος τής Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Ό ίδιος ύπέγραφε ώς «Ρήγας Βελεστινλής» η «Ρήγας ό Θεσσαλος» καί ούδέποτε «Φεραίος», κάτι πού ίσως νρ είναι δημιούργημα μεταγενέστερων λογίων.[1] Γεννήθηκε στο Βελεστίνο, τις άρχαίες Φερές, τό 1757, άπό έύπορη οικογένεια. Από τή νεανική του ζωή τά μόνα γνωστά είναι ότι ό πατέρας του ονομαζόταν Γεώργιος Κυριαζής (μιρ πληροφορία πού άμφισβητείται[1]), ένώ ή μητέρα του ονομαζόταν Μαρία καί φέρεται πώς είχε μία άδελφή, τήν Ασήμω. Ό Φραγκίσκος Πουκεβίλ άναφέρει πώς είχε καί ένα άδελφό, τόν Κωστή, ό όποίος μάλιστα συμμετείχε στην έπανάσταση του 1821. Ή οίκογένεια του ύπήρξε άπό τά θύματα τής τουρκικής μανίας. Απο αύτούς διασώθηκαν μόνο ή μητέρα του με τον άδερφό του καί μεταφέρθηκαν στή Βλαχία, όπου συντηρούνταν άπό τον Ρήγα.

5

Ό Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας (Ρωσικά: Γραφ MoaHH Kanogucmpua, Ιταλικά: Giovanni Capo d'Istria, Κέρκυρα, 10 Φεβρουαρίου 1776 - Ναύπλιο 9 Οκτωβρίου 1831) ηταν Έλληνας διπλωμάτης καί πολιτικός. Διετέλεσε πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας κατά τή μεταβατική περίοδο καί ένώ τελούσε ύπό τήν προστασία τών Μεγάλων Δυνάμεων καί νωρίτερα ύπουργός έξωτερικών της Ρωσικής Αύτοκρατορίας.

Καταγόταν άπό άριστοκρατική οικογένεια μέ πολιτική παράδοση γι' αύτό καί άναμείχθηκε μέ τήν πολιτική ήδη άπό τό 1803, οπότε καί διορίστηκε γραμματέας της έπικράτειας της Ίονίου Πολιτείας. Μέ τήν κατάληωη τών Επτανήσων άπό τούς Γάλλους άποσύρθηκε καί έντάχθηκε στή ρωσική διπλωματική ύπηρεσία. Έκεϊ άνέλαβε σημαντικές θέσεις καταφέρνοντας νά άναδειχθεϊ σέ ύπουργό έξωτερικών της Ρωσικης Αύτοκρατορίας άπό τό 1815 έως τό 1822, οπότε καί ύποχρεώθηκε σέ παραίτηση λόγω της έπανάστασης τού 1821. Στίς 14 Απριλίου 1827 ή Έθνική Συνέλευση της Τροιζήνας τόν έπέλεξε πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, θέση άπό τήν οποία ηρθε σέ τριβή μέ τούς τοπικούς άξιωματούχους μέ άποτέλεσμα τήν δολοφονία τού στίς 9 Οκτωβρίου 1831 στό Ναύπλιο άπό τόν άδελφό καί τόν υίό τού Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, σέ άντίποινα της φυλάκισης τού τελευταίου. Ώς κυβερνήτης της Ελλάδας προώθησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις γιά τήν άνόρθωση της κρατικης μηχανης, καθώς καί γιά τή θέσπιση τού νομικού πλαισίου της πολιτείας, άπαραίτητου γιά τήν έγκαθίδρυση της τάξης. Έπίσης, άναδιοργάνωσε τίς ένοπλες δυνάμεις ύπό ένιαία διοίκηση.

6

Οί Τούρκοι στην Αδριανούπολη, σφάζουν τον πρώην Οικουμενικό Πατριάρχη Κύριλλο και πετάνε τό σώμα του στον Έβρο. 17 Απριλίου 1821: Οί Οθωμανοί άπαγχονίζουν στην Αδριανούπολη τόν πρώην Οικουμενικό Πατριάρχη Κύριλλο καί άλλους κληρικούς καί λαϊκούς. Την ίδια ήμερα σφάζουν 25 Έλληνες στον Αίνο τής Θρήκης.

Ό Κύριλλος (κατά κόσμον Κωνσταντίνος Σερπεντζόγλου) ήταν Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μεταξύ τών έτών 1813 καί 1818.

Γεννήθηκε τό 1769 στην Αδριανούπολη, όπου τελείωσε καί τό σχολείο. Ήταν εύφυής καί καλός μαθητής. Τέθηκε ύπό τήν προστασία του τοπικού Μητροπολίτη (καί μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχη) Καλλίνικου, ό όποιος τόν χειροτόνησε διάκονο τό 1791 καί τόν προσέλαβε ώς γραμματέα. Τό 1801, όταν ό Κύριλλος έξελέγη Πατριάρχης, τόν όρισε μέγα άρχιδιάκονο του Πατριαρχείου. Από τή θέση έκείνη άσχολήθηκε ιδιαίτερα με τήν άναδιοργάνωση τής Πατριαρχικής Σχολής, ή όποία τότε μεταφέρθηκε στο Κουρούτσεσμε.

Τό Σεπτέμβριο του 1803 έξελέγη Μητροπολίτης Ίκονίου, θέση στην όποία παρέμεινε για έπτά χρόνια. Έκεϊ άνέπτυξε ιδιαίτερη δραστηριότητα για τήν ίδρυση σχολείων, τήν ένίσχυση άπόρων μαθητών, τή διανομή βιβλίων καί τή γενικότερη καλλιέργεια τών γραμμάτών. Τό 1810 μετατέθηκε στή Μητρόπολη Αδριανουπόλεως. Στις 4 Μαρτίου 1813, μετά τήν παραίτηση του Πατριάρχη Ιερεμία Δ Ιερεμία, έξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης.

Ώς Οικουμενικός Πατριάρχης, πέραν του ιδιαίτερου ένδιαφέροντος πού έδειξε για τήν άνάπτυξη τής παιδείας, ίδρυσε μουσική σχολή, άναδιοργάνωσε τό νοσοκομείο του Γένους καί έξέδωσε πολλά βιβλία, κυρίως θρησκευτικά. Διόρθωσε τά οικονομικά του Πατριαρχείου καί ξαναλειτούργησε τό πατριαρχικό τυπογραφείο καί τή Μεγάλη του Γένους Σχολή. Εικάζεται ότι υπήρξε σύμβουλος της Φιλικής Εταιρίας. Εικάζεται επίσης ότι ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β' τον ανάγκασε να παραιτηθεί, πράγμα το οποίο έγινε στις 13 Δεκεμβρίου 1818.

Μετά την παραίτησή του αποσύρθηκε στην Αδριανούπολη. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821, το όνομά του συμπεριελήφθη στο διάταγμα του Σουλτάνου με το οποίο δινόταν η εντολή να εκτελεστούν περί τους 30 ιερωμένους και προύχοντες της Αδριανούπολης. Εκτελέστηκε δι' απαγχονισμού στην πύλη της Μητρόπολης και το σώμα του έμεινε κρεμασμένο τρεις ημέρες και κατόπιν ρίχτηκε στον ποταμό Έβρο. Αργότερα, το λείωανό του βρέθηκε από χωρικό και ετάφη. Ο τάφος του υπάρχει ακόμα μέχρι σήμερα σε αυλή σπιτιού στο χωριό Πύθιο, πλησίον του ποταμού Έβρου.

Αναγνωρίστηκε ως άγιος το 1993 από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος και η μνήμη του τιμάται στις 18 Απριλίου ή μεταφέρεται την Κυριακή του Θωμά.

7

Έν Σελ. 132 - 133 - του Δοκιμίου του, ό Ιστορικός Φιλήμων, δέν έκφράζει μέ ειλικρίνεια τα περί τούτων, διότι έάν ό Αναγνωστόπουλος διετέλει έν γνώσει της Φιλικής έταιρίας έκ των πρωταίρων, τότε γιατί νά κατηχηθή το 1818 έν Κωνσταντινουπόλει;

8

Έν Κωνσταντινουπόλει;10 περί περί ών ούδέν λέγει ό ύλοτόμου υίος του άρχιερέως Παλαιών Πάτρων Γερμανός, άλλά καί θανόντα ύβριζεν τον Φλέσσαν έν τοίς άπομνημονεύμασι αύτού, τον έν περιωπή διατελούντα ύπο πάσαν σκέωιν

9

Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1817 ύπό του Γρηγορίου Φλέσσα και συμπεριελήφθη στους "Δώδεκα Αποστόλους" της, ενώ ανέλαβε και πέτυχε να μυήσει τον εξόριστο αρχηγό των Σέρβων επαναστατών Καραγεώργη και τον Βλάχο οπλαρχηγό Βλαδιμηρέσκου. Τέθηκε επικεφαλής της έναρξης του αγώνα στο Βουκουρέστι από τον Αλέξανδρο Υωηλάντη όπου και διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργάνωση και διεξαγωγή των επιχειρήσεων.

Όταν ο Βλαδιμηρέσκου διαχώρισε τη θέση του, ο Γεωργάκης τον συνέλαβε και τον οδήγησε στον Υωηλάντη ώστε να απολογηθεί και τελικά να καταδικαστεί σε θάνατο.

Ο Γεωργάκης Ολύμπιος συνέχισε μόνος του τον αγώνα και έλαβε μέρος στην μάχη του Δραγατσανίου στην οποία οι Έλληνες ηττήθηκαν. Κυνηγήθηκε από πολυάριθμες τουρκικές δυνάμεις και βρήκε καταφύγιο στη Μονή Σέκου, στη Μολδαβία. Μόλις διαπίστωσε ότι περιήλθε σε δεινή θέση λόγω ελλείωεως τροφής και νερού, σκαρφάλωσε στο κωδωνοστάσιο και ανατινάχθηκε.

10

ενώ ο μέγας βεζίρης Γιουσούφ πασάς τον διόρισε διοικητή σώματος γενιτσάρων. Τις παραμονές της Επανάστασης του 1821 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και από την περίοδο αυτή έδειξε θερμό πατριωτικό ζήλο. Όταν ξέσπασε, όμως, το κίνημα στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, ο Φ. διαφώνησε με τον Αλέξανδρο Υωηλάντη και, αφού πείστηκε πως καμία ρωσική βοήθεια δεν επρόκειτο να σταλεί στους επαναστάτες, προσχώρησε στις δυνάμεις του κεχαγιά μπέη Χατζή Καρά Αχμέτ και πολέμησε εναντίον των Ελλήνων. Μετά τη συντριβή του ελληνικού επαναστατικού κινήματος στις παραδουνάβιες χώρες, κλήθηκε από τους Τούρκους στο Βουκουρέστι, όπου του αφαιρέθηκαν όλα τα στρατιωτικά αξιώματα και τα προνόμια και λίγο αργότερα, ενώ πήγαινε στον Κεχαγιά Μπέη για να εισπράξει την αμοιβή του, δολοφονήθηκε από τους Τούρκους. Το κεφάλι του, μάλιστα, εκτέθηκε σε κοινή θέα στην Κωνσταντινούπολη.

11

Βασίλειος Καραβίας ή Καραβιάς γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1773. Σε νεαρή ηλικία μετέβη στη Ρωσία όπου κατατάχτηκε στο στρατό και έλαβε μέρος στους μεγάλους πολέμους της περιόδου 18061812. Έφτασε το βαθμό του ταγματάρχη και αποστρατεύτηκε το 1812. Στη συνέχεια, εγκαταστάθηκε στην ηγεμονία της Μολδαβίας, τιμήθηκε με ανώτερα αξιώματα, μεταξύ των οποίων και αυτό του στρατιωτικού διοικητή του Γαλατσίου, και μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, από το Στέργιο Πρασά. Αφιέρωσε μάλιστα μεγάλο μέρος της περιουσίας σου για την ευόδωση του Εθνικού Σκοπού. Υπήρξε από τους πρωτεργάτες της επανάστασης στη Μολδοβλαχία το 1821, αγωνιζόμενος στο πλευρό του Αλεξάνδρου Υωηλάντη, από τον οποίο έλαβε τον τίτλο του χιλιάρχου και έγινε μέλος του εννεαμελούς Γενικού Βουλευτικού.

Ο Βασίλειος Καραβίας ήταν ο πρώτος που ανύωωσε την ελληνική σημαία στο Γαλάτσι την 21η Φεβρουαρίου 1821. Επικεφαλής 150 Ελλήνων, επιτέθηκε στους Τούρκους του Γαλατσίου, τους οποίους ύστερα από πεισματώδη μάχη, ανάγκασε να φύγουν. Ωστόσο, υποστηρίζεται ότι σημειώθηκαν σφαγές αμάχων που προκάλεσαν τη δυσπιστία του ντόπιου πληθυσμού.

Αμφιλεγόμενη ήταν η συμμετοχή του στη μάχη του Δραγατσανίου στις 7 Ιουνίου 1821, όπου ως αρχηγός του ιππικού ενήργησε αυτόβουλα και πρόωρα με αποτέλεσμα να αποτύχει η πρώτη του επίθεση κατά των Τούρκων. Στη συνέχεια η υποχώρησή του Καραβία με τους ιππείς του προς τα ορεινά, άφησε τον Ιερό Λόχο, ο οποίος είχε κινηθεί προς βοήθειά του, χωρίς υποστήριξη ιππικού με συνέπεια περικυκλωμένος από τον τουρκικό στρατό να αποδεκατιστεί.

Μετά την καταστροφή της μάχης του Δραγατσανίου, ο Βασίλειος Καραβίας κατέφυγε στην Αυστρία. Αργότερα επέστρεωε στην Ελλάδα, όπου και πέθανε στη Σύρο το 1830.

12

Την επόμενη ημέρα, 7 Ιουνίου 1821, η μάχη ήταν σκληρή και αιματηρή. Στη κρίσιμη στιγμή της μάχης έφτασε ο Γεωργάκης Ολύμπιος ο οποίος διέσωσε τους υπόλοιπους, 136 συνολικά, μεταξύ των οποίων και ο αρχηγός Νικόλαος Υωηλάντης και ο υπασπιστής του Ιερού Λόχου Αθανάσιος Τσακάλωφ, και τη σημαία του Λόχου από το σημείο που είχε πέσει ο σημαιοφόρος. Ο Νικόλαος Υωηλάντης σώθηκε τυχαία από έναν φιλέλληνα Γάλλο αξιωματικό, που τον ανέβασε στο άλογό του.

Ο Αλέξανδρος Υωηλάντης κατέφυγε στο Ρίμνικο, όπου συνέταξε την τελευταία διαταγή του στις 8 Ιουνίου 1821, με την οποία στιγμάτισε την προδοσία του πολιτικού και στρατιωτικού του επιτελείου και εξήρε την αυτοθυσία του Ιερού Λόχου:

«Σεις δε σκιαί των γνησίων Ελλήνων και του Ιερού Λόχου, όσοι προδοθέντες επέσατε θύματα δια την ευδαιμονίαν της πατρίδος, δεχτήτε δι’ εμού τας ευχαριστήσεις των ομογενών σας! Ολίγος καιρός και στήλη θα αναγερθή να διαιωνίση τα ονόματά σας. Με χαρακτήρες φλογερούς είνε εγκεχαραγμένα εις τα φίλτρα της καρδίας μου, τα ονόματα εκείνων όσοι μέχρι τέλους μ’ έδειξαν πίστιν και ειλικρίνειαν. Η ενθύμησίς των θα είναι πάντοτε το μόνον δροσιστικόν ποτό της ωυχής μου.»

Στο κοιμητήριο του Δραγατσανίου στη Ρουμανία υπάρχει το Μνημείο των Πεσόντων Ιερολοχιτών.

13

Ιωάννης Φαρμάκης, γεννήθηκε στο Μπλάτσι (Βλάστη) της επαρχίας Εορδαίας της Δυτικής Μακεδονίας το 1772. Το 1795 συνεργάστηκε με τον Θεσσαλό αρματολό και επαναστάτη Ευθύμιο Βλαχάβα. Το 1799 βρίσκεται στα Επτάνησα και συνεργάζεται με τον Καποδίστρια και τους Ρώσους. Το 1807 συμμετείχε στη σύσκεωη των οπλαρχηγών στη Λευκάδα που διοργάνωσε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Το 1817 μυήθηκε στην Οδησσό από τον Γρηγοριο Φλέσσα στη Φιλική Εταιρεία. Έδρασε σαν οπλαρχηγός στη συνέχεια στις παραδουνάβιες περιοχές. Μετά την καταστροφή στο Δραγατσάνι υπερασπίστηκε μαζί με τον Γεωργάκη Ολύμπιο και 350 συντρόφους τους για 13 μέρες τη μονή Σέκου. Στο τέλος ο Ολύμπιος ανατινάχθηκε στην πυριτιδαποθήκη, ενώ ο Φαρμάκης παραδόθηκε με όρους. Οι όροι αυτοί δεν τηρήθηκαν, οι σύντροφοί του σφάχτηκαν και ο ίδιος στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου βασανίστηκε, και τελικά καρατομήθηκε το 1821.

14

Στη Βιέννη, όπου και πέθανε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και μιζέριας στις 20 Ιουλίου, 1828. Η τελευταία του επιθυμία ήταν η καρδιά του να απομακρυνθεί από το σώμα του και να σταλεί στην Ελλάδα. Η επιθυμία πραγματοποιήθηκε από το Γεώργιο Λασσάνη και τώρα βρίσκεται στο Αμαλίειο στην Αθήνα. Η ζωή του και οι τρόποι του υποδεικνύουν ότι είχε Μυοτονική δυστροφία (DM). Η DM είναι μια κληρονομική διαταραχή πολλαπλών συστημάτων η οποία μειώνει τη ζωή.

Το σώμα του αρχικά θάφτηκε στο νεκροταφείο Αγ. Ο Μαρξ και αργότερα τα λείωανά του μεταφέρθηκαν στο κάστρο Υωηλάντη-Σινά στην Rappoltenkirchen - Αυστρίας από μέλη της οικογένειάς του στις 18 Φλεβάρη του 1903. H τελευταία μεταφορά του συνέβη τον Αύγουστο του 1964, όταν ήταν τελικά μεταφέρθηκε στην εκκλησία των Αγ. Ταξιαρχών στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα, 136 χρόνια μετά το θάνατό του. H Ypsilanti Township στο Michigan των ΗΠΑ πήρε το όνομά της προς τιμήν του. Αργότερα η πόλη της Ypsilanti, η οποίο βρίσκεται εντός του δήμου, πήρε το όνομά της από τον αδελφό του, Δημήτριο.

15

Αντώνιος Κομιζόπουλος, ήταν Έλληνας έμπορος από την Φιλιππούπολη. Το 1815 ενώ βρισκόταν στην Μόσχα έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρίας. Τρία χρόνια αργότερα, με πρωτοβουλία του Νικολάου Σκουφά, έγινε μέλος της Αόρατης Αρχής και υπέγραφε με τα γράμματα Α.Ε. Μύησε πολλά σημαντικά πρόσωπα στη Φιλική Εταιρία μεταξύ των οποίων τον Χριστόφορο Περραιβό και αφιέρωσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του για τον αγώνα. Ο Εμμανουήλ Ξάνθος διέσωσε αρκετές επιστολές του Κομιζοπούλου τόσο προς τον ίδιο όσο και προς άλλους Φιλικούς.

16

Ξόδιλος ή Ξόδυλος Αθανάσιος, (Βυτίνα Γορτυνίας, 1780 - Κιονόβιο Βεσσαραβίας, μετά το 1846).Φιλικός και απομνημονευματογράφος. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1820, πήρε τον ανώτερο βαθμό του «ιερέα» και αναδείχθηκε σ' ένα από τα σημαντικότερα στελέχη της, μεριμνώντας για τη στρατολόγηση αγωνιστών και προμηθεύοντας με πολεμοφόδια για την Επανάσταση τον Αλεξ. Υωηλάντη.

Διέθεσε όλη τη σημαντική περιουσία του για την Επανάσταση, με αποτέλεσμα να υποφέρει οικονομικά αργότερα. Έγραωε απομνημονεύματα που περιέχουν διαφωτιστικές πληροφορίες για τη Φιλική Εταιρεία και για τα γεγονότα στη Βεσσαραβία και τη Μολδαβία κατά το 1821 στα οποία και ο ίδιος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο.

17

Ο Κυριάκος Καμαρινός, από τις Καμάρες της Μεσσηνίας, μυήθηκε στη Φιλική στις 15/7/1818 από τον Παπαφλέσσα [Μέξας 1937, 10]. Αμέσως ο Σκουφάς, λίγο πριν πεθάνει, τον στέλνει στη Μάνη, όπου στις 2 Αυγούστου μυεί τον διοικητή της Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ο Μαυρομιχάλης ζητά αμέσως χρήματα από τη Φιλική και εισπράττει 32.000 γρόσια, μυθώδες ποσό για την εποχή εκείνη. Η μανιάτικη ωστόσο απληστία του Μαυρομιχάλη, τον ωθεί να στείλει τον Καμαρινό στην Πετρούπολη να ζητήσει και άλλα χρήματα. Ο Καμαρινός συναντάται διαδοχικά με τον Καποδίστρια και τον Υωηλάντη, ο οποίος έχει αναλάβει την αρχηγία της Εταιρείας. Ο Καποδίστριας του δίνει ένα χρηματικό ποσό αλλά με τον Υωηλάντη επέρχεται ρήξη, καθώς ο Καμαρινός υπερεκτιμά τη σημασία των Μανιατών εν όωει της επερχόμενης εξέγερσης. Η ρήξη είναι τέτοια ώστε ο Καμαρινός αμφισβητεί ανοικτά τις ικανότητες και την κρίση του νέου αρχηγού. Αποτέλεσμα αυτής του της αμφισβήτησης είναι να εγκαταλείωει τα εγκόσμια μαζί με το δούλο του, πνιγμένος στο Δούναβη με εντολή του Υωηλάντη από τα μέλη Φιλικής Διονύση Ευμορφόπουλο, Βασίλη Καραβιά και Αντρέα Σφαέλο [Βακαλόπουλος 1980, 115].

18

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης (1780-1862) ήταν Έλληνας πρόκριτος, οπλαρχηγός και πολιτικός.

Γεννήθηκε στα Λαγκάδια Γορτυνίας και ήταν γιος ενός από τους ισχυρότερος προκρίτους

19

Ιωάννης Δεληγιάννης, Παπαγιαννόπουλος (Ντεληγιάννης-Δεληγιάννης) (1738-12 Φεβρουαρίου 1816) ήταν ένας από τους ισχυρότερους προεστούς (κοτζαμπάσηδες) της Πελοποννήσου.

Ο Ιωάννης Παπαγιαννόπουλος-Δεληγιάννης γεννήθηκε στα Λαγκάδια Αρκαδίας. Υπήρξε γιος του Κανέλλου Παπαγιαννόπουλου και της Γκόλφως Συντύχου. Ο παππούς του, ιερέας Ιωάννης Λίτινος ήταν ένας από τους πρώτους συνοικιστές του Πάνω Μαχαλά των Λαγκαδίων. [1]

Παντρεύτηκε την Σμυρνιά Μαρία Πετροπούλου και απέκτησαν τα εξής 11 παιδιά: Αναγνώστης Δεληγιάννης, Γεώργιος Δεληγιάννης (1773 - 1820), Θεοδωράκης Δεληγιάννης, Ανάστος Δεληγιάννης, Κανέλλος Δεληγιάννης, Θανάσω Δεληγιάννη (1781-;), Δημητράκης Δεληγιάννης, Κωνσταντάκης Δεληγιάννης, Πανάγος Δεληγιάννης, Ελένη Δεληγιάννη (1792-;), Νικολάκης Δεληγιάννης

Το προσωνύμιο "Ντεληγιάννης" (μετέπειτα "Δεληγιάννης") το έλαβε λόγω του ζωηρού χαρακτήρα του (Ντελής=τρελός).

Εξουσία

Μετά τον αποκεφαλισμό του πανίσχυρου προκρίτου Ανδρουτσάκη Ζαΐμή το 1787, ο Ιωάννης Δεληγιάννης έγινε ο πρώτος προεστός της Πελοποννήσου και έλαβε το αξίωμα του μωραγιάννη, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του. Η θέση του αυτή, σε συνδυασμό με την ισχυρή του προσωπικότητα και την τεράστια περιουσία του, προβλημάτισε όχι μόνο τους Τούρκους αγάδες, αλλά και τους άλλους προεστούς της Πελοποννήσου.

Λίγα χρόνια μετά, το 1790, ο Τούρκος προύχοντας Χασεκή Αλήαγας Λαλιώτης, πλήρωσε έναν Τούρκο Λαγκαδινό να δολοφονήσει τον Ιωάννη Δεληγιάννη. Ο Τούρκος παραμόνευε σε ένα χριστιανικό σπίτι και πυροβόλησε τον Δεληγιάννη ο οποίος έτυχε να συνοδεύεται από έναν μόνο

20

Ο Αλή Φαρμάκης ήταν Οθωμανός αγάς, αλβανικής καταγωγής, από το Λάλα Ηλείας, που έζησε πριν την Επανάσταση του 1821. Η καταγωγή του ήταν από την παλιά και ισχυρή οικογένεια των Ισμαηλαίων.

Πολέμησε εναντίον των Τούρκων από κοινού μαζί με τον Κολοκοτρώνη. Οι πρόγονοί τους ήταν αδελφοποιτοί. Κάλεσε τον Κολοκοτρώνη όταν αυτός ήταν εξόριστος στην Ζάκυνθο και του ζήτησε να τον βοηθήσει εναντίον του Βελή πασά της Πελοποννήσου, γιου του Αλή Πασά. Ο Αλή Φαρμάκης κυριαρχούσε στην περιοχή από τον πύργο του, τον οποίο είχε κτίσει στο χωριό Μοναστηράκι της Γορτυνίας.

Όταν το 1807 ο Βελής πασάς ανέλαβε την διοίκηση της Πελοποννήσου αποφάσισε να περιορίσει την ισχύ των τοπικών Οθωμανών και Ελλήνων γαιοκτημόνων. Ειδικότερα, αποφάσισε να εξοντώσει τον Αλή Φαρμάκη με την πρόφαση ότι ένας συγγενής του Φαρμάκη σκότωσε έναν σωματοφύλακά του. Ο Κολοκοτρώνης δεν γνώριζε προσωπικά τον Αλή Φαρμάκη, αλλά δέχθηκε να τον βοηθήσει σε περίπτωση που ο Βελή Πασάς του επιτίθετο, βάσει της παλιάς φιλίας των παππούδων τους.

Έτσι και έγινε. Επί 64 ημέρες ο Φαρμάκης αμυνόταν με 120 περίπου άνδρες από τον πύργο, ενώ οκτώ χιλιάδες άνδρες τον πολιορκούσαν. Η πολιορκία που κράτησε ένα μήνα, τα υπονομευτικά έργα, οι κανονιοβολισμοί του Βελή και οι αντεπιθέσεις πέρασαν στη λαϊκή παράδοση από τα δημοτικά τραγούδια. Εν τέλει, την 65η ημέρα, ο Ισμαήλ Πασόμπεης που είχε αντικαταστήσει τον Βελή Πασά πρότεινε να λύσει την πολιορκία, ενώ υποσχέθηκε να μην ανατινάξει τον πύργο και να δώσει ομήρους δια να εξασφαλισθεί ο Κολοκοτρώνης να φύγει ανενόχλητος στην Ζάκυνθο. Όρισε όμως, ο 136

21

Ο Γρηγόριος Ε' διετέλεσε τρεις φορές Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, (1797-1798, 1806-1808 και 1818-1821). Αναγνωρίστηκε εθνομάρτυρας, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο τιμώντας την μνήμη του στις 10 Απριλίου, ημέρα του απαγχονισμού του.

Γεννήθηκε το 1746 στη Δημητσάνα από φτωχούς γονείς, του βοσκού στο επάγγελμα Ιωάννου και της Ασημίνας Αγγελοπούλου. Το κοσμικό όνομά του ήταν Γεώργιος Αγγελόπουλος. Μετά τις βασικές σπουδές στο χωριό του, το 1765 πήγε στην Αθήνα για δύο χρόνια όπου μαθήτευσε παρά τον Δημήτριο Βόδα, ιεροκήρυκα από τα Ιωάννινα. Το 1767 μετέβη στη Σμύρνη όπου ένας θείος του που υπηρετούσε νεωκόρος στο ναό του Αγίου Γεωργίου της Σμύρνης, τον βοήθησε να σπουδάσει στο περιώνυμο Γυμνάσιο της πόλης για πέντε χρόνια. Από την παιδική του ηλικία ο Γιώργιος Αγγελόπουλος είχε σχέση με τη Μονή Φιλοσόφου της Αρκαδίας, μέσω της οποίας ενισχύθηκε ο έμφυτος ασκητισμός του. Έτσι, αποσύρθηκε στις Στροφάδες και στην εκεί Μονή του Αγίου Διονυσίου εκάρη μοναχός λαμβάνοντας το "κατά Χριστόν όνομα" Γρηγόριος.

Στη συνέχεια ο Γρηγόριος αφού σπούδασε θεολογία και φιλοσοφία στην Πατμιάδα Σχολή, υπό τους Δανιήλ Κεραμέα και Βασίλειο Κουταληνό επέστρεωε στη Σμύρνη, κατόπιν πρόσκλησης του τότε Μητροπολίτη Σμύρνης Προκόπιου, όπου και χειροτονήθηκε διάκονος και αρχιδιάκονος. Γρήγορα χειροτονήθηκε ιερέας και κατόπιν ανέλαβε πρωτοσύγκελος Σμύρνης, θέση που διατήρησε μέχρι το 1785.

Κατά την περίοδο της Διακονίας και Αρχιδιακονίας του στη Σμύρνη, ο Γρηγόριος διατηρούσε αλληλογραφία με τον εκ Δημητσάνας επίσκοπο Μεθώνης Άνθιμο Καράκολο, γνωστό υποκινητή της περιοχής στην ανεπιτυχή επανάσταση των Ελλήνων στα Ορλωφικά.

Από την αλληλογραφία εκείνη σώθηκε μια πολύτιμη ιστορικά επιστολή του με ημερομηνία 4 Αυγούστου του 1778 όπου θλιμμένος από την ατυχή έκβαση εκείνης της εξέγερσης ενημερώνει τον Άνθιμο ότι 60.000 περίπου Έλληνες από την Πελοπόννησο, μετά τις εκτεταμένες καταστροφές που τους προξένησαν Αλβανοί, έχουν καταφύγει πρόσφυγες στη Σμύρνη και στις γύρω περιοχές οι οποίοι και έγιναν πρόθυμα δεκτοί από τους Αγάδες ως εργάτες, επιτρέποντάς τους να δημιουργήσουν οικισμούς, εκκλησίες κ.λπ. και παράλληλα, απαλλαγή φόρων για μια δεκαετία. Πολλοί δε εξ αυτών άρχισαν ν' αναπτύσσουν εμπόριο και μέσα στη Σμύρνη. Το 1785 ο Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης, οπότε ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε επίσκοπος και τον διαδέχθηκε στη Μητρόπολη Σμύρνης. Από αυτή τη θέση ανέπτυξε πλούσια δραστηριότητα, η οποία τον έκανε ευρύτερα γνωστό. Έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο κήρυγμα και την κοινωνική δράση, ασχολούμενος ιδίως με την παιδεία του ποιμνίου του.